Λάπηθος

Ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια

Κατά τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια η πόλη διέθετε λαμπρά δημόσια οικοδομήματα, όπως γυμνάσιο και θέατρο. Η ύπαρξη γυμνασίου εξυπακούεται από επιγραφές που βρέθηκαν. Μια επιγραφή αναφέρεται σε κάποιον, του οποίου το όνομα δεν διασώθηκε, ο οποίος περιαυτολογεί επειδή φρόντισε για τήν εὐπρέπειαν καί εὐκοσμίαν τοῦ γυμνασίου. Στην ίδια επιγραφή γίνεται λόγος και για γυμνικούς και ιππικούς αγώνες. Όσο για το θέατρο, πληροφορούμαστε την ύπαρξή του από τις Πράξεις Βαρνάβα. Κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του στην Κύπρο, ο απόστολος είχε επισκεφθεί τη Λάπηθο αλλά αναγκάστηκε ν' αποχωρήσει γιατί ετελείτο μια ειδωλολατρική τελετή στο θέατρο της πόλης:

 

... Γενομένων δε ἡμῶν ἐν Λαπίθῳ καί εἰδωλομανίας ἐπιτελουμένης ἐν τῷ Θεάτρῳ, οὐκ εἲοαν ἡμᾶς εἰσελθεῖν ἐν τῆ πόλει, ἀλλά πρός τῇ πύλῃ  ἀνεψύξαμεν μικρόν...

 

Η αναφορά του Βαρνάβα ότι δεν τον άφησαν να εισέλθει στην πόλη αλλά μόνο ξεκουράστηκε στην πύλη της, φανερώνει ότι η Λάπηθος ήταν οχυρωμένη με τείχη.

 

Η Λάπηθος δεν αναφέρεται ονομαστικά ότι είχε πάρει μέρος στους πολέμους κατά των Περσών. Ούτε και μνημονεύεται μεταξύ των κυπριακών πόλεων που είχαν προσπαθήσει ν' απελευθερώσουν οι Αθηναίοι με την αποστολή του Κίμωνος και με άλλες αποστολές. Δεν αναφέρεται, επίσης, μεταξύ των κυπριακών βασιλείων που υποστήριξαν τον Μέγα Αλέξανδρο, αν και θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο το ότι η πόλη είχε παραταχθεί με το μέρος του, όπως όλες οι άλλες της Κύπρου, περιλαμβανομένου και του Κιτίου, της σημαντικότερης φοινικικής αποικίας στο νησί. Ωστόσο το βασίλειο της Λαπήθου αναφέρεται στις φιλολογικές πηγές ως αναμεμειγμένο ενεργά στις διενέξεις των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Πτολεμαίου και Αντιγόνου, για την κατοχή της Κύπρου. Όπως γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη Ιστορική, 19.59, 1), ο βασιλιάς της Σαλαμίνος Νικοκρέων καθώς και οι άλλοι ισχυρότεροι από τους Κυπρίους βασιλιάδες, είχαν ταχθεί με το μέρος του Πτολεμαίου. Οι βασιλιάδες του Κιτίου, του Μαρίου, της Λαπήθου και της Κερύνειας, τάχθηκαν με το μέρος του Αντιγόνου ύστερα από αποστολή του Αγησιλάου ως πρέσβεως του τελευταίου.

 

Υπάρχει ασάφεια ως προς το εάν η Κερύνεια ήταν τότε χωριστό βασίλειο ή εάν βρισκόταν υπό την εξουσία του βασιλιά της Λαπήθου. Στο εδάφιο αυτό ο Διόδωρος αναφέρει ότι με τον Αντίγονο είχαν συμμαχήσει    Κιτιεύς [βασιλιάς] και Λαπήθιος, ἔτι δέ Μαριεύς καί Κερυνίτης, πράγμα που αφήνει να νοηθεί ότι η Κερύνεια είχε δικό της βασιλιά. Πιο κάτω όμως (19.79,4), ομιλεί για την επικράτηση του Πτολεμαίου, οπότε αυτός σκότωσε τον Πυγμαλίωνα, ενώ Πράξιππον τόν της Λαπηθίας βασιλέα καί τόν τῆς Κερυνίας δυνάστην ὑποπτεύσας ἀλλοτρίως ἔχοντα συνέλαβε, καί Στασίοικον τόν τῶν Μαριέων...

