Ζυρίχης και Λονδίνου συμφωνίες

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν των συμφωνιών

Image

Λίγους μόνο μήνες μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, το Λονδίνο διόρισε ως νέο κυβερνήτη της Κύπρου τον στρατάρχη σερ Τζων Χάρτιγκ που έφθασε στο νησί κι ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 3 Οκτωβρίου 1955, αντικαθιστώντας τον κυβερνήτη Άρμιτεϊτζ. Ο διορισμός του Χάρτιγκ που ανακοινώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1955, θεωρήθηκε στην Κύπρο ως αγγλική προσπάθεια για να χτυπηθεί και καταπνιγεί το κίνημα των Ελλήνων Κυπρίων. Ωστόσο ο Χάρτιγκ ήλθε στο νησί με την εντολή να δοκιμάσει πρώτα να διαπραγματευθεί με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και ήδη από την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων του, δηλαδή από τις 4 Οκτωβρίου 1955, εγκαινίασε σειρά συναντήσεων μαζί του. Ο Χάρτιγκ πρότεινε την εφαρμογή στην Κύπρο ενός νέου συντάγματος που θα οδηγούσε σε καθεστώς αυτοκυβέρνησης, πράγμα που οι Βρεττανοί είχαν και στο παρελθόν επανειλημμένα προτείνει στους Έλληνες Κυπρίους. Ο Μακάριος, στη σειρά των διαπραγματεύσεών του με τον Χάρτιγκ, απεδέχθη κατ' αρχήν την επεξεργασία συντάγματος αυτοκυβέρνησης, με την προϋπόθεση ότι το καθεστώς θα ήταν μεταβατικό και θα οδηγούσε από την αυτοκυβέρνηση στην πλήρη αυτοδιάθεση, υπέρ της οποίας θα έπρεπε να εκδηλωθεί επίσημα και η αγγλική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα τούτο στο λαό της Κύπρου.

 

Ενώ στις αρχές του 1956 τα πράγματα εφαίνετο ότι ήταν δυνατό να οδηγηθούν σε λύση, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας και η μικρή ομάδα των αδιάλλακτων ενωτικών του κύκλου της μητροπόλεως Κυρηνείας άσκησαν μεγάλη πίεση στον αρχιεπίσκοπο, απειλώντας να τον καταγγείλουν και ως προδότη, εάν παρεξέκλινε από το αρχικό αίτημα που ήταν εκείνο της άμεσης ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και τίποτε άλλο. Ο Μακάριος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, κυρίως γιατί ο αντάρτικος στρατός της ΕΟΚΑ δεν ελεγχόταν από τον ίδιο και ήταν πολύ πιθανό να αρνηθεί να δεχθεί λύση αυτοκυβέρνησης -αυτοδιάθεσης, να συνεχίσει τον αγώνα και να προκληθεί διχασμός με καταστροφικές συνέπειες. Στο τελευταίο στάδιο των διαπραγματεύσεων Μακαρίου - Χάρτιγκ ήλθε στην Κύπρο και πήρε μέρος σ' αυτές και ο ίδιος ο Βρετανός υπουργός των Αποικιών Άλαν Λέννοξ Μπόυντ. Ο Μακάριος προσπάθησε να κερδίσει κάτι περισσότερο, κυρίως σε ό,τι αφορούσε το μεταβατικό διάστημα που οι Βρετανοί καθόρισαν σε 10 χρόνια, ενώ ο αρχιεπίσκοπος ζητούσε 7. Προσπάθησε επίσης να διαπραγματευθεί περισσότερο και μερικά άλλα θέματα, αλλά ο Μπόυντ παρουσιάστηκε ανένδοτος και δεν δέχθηκε περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Τότε ο αρχιεπίσκοπος βρήκε κάποια ευκαιρία να αποδεσμευτεί από την κατ' αρχήν αποδοχή του καθεστώτος αυτοκυβέρνησης, ικανοποιώντας και την αξίωση του Γρίβα και των αδιάλλακτων ενωτικών. Οι διαπραγματεύσεις, που αργότερα θεωρήθηκαν από πολλούς σαν η καλύτερη χαμένη ευκαιρία για οριστική ρύθμιση του Κυπριακού ζητήματος, ναυάγησαν. Λίγο αργότερα, η αγγλική κυβέρνηση πήρε την απόφαση να στείλει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην εξορία και να πάρει σκληρότατα μέτρα κατά των επαναστατημένων Ελλήνων Κυπρίων. Η αγγλική πολιτική διαφοροποιήθηκε πλέον οριστικά και τώρα στόχευε πρωταρχικά στην εξασφάλιση των αγγλικών συμφερόντων στην Κύπρο (στρατιωτικές βάσεις κ.α.) και ταυτόχρονα στην προώθηση λύσεως που δεν θα επέτρεπε ποτέ την επίτευξη της ενώσεως και την προσάρτηση της Κύπρου στο Ελληνικό κράτος.

