Κυθρέα

Αρχαιολογικά ευρήματα

Η περιοχή της Κυθρέας, σύμφωνα προς τα αρχαιολογικά αποδεικτικά στοιχεία, είχε κατοικηθεί από τα Προϊστορικά χρόνια, έκτοτε δε η κατοίκηση ήταν συνεχής. Η ίδια η Κυθρέα είναι η διάδοχος της αρχαίας πόλης των Χύτρων, κτίσματος του Χύτρου* εγγονού του Αθηναίου Ακάμαντος, επώνυμου ήρωα της Ακαμαντίδος φυλής της Αττικής, σύμφωνα προς την αρχαία παράδοση, που συνδέει έτσι τους Χύτρους με την Αθήνα. Από την αρχαία ονομασία Χύτροι (κι αργότερα Κύθροι και Κυθρία [η]), προήλθε η νεώτερη ονομασία Κυθρέα. Για την ετυμολογία του ονόματος Χύτροι, για την ίδια την αρχαία πόλη των Χύτρων και για τα αρχαία ευρήματα στην περιοχή της Κυθρέας, βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Χύτροι. Αναφέρουμε μόνο εδώ ότι το όνομα Χύτροι (από τις χύτρες =τσουκάλια) σχετίζεται και με το νερό, αφού Χύτροι =πηγές (πρβλ. τις πηγές των Χύτρων στη Λοκρίδα, καθώς και σχετική αναφορά του Ηροδότου [Ζ΄, 176.3] ότι στις Θερμοπύλες υπήρχαν θερμά λουτρά, τά Χύτρους καλέουσιν οἱ  ἐπιχώριοι). Η σχέση αυτή, από μόνη της, συνδέει εν πάση περιπτώσει την περιοχή της Κυθρέας (Χύτρων) με την Ελλάδα κατά τα αρχαιότατα χρόνια, αφού απ' εκεί πρέπει να προήλθε η ονομασία, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύει και τη σπουδαιότητα του κεφαλόβρυσου, του οποίου το άφθονο νερό έρεε και τότε.

 

Οι Χύτροι, που αρχικά είχαν οργανωθεί σε πόλη - βασίλειο και που αργότερα άκμασαν σαν πόλη με δημοκρατικό πολίτευμα (με βουλή και δήμο κατά τα Ελληνιστικά χρόνια) υφίσταντο μέχρι το τέλος της Αρχαιότητας, δηλαδή μέχρι τα χρόνια του θριάμβου του Χριστιανισμού. Κατά τα Ρωμαϊκά μάλιστα χρόνια πιθανώς η πόλη δέχθηκε κάποιες ευεργεσίες Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ειδικότερα του Σεπτιμίου Σεβήρου* (193-211 μ.Χ.) του οποίου ένας θαυμάσιος υπερφυσικός ανδριάντας βρέθηκε στην Κυθρέα το 1928 και κοσμεί σήμερα το Κυπριακό Μουσείο.

 

Με την εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Κύπρο, οι Χύτροι έγιναν έδρα επισκόπου, με πρώτο γνωστό επίσκοπο τον Νικήτα (3ος – 4ος   μ.Χ. αιώνας). Για την επισκοπή αυτή βλέπε χωριστό λήμμα Χύτρων επισκοπή. Ενδοξότερος των επισκόπων των Χύτρων ήταν ο Δημητριανός*, πρώην μυλωνάς σύμφωνα προς την τοπική παράδοση, στον μύλο Παρτελεμέ της Κυθρέας, που στις αρχές του 10ου αιώνα πήγε μέχρι την Βαγδάτη — αν και υπέργηρος — προκειμένου να επιτύχει απελευθέρωση Κυπρίων αιχμαλώτων που είχαν μεταφερθεί εκεί ύστερα από επιδρομή και λεηλασίες Αράβων στο νησί, που έπληξαν και τους Χύτρους.

 

Ήδη το 10ον αιώνα απαντούμε την ονομασία Κυθαίρεια* για τους Χύτρους-Κυθρέα, στο Περί Θεμάτων σύγγραμμα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Η ονομασία Τζ'υρκά με την οποία είναι επίσης γνωστή στους ντόπιους η Κυθρέα, είναι της περιόδου της Φραγκοκρατίας και αποτελεί παραφθορά του πραγματικού της ονόματος. Ο ντε Μας Λατρί γράφει: Chirga και αναφέρει ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ήταν βασιλικό φέουδο. Το χωριό ήταν επίσης γνωστό και ως La Quithrie κι έτσι αναφέρεται σε παπική βούλλα της 13 Δεκεμβρίου 1196. Το 1220 αναφέρεται ότι η βασίλισσα της Κύπρου Αλίκη παραχώρησε στον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας το δικαίωμα της εκμετάλλευσης και χρησιμοποίησης των μύλων της Κυθρέας, για σωτηρία της ψυχής του συζύγου της, βασιλιά Ούγου Α΄ (1205 -1218).