 

Σαφώς εδώ ο Διόδωρος ονομάζει τον Πράξιππο βασιλιά της Λαπηθίας, δηλαδή ολόκληρης της επαρχίας γύρω από τη Λάπηθο, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα τον ίδιο κι ως δυνάστη της Κερύνειας — της οποίας εν πάση περιπτώσει, δεν αναφέρεται πουθενά ονομαστικά κανένας βασιλιάς. Πιστεύουμε πως πρέπει να θεωρηθεί ότι η πόλη της Κερύνειας βρισκόταν τότε υπό την εξουσία της Λαπήθου. Ίσως μάλιστα η Λάπηθος να χρησιμοποιούσε και το λιμάνι της Κερύνειας, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν είχε δικό της.

 

Όταν ο Πράξιππος, βασιλιάς της Λαπήθου και δυνάστης της Κερύνειας, πήγε με το μέρος του Αντιγόνου, ο Νικοκρέων της Σαλαμίνος μαζί με άλλες δυνάμεις πολιόρκησε και κατέλαβε και την Κερύνεια και τη Λάπηθο, περί το 315 π.Χ. (Διόδωρος, 19.62,6). Ο Πράξιππος είχε κατορθώσει ωστόσο να επιβιώσει και να διατηρήσει την εξουσία του για λίγο ακόμη. Μετά την τελική αποτυχία του Δημητρίου του Πολιορκητή (γιου του Αντιγόνου) στην Κύπρο και την τελική επικράτηση του Πτολεμαίου, ο τελευταίος πληροφορήθηκε ότι μερικά από τα βασίλεια του νησιού, περιλαμβανομένης και της Λαπήθου, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σ' επαφή με τον Αντίγονο۬  γι’ αυτό και τα κατήργησε το 312 π.Χ., οπότε συνελήφθη κι ο Πράξιππος.

 

Κατά τα Ελληνιστικά χρόνια η Λάπηθος γνώρισε περισσότερη ακμή, και ως πόλη απετέλεσε μέλος του Κοινού των κυπριακών πόλεων (ενός είδους συνομοσπονδίας) γνωστού αργότερα ως Κοινού Κυπρίων. Σε επιγραφή που βρέθηκε αναφέρεται το Κοινόν Λαπηθιαστῶν.

 

Σε επιγραφή που βρέθηκε στους Δελφούς και χρονολογείται στον 3ο/2ο π.Χ. αιώνα (Ελληνιστικά χρόνια), αναφέρεται και η Λάπηθος μεταξύ εννέα κυπριακών πόλεων που βρίσκονταν τότε σε ακμή και που ήσαν θεωροδόκοι*. Έτσι λέγονταν οι πόλεις που υποδέχονταν τους θεωρούς, δηλαδή τους απεσταλμένους των Δελφών που έφθαναν για να μαζέψουν τις εισφορές και τα τάματα στον Απόλλωνα.

 

Η μνεία της Λαπήθου ως θεωροδόκου πόλεως, είναι σημαντική από διάφορες απόψεις: αποδεικνύει την άμεση σύνδεσή της με τον ελληνικό κόσμο, τη λατρεία σ' αυτήν ελληνικών θεοτήτων — όπως ο Απόλλων στη συγκεκριμένη περίπτωση — και την οικονομική της άνθηση, αφού ήταν σε θέση να είναι θεωροδόκος, να συνεισφέρει δηλαδή στο φημισμένο μαντείο, προς το οποίο ασφαλώς η συνεισφορά δεν θα ήταν ευκαταφρόνητη. Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι εκείνος που ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή, εκ μέρους της πόλης, των απεσταλμένων του μαντείου, και μνημονεύεται στην επιγραφή, δεν ήταν Κύπριος. Ήταν κάποιος Ἀριστοκλῆς Πολιάνθου Γορτύνιος. Καταγόταν, δηλαδή, από τη Γορτυνία, αλλά ζούσε στη Λάπηθο όπου κατέστη και αξιωματούχος. Η Λάπηθος, παραθαλάσσια πόλη που ασχολείτο φυσικά και με το εμπόριο, θα πρέπει να ήταν αρκετά κοσμοπολίτικη, σ' αυτήν δε κατοικούσαν και διάφοροι ξένοι έμποροι.