Ζυρίχης και Λονδίνου συμφωνίες

Το πλήρες κείμενο των συμφωνιών

Image

Το πλήρες κείμενο των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου είναι τόσο σημαντικό αφού σε αυτό βασίστηκε η ίδρυση του ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους:

 

ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΖΥΡΙΧΗΣ – ΛΟΝΔΙΝΟΥ

ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

1. Τό Κράτος τῆς Κύπρου εἶναι Δημοκρατία μέ προεδρικόν σύστημα, τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος εἶναι Ἓλλην καί ὁ Ἀντιπρόεδρος εἶναι Τοῦρκος, ἀντιστοίχως ἐκλεγόμενοι ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Τουρκικῆς κοινότητος διά καθολικῆς ψηφοφορίας.

 

2. Αἱ ἐπίσημοι γλῶσσαι τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Ἑλληνική καί ἡ Τουρκική. Αἱ νομοθετικαί καί διοικητικαί πράξεις καί τά ἒγγραφα δέον νά συντάσσωνται καί νά δημοσιεύωνται εἰς ἀμφοτέρας τάς ἐπισήμους γλώσσας.

 

3. Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου θά ἒχῃ ἰδίαν σημαίαν, οὐδετέρου χρώματος καί σχεδίου, ἐκλεγησομένων ἀπό κοινοῦ ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας.

 

Αἱ ἀρχαί καί αἱ Κοινότητες θά δύνανται κατά τάς ἑορτασίμους ἡμέρας νά ὑψώνουν τήν Ἑλληνικήν καί τήν Τουρκικήν σημαίαν ὁμοῦ μετά τῆς σημαίας τῆς Κύπρου.

 

Ἡ Ἑλληνική καί ή Τουρκική κοινότης θά δικαιοῦνται νά ἑορτάζουν τάς ἑλληνικάς καί τουρκικάς ἐθνικάς ἑορτάς.

 

4. Ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά ἐκλέγωνται διά περίοδον πέντε ἐτῶν.

 

Ἐν περιπτώσει ἀπουσίας, κωλύματος ἢ χηρείας τῶν θέσεων αὐτῶν ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά ἀντικαθίστανται ἀντιστοίχως ἀπό τόν Πρόεδρον καί τόν Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς.

 

Ἐν περιπτώσει χηρείας τῶν ἀντιστοίχων θέσεων θά λαμβάνῃ χώραν ἡ ἐκλογή νέων ἀξιωματούχων ἐντός τεσσαράκοντα πέντε τό πολύ ἡμερῶν.

 

Ἡ ἐγκατάστασις εἰς τά ἀξιώματα αὐτῶν τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου θά γίνεται ὑπό τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας οὗτοι θά ὁρκίζωνται πίστιν καί σεβασμόν πρός τό Σύνταγμα. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν ἡ Βουλή θά συνέρχεται ἐντός εἰκοσιτετραώρου ἀπό τῆς συγκροτήσεώς της.

 

5. Ἡ Ἐκτελεστική Ἐξουσία θά ἀσκῆται ὑπό τοῦ Προέδρου καί  τοῦ Ἀντιπροέδρου. Πρός τοῦτο  οὗτοι θά διαθέτουν Ὑπουργικόν Συμβούλιον ἀποτελούμενον ἐξ 7 Ἑλλήνων καί 3 Τούρκων Ὑπουργῶν. Οἱ Ὑπουργοί θά ὑποδεικνύωνται ἀντιστοίχως ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου, οἳτινες θά τούς διορίζουν διά πράξεως ὑπογραφομένης ἀπό κοινοῦ.

 

Οἱ Ὑπουργοί θά δύνανται νά ἐκλέγωνται ἐκτός τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων.

 

Αἱ ἀποφάσεις τοῦ  Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θά λαμβάνονται κατ' ἀπόλυτον πλειοψηφίαν.

 

Αἱ οὕτω λαμβανόμενοι ἀποφάσεις θά πρέπει νά δημοσιεύωνται πάραυτα ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου διά καταχωρήσεως εἰς τήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.