 

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς μνημονεύει την Κυθρέα και αναφέρει τους ἐπισκόπους Κυθηραίων Δημητριανόν, Πάππον, Αθανάσιον, Ευστάθιον και Νικήταν (παρ. 30). Γράφοντάς την επίσης ως Κυθρίαν, σημειώνει ότι στην περιοχή της, σε ερημική τοποθεσία (εἰς μοναξίαν) βρισκόταν ο τάφος και το λείψανο του αγίου Επιφανίου. Όμως ἡ  ἐκκλησία ἐρημώθην καί ἐπῆραν τήνγίαν του κάραν καί τά εἰκονίσματα, καί ἐβάλαν τα εἰς φύλαξιν εἰς τόν Κουτζουβέντην [=μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου]. Επίσης ο Μαχαιράς (παρ. 657) αναφέρει έναν τεχνίτη Ιάκωβο από την Κυθρέα (γράφει: ...καί τόν Τζάκον τόν Κυθριώτην ἀπό τούς χειροτεχνῖτες τῆς Κύπρου, ὁ ποῖος ἦτον διαλαλητής...) που το 1425 σκοτώθηκε στην Αλυκή (=Λάρνακα) πολεμώντας κατά των Σαρακηνών που είχαν εισβάλει στο νησί.

 

Ως Κιθρίαν μνημονεύει την Κυθρέα και ο Γεώργιος Βουστρώνιος, αναφερόμενος σε μια δωρεά της βασίλισσας της Κύπρου Αικατερίνης Κορνάρο το 1473 στον Μαστραντώνην τόν Καρτζίαν τόν ράφτην [=Αντώνιος Γκαρσία]. Η βασίλισσα τον τίμησε με τίτλο ευγενείας, τον νύμφευσε με μια ευγενή χήρα, του χάρισε το χωριό Επιχό, άλλες περιουσίες καί δύο πραστεῖα [=μετόχια] τά εἶχεν ὁ Γιάκουμος εἰς τήν Κιθρίαν. Τα μετόχια αυτά αφαιρέθηκαν από τον Γιάκουμο (=Ιάκωβος της Μάλτας) διατί ἦτον παράβουλος (=προδότης) και δόθηκαν στον Γκαρσία.

 

Την Κυθρέα αναφέρει ως Χυτρίαν (Chitria) ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος, που από διάφορες πληροφορίες που δίνει, φαίνεται ότι ήταν ένας σημαντικός κεντρικός οικισμός κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, γύρω από τον οποίο υπήρχαν διάφοροι άλλοι μικροί οικισμοί και εγκαταστάσεις. Όταν ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ προέβη σε αναδιανομή των φέουδων μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, ο Φλώριος αναφέρει μεταξύ άλλων και τις ακόλουθες παροχές:

 

Μύλος της Χυτρίας (Molin a Chitria). Δόθηκε σε κάποιον αξιωματούχο Στέφανο ντε Σίο.

Δύο Μύλοι της Χυτρίας (due Molini a Chitria). Δόθηκαν σε άλλο αξιωματούχο, τον Σιμόν Στράμπαλι.

 

Περιβόλια της Χυτρίας (Giardini  a  Chitria). Παραχωρήθηκαν στον σημαντικό αξιωματούχο Σορ ντε Νάβες, που είχε πάρει τότε και 10 χωριά σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.

 

Ο Φλώριος αναφέρει και δύο «πραστεία (προάστια) της Χυτρίας» (due prastii alla Chitria), που ανήκαν στον αξιωματούχο Ιάκωβο Μαλτέζο. Του αφαιρέθηκαν το 1473 από τη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο επειδή θεωρήθηκε προδότης και αντίπαλός της, και δόθηκαν τότε στον αξιωματούχο Πέτρο ντ’ Άβιλα.

 

Ο Φλώριος μνημονεύει επίσης την Χυτρία ως μία από τις κυριότερες πηγές νερού στην Κύπρο και αριθμεί τα χωριά της ευρύτερης περιοχής που αρδεύονταν ή και υδρεύονταν από τον Κεφαλόβρυσο. Φαίνεται ότι υπήρχε ένα σύστημα διανομής και μεταφοράς του νερού στα διάφορα χωριά της περιοχής. Ο Φλώριος σημειώνει επίσης ότι η Χυτρία υπήρξε ο χώρος άσκησης του αγίου Επιφανίου. Αναφέρεται, τέλος, σε γεγονότα του 1460 (σύγκρουση για το θρόνο της Κύπρου μεταξύ των ετεροθαλών αδελφών Καρλόττας και Ιακώβου Β΄). Φαίνεται ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι και παράγοντες της Κυθρέας είχαν ταχθεί με το μέρος της Καρλόττας, οπότε υποστηρικτές του Ιακώβου προέβησαν σε διώξεις στην Κυθρέα, όπως και σε άλλα μέρη.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος πάλι (16ος αιώνας) αναφέρει την Κυθρέα ως ευρισκόμενη στην περιοχή των αρχαίων Χύτρων. Γράφει επίσης ότι το 1232 οι δυνάμεις του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄, τις οποίες αντιμετώπισαν οι δυνάμεις του κυπριακού βασιλείου υπό τους Ιβελίνους, υποχωρώντας από την Αμμόχωστο, κατέλαβαν την Κυθρέα και κατέστρεψαν τους εκεί ζωτικής σημασίας αλευρόμυλους. Ο Φλώριος αναφέρει επίσης «τα περιβόλια της Χυτρίας» (“e giardini a Chitria”), τα οποία ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ παραχώρησε το 1460 στον Σορ ντε Νάβες. Ο ντε Νάβες, που είχε γίνει τότε κοντόσταυλος της Κύπρου (= αρχηγός του στρατού), είχε πάρει στην κατοχή του και 10 χωριά. Τα αναφερόμενα «περιβόλια» θα πρέπει να ήταν συγκεκριμένη έκταση στα νότια του χωριού, που βεβαίως αρδευόταν από τον Κεφαλόβρυσο. Ο Φλώριος αναφέρει επίσης και ένα «Μύλο στη Χυτρία» (“molin a Chitria”) που μάλλον θα πρέπει να ήταν όχι ένας από τους πολλούς νερόμυλους αλλά μικρός οικισμός στην περιοχή, κοντινός προς την Κυθρέα. Αυτός ο Μύλος είχε δοθεί από τον βασιλιά Ιάκωβο Β΄ το 1460 σε κάποιον αξιωματούχο Στέφανο ντε Σίο. Και ακόμη τότε ένας άλλος αξιωματούχος, κάποιος Σιμόν Στράμπαλι, πήρε στην κατοχή του «δύο μύλους στη Χυτρία και κατοικία στη Λευκωσία».

 

Κατά τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής περιόδου εγκαταστάθηκαν σε στρατηγικά σημεία στα βουνά βόρεια της Κυθρέας μικροί αριθμοί Αρμενίων στρατιωτών και ιδρύθηκαν οχυρά καθώς και μοναστήρια. Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στο Πλατάνι, στον Κορνόκηπο, στο Αρτέμι, στον   Άγιο Χαρίτωνα και αλλού. Κατά την ίδια εποχή αλλά και λίγο αργότερα, κατά τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κυθρέας και Μαρωνίτες που είχαν έλθει στην Κύπρο, απ’ όπου και η ονομασία Συρκανιά, της μιας από τις ενορίες της Κυθρέας.

 

Στα 1222 καταργήθηκε η Ορθόδοξη επισκοπή Χύτρων (Κυθρέας) κι απορροφήθηκε από τη Λατινική αρχιεπισκοπή Λευκωσίας η οποία άρχισε πλέον να εισπράττει και τα εκκλησιαστικά εισοδήματα της περιφέρειας. Το 1232 Λογγοβάρδοι στρατιώτες, των δυνάμεων του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ ο οποίος είχε επέμβει διεκδικώντας το νησί με δικαιολογία ότι ενεργούσε ως κηδεμόνας του ανήλικου βασιλιά της Κύπρου Ερρίκου Α' (1218-1253), υποχωρώντας από την Αμμόχωστο προς τη Λευκωσία, πέρασαν και από την Κυθρέα όπου και κατέστρεψαν τους περίφημους μύλους της.

 

Εκτός από τους μύλους, το άφθονο νερό του κεφαλόβρυσου της Κυθρέας έδινε ανέκαθεν ζωή σ’ όλη την γύρω περιοχή στην οποία βρίσκονταν κήποι και περιβόλια σ’ ένα ειδυλλιακό περιβάλλον. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Στέφανος Λουζινιανός κάνει λόγο για τους ωραίους κήπους της Κυθρέας και το νερό του κεφαλόβρυσου που κινούσε τους νερόμυλους και πότιζε τις βαμβακοφυτείες.

 

Για τη σημασία του κεφαλόβρυσου σε σχέση προς την Κυθρέα — που την ονομάζει Κύθηρα — αναφέρεται και ο περιηγητής Αλή Μπέη που επισκέφθηκε την Κύπρο στα 1806:

 

...Τα Κύθηρα οφείλουν την ύπαρξή τους στην πηγή προς βορράν που χωρίζεται σε δυο ποταμούς και χύνει άφθονο νερό ως το άκρο της κοιλάδας ανάμεσα στους λόφους από καθαρό άργιλλο, που είναι εντελώς γυμνοί και ποτέ τους δεν ήσαν πιο εύφοροι από ό, τι είναι τώρα. Μερικά σπίτια είναι σκορπισμένα στην κοιλάδα και λίγοι μύλοι που προμηθεύουν αλεύρι στη Λευκωσία. Το έδαφος δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμο, η ανεπάρκεια του νερού ωστόσο κάνει αναγκαία τη χρησιμοποίηση όλων των μεθόδων άρδευσης κι ως το σημείο που μπορεί να φθάσει το νερό η γη καλλιεργείται εντατικά. Υπάρχουν λαχανόκηποι και πολλές συκαμιές. Τα δέντρα αυτά δεν είναι σκορπισμένα εδώ κι εκεί, αλλά συγκεντρωμένα σε συστάδες, που δεν διαφέρουν από φυτώρια. Γι’ αυτό μένουν μικρά και λεπτά, αλλά πιστεύεται ότι έτσι παράγουν περισσότερα φύλλα, τα οποία μπορούν να μαζευτούν με το χέρι από το πιο χαμηλό ως το πιο ψηλό κλαδί του δέντρου. Εκείνο που μπορείς να δεις τώρα στα Κύθηρα είναι φυτείες συκαμιών για μεταξοσκώληκες, λίγες χαρουπιές, ελιές, καρποφόρα δέντρα και λαχανικά κατά μήκος μιας κοιλάδας στην οποία η δύσκολη κυκλοφορία του αέρα, η αντανάκλαση των αργίλλων των λόφων κι η γειτνίαση των ηφαιστειογενών βουνών προς βορράν, κάνουν το καλοκαίρι πραγματική κόλαση (Excerpta Cypria, σ. 398).

 

Η παραγωγή μεταξιού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Κυθρέα και στην περιοχή της, ήταν άφθονη και καλής ποιότητας. Ο Michael de Vezin, πρόξενος του Αλέππο στην Κύπρο που πέθανε στη Λάρνακα το 1792, γράφει ότι μεταξύ των 16 διαμερισμάτων της Κύπρου μετάξι παρήγαν τότε κυρίως εκείνα της Κυθρέας, της Πάφου, της Αυδήμου, του Κοιλανίου και της Αμμοχώστου-Καρπασίας. Ιδιαίτερα για την Κυθρέα, γράφει ότι παρήγε ωραίο άσπρο μετάξι.

 

Ο περιηγητής Van Bruyn, που επισκέφθηκε την Κύπρο το 1683, μνημονεύει επίσης την Κυθρέα και περιγράφει το κεφαλόβρυσο. Ονομάζει όμως το χωριό Κυθαίρεια (Kytheria), που θεωρεί ότι πήρε την ονομασία αυτή πιθανώς από την θεά του Έρωτα (η Αφροδίτη έφερε μεταξύ άλλων και το επίθετο Κυθαίρεια που όμως δεν φαίνεται να σχετίζεται με την Κυθρέα αλλά με το ελληνικό νησί Κύθηρα, σημαντικό κέντρο λατρείας της).

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός ( Ἱστορία Χρονολογική.... Βενετία, 1788, σ. 15), αναφέρεται επίσης στο κεφαλόβρυσο (πηγή) τῆς Κυθραίας πολιτείας, ἣτις ποτίζει πολλά περιβόλια μετάξης, βαμπάκια, καί ὃσα ἄλλα ἀρκετήν ποσότητα χωραφίων˙ καί διά τῶν αὐτῆς ὑδάτων δουλεύουσιν ὑπέρ τούς τριάκοντα ἀλευρομύλους ἐκεῖ.

 

Από τους νεώτερους συγγραφείς, ο Αθανάσιος Σακελλάριος (μέσα 19ου αιώνα) γράφει για το κεφαλόβρυσο:

 

...Διά τῶν ὑδάτων τούτων, ὄντων ἀφθονωτάτων, οἱ κάτοικοι τῆς κώμης ποτίζουσι τούς ὡραίους κήπους των παράγοντες πολλάς ὀπώρας, ἔτι δέ κράμβας λαμπράς καί ἀφθόνους, ἅς πωλοῦσιν ἐν Λευκωσία, Λάρνακι καί τάς πέριξ κώμας. Δι’ αὐτῶν δέ ἀλέθουσιν σίτον πολλοί ὑδρόμυλοι καθ’ ἁπάσας τάς ὣρας τοῦ  ἔτους.... (Κυπριακά, Α΄, σ. 205).