 

Αφού λοιπόν το Λονδίνο εξουδετέρωσε προσωρινά (και για όσο διάστημα θα απαιτείτο) τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο που τον απομόνωσε στο νησί Μαχέ των Σεϋχελλών στη μέση του Ινδικού ωκεανού, οι Άγγλοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν στην Κύπρο συνθήκες διαμάχης μεταξύ του ιδίου του λαού της Κύπρου, στρέφοντας κατά των αγωνιζομένων ήδη Ελλήνων Κυπρίων τους Τουρκοκυπρίους που, στο πείσμον αίτημα των πρώτων για ένωση με την Ελλάδα, αντιπρόβαλλαν όλο και πιο έντονα δικό τους αίτημα για διχοτόμηση του νησιού. Την ίδια την Τουρκία την είχαν ήδη αφυπνίσει οι Βρεττανοί από πιο νωρίς, και μεταξύ άλλων την είχαν καλέσει σε κοινή διάσκεψη μαζί τους και με την Ελλάδα (την γνωστή τριμερή διάσκεψη*) με θέμα το Κυπριακό, δίνοντάς της έτσι ρόλο άμεσα ενδιαφερομένου μέρους στα ζητήματα περί την Κύπρο.

 

Όταν οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην Κύπρο και που χαρακτηρίζονταν πια από σοβαρή διαμάχη μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων του νησιού, θεωρήθηκαν αρκετά σοβαρές για να μη μπορούν να διαφοροποιηθούν ριζικά, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος απελευθερώθηκε από τις Σεϋχέλλες. Αφού στο διάστημα των 13 μηνών της εξορίας του οι Άγγλοι απέτυχαν να βρουν Έλληνα Κύπριο που να μπορέσει να τον αντικαταστήσει και να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, του επέτρεψαν να αναχωρήσει από τις Σεϋχέλλες (οι ίδιοι που τον είχαν οδηγήσει εκεί δεν του παραχώρησαν μέσο μεταφοράς κι έφυγε από το νησί Μαχέ με ελληνικό πετρελαιοφόρο) αλλά όχι και να επιστρέψει στην Κύπρο. Γνώριζαν οι Άγγλοι πως δεν ήταν δυνατό παρά να διαπραγματευθούν μόνο με τον Μακάριο, γι’ αυτό και θεώρησαν συμφερότερο για τους ίδιους να αφήσουν τις πρωτοβουλίες στις άλλες δυο αναμεμειγμένες χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, που κι αυτές πιέζονταν από το NATO και διάφορες δυτικές δυνάμεις να βρουν λύση στο πρόβλημα της Κύπρου που αποτελούσε πια και σοβαρότατη μεταξύ τους διαφορά.

 

Ο αρχιεπίσκοπος, όταν επέστρεψε από την εξορία του, διαπίστωσε πως δεν είχε πια πολλά περιθώρια ελιγμών. Όταν δοκίμασε να επιμείνει, τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωσή του, στις προγενέστερες θέσεις του, οι Άγγλοι πρόβαλαν δικό τους σχέδιο λύσης του Κυπριακού, το σχέδιο Μακμίλλαν (από το όνομα του τότε Βρεττανού πρωθυπουργού), και απείλησαν ότι θα προχωρούσαν μόνοι στην εφαρμογή του. Το σχέδιο Μακμίλλαν ήταν διχοτομικό κι εκμεταλλευόταν τις νέες συνθήκες που επικρατούσαν στην Κύπρο, δηλαδή τη διαμάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, που οι ίδιοι οι Βρετανοί είχαν υποκινήσει. Η Τουρκία ήταν βέβαια κάτι περισσότερο από πρόθυμη να συνεργαστεί με τους Βρετανούς στην εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν, αφού ενώ αρχικά δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Κύπρο και το πρόβλημά της και αφού τα επί του νησιού δικαιώματά της από την τουρκική κατοχή της Κύπρου (1570/71-1878) τα είχε εγκαταλείψει με συνθήκη από το 1923, τώρα βρισκόταν στη θέση του ενός από τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη, και σε θέση να εγείρει απαιτήσεις, να θέτει όρους και να έχει καινούργια δικαιώματα. Από την άλλη, η Ελλάδα, πλήρως εξαρτώμενη από τους δυτικούς συμμάχους της οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά, δεν ήταν σε θέση να ανατρέψει τα νέα δεδομένα. Δεν ήταν όμως ούτε σε θέση να πάρει πρωτοβουλίες για το Κυπριακό χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ο τελευταίος, από το αδιέξοδο στο οποίο τώρα βρισκόταν, και γνωρίζοντας πως ο ίδιος ο κυπριακός λαός υπέφερε σε μεγάλο βαθμό και δεν ήταν σε θέση ν' αντέξει για πολύ ακόμη κάτω από τις συνθήκες του ένοπλου αγώνα, αλλά και για να αποτρέψει την εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν, έκανε ξαφνικά στις 16.9.1958 δήλωση (στη Βρετανίδα βουλευτίνα του Εργατικού Κόμματος Μπάρμπαρα Κασλ) ότι αποδεχόταν λύση ανεξαρτησίας.

 

Ο δρόμος προς τη Ζυρίχη είχε ξαφνικά ανοίξει.