 

Ἐν τούτοις, ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά ἒχουν δικαίωμα ὁριστικῆς ἀρνησικυρίας καί δικαίωμα παραπομπής ἐπί τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπό τούς αὐτούς  ὃρους τούς ἰσχύοντας διά τούς νόμους καί τάς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων.

 

6. Ἡ Νομοθετική Ἐξουσία θά ἀσκῆται ὑπό Βουλῆς Ἀντιπροσώπων ἐκλεγομένων διά περίοδον 5 ἐτῶν διά καθολικῆς ψηφοφορίας, ὑπό ἑκάστης Κοινότητος κεχωρισμένως, κατ' ἀναλογίαν 70% διά τήν Ἑλληνικήν καί 30% διά τήν Τουρκικήν κοινότητα, ἀναλογίαν ὁριζομένην ἀνεξαρτήτως στατιστικῶν δεδομένων. (Σημ. Ὁ ἀριθμός τῶν Ἀντιπροσώπων θά ὁρισθῇ διά κοινῆς συμφωνίας ὑπό τῶν κοινοτήτων).

 

Ἡ Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων εἶναι ἁρμοδία δι’ ὃλα τά ζητήματα πλήν ἐκείνων ἃτινα ρητῶς ἐπιφυλάσσονται διά τάς Κοινοτικάς Βουλάς. Ἐν περιπτώσει συγκρούσεως αρμοδιότητος, τήν διαφοράν θά ἐπιλύῃ τό Ἀνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ὃπερ θά ἀποτελῆται ἀπό ἓνα Ἓλληνα, ἓνα Τοῦρκον καί ἓνα οὐδέτερον, διοριζομένους ἀπό κοινοῦ ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου. Τοῦ Δικαστηρίου θά προεδρεύη ὁ οὐδέτερος.

 

7. Οἱ νόμοι καί αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων θά υἱοθετῶνται δι' ἁπλῆς πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Θά δημοσιεύωνται ἐντός 15 ἡμερῶν ἐκτός ἐάν ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Ἀντιπρόεδρος τά ἐπαναφέρουν πρός νέαν ἐξέτασιν συμφώνως πρός τό σημεῖον 9.

 

Αἱ Συνταγματικαί διατάξεις, πλήν τῶν βασικῶν ἂρθρων, θά δύνανται νά τροποποιοῦνται ὑπό πλειοψηφίας ἀποτελουμένης ἀπό τά δύο τρίτα τῶν Ἑλληνικῶν μελῶν καί τά δύο τρίτα τῶν Τουρκικῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων.

 

Π  ᾶσα τροποποίησις τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ὡς καί πᾶσα ἐπιψήφισις Νόμου σχετικοῦ πρός τούς Δήμους καί Νόμου καθιεροῦντος φόρους ἢ τέλη, ἀπαιτεῖ ἁπλῆν πλειοψηφίαν τῶν Ἑλληνικῶν καί Τουρκικῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων ἃτινα μετέχουν τῆς ψηφοφορίας, τῶν μέν καί τῶν δέ κεχωρισμένως.

 

Καθ' ὃσον ἀφορᾶ τήν ἒγκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά δύνανται νά κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐπαναφορᾶς εἰς τήν Βουλήν τῶν Ἀντιπροσώπων ἐάν, κατά τήν κρίσιν των, λαμβάνῃ χώραν διάκρισις. Ἐάν ἡ Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων ἐπιμείνῃ ἐπί τῶν ἀποφάσεών της, ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά δύνανται νά προσφύγουν εἰς τό Ἀνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον.

 

8. Ὁ Πρόεδρος καί ό Ἀντιπρόεδρος θά ἒχουν κεχωρισμένως καί ἀπό κοινοῦ τό δικαίωμα τῆς ὁριστικῆς ἀρνησικυρίας ἐπί παντός νόμου ἢ ἀποφάσεως ἀναφερομένης εἰς τάς ἐξωτερικάς ὑποθέσεις, πλήν τῆς συμμετοχῆς τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου εἰς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς καί Σύμφωνα Συμμαχίας, εἰς τά ὁποῖα συμμετέχουν τόσον ἡ Ἑλλάς ὃσον καί ἡ Τουρκία, ὡς καί ἐπί τῆς ἀμύνης καί τῆς ἀσφαλείας ὡς αὗται καθορίζονται εἰς τό παράρτημα 1.

 

9. Ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Δημοκρατίας θά ἒχουν κεχωρισμένως καί ἀπό κοινοῦ τό δικαίωμα τῆς παραπομπῆς ἐπί ὃλων τῶν Νόμων καί ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι θά δύνανται νά παραπεμφθοῦν εἰς τήν Βουλήν τῶν Ἀντιπροσώπων ἐντός προθεσμίας, κατ' ἀνώτατον ὃριον, 15 ἡμερῶν πρός ἐπανεξέτασιν.

 

Ἡ Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων ὀφείλει νά ἀποφανθῇ ἐντός προθεσμίας 15 ἡμερῶν ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τῆς παραπομπῆς. Ἐάν ἡ Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων ἐμμείνει εἰς τάς ἀποφάσεις της ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος ὀφείλουν νά δημοσιεύουν τόν ἐν λόγῳ Νόμον ἢ ἀπόφασιν ἐντός τῶν καθοριζομένων διά τήν δημοσίευσιν τῶν νόμων καί ἀποφάσεων προθεσμιῶν.

 

Οἱ νόμοι καί αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὑπό τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Ἀντιπροέδρου ὡς μεροληπτικοί δι' ἑκατέραν τῶν δύο κοινοτήτων, θά ὑποβάλλωνται εἰς τό Ἀνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον τό ὁποῖον θά δύναται νἀ ἀκυροῖ, ἐπικυροῖ ἢ παραπέμπει τόν Νόμον ἢ τήν ἀπόφασιν ταύτην εἰς τήν Βουλήν τῶν Ἀντιπροσώπων πρός ἐπανεξέτασιν ἐν ὃλῳ ἢ ἐν μέρει. Ὁ νόμος ἢ ἡ ἀπόφασις αὓτη δέν θά εἶναι ἐφαρμόσιμος πρίν ἢ ἀποφασίσουν τό Ἀνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ἢ ἡ Βουλή τῶν Ἀντιπροσώπων εἰς περίπτωσιν παραπομπῆς.

 

10. Ἑκάστη κοινότης θά ἒχῃ τήν Κοινοτικήν αὐτῆς Βουλήν, ἀποτελουμένην ἐξ ἀριθμοῦ Ἀντιπροσώπων ὁ ὁποῖος θά ὁρισθῇ ὑπό τῆς ἰδίας.

 

Αἱ Κοινοτικαί Βουλαί θά κέκτηνται τό δικαίωμα νά ἐπιβάλλουν εἰσφοράς καί προσωπικά τέλη εἰς τά μέλη τῆς κοινότητός των ἳνα ἀντεπεξέλθουν εἰς τάς ἀνάγκας τῶν ἒργων καί ἱδρυμάτων, ὧν ὁ ἒλεγχος ταῖς ἀνήκει.

 

Αἱ Κοινοτικαί Βουλαί θά εἶναι ἁρμόδιαι ἐφ’ ὃλων τῶν θρησκευτικῶν, ἐκπαιδευτικῶν, πολιτιστικῶν καί διδασκαλικῶν ζητημάτων, ὡς καί ζητημάτων προσωπικῆς νομικῆς θέσεως. Θά εἶναι ὡσαύτως ἁρμόδιαι ἐφ’ ὃλων τῶν ζητημάτων ὃπου τά συμφέροντα καί ἱδρύματα εἶναι φύσεως καθαρῶς κοινοτικῆς, ὡς τά ἱδρύματα, καθιδρύματα καί ἑνώσεις ἀγαθοεργοί καί ἀθλητικοί, συνεταιρισμοί παραγωγῆς καί καταναλώσεως ἢ πιστωτικά ἱδρύματα συσταθέντα πρός τόν σκοπόν νά προαγάγουν τήν εὐημερίαν ἑκατέρας τῶν κοινοτήτων. (Σημ. Ἐννοεῖται βεβαίως ὃτι αἱ διατάξεις αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τήν παροῦσαν παράγραφον δέν θά δύνανται νά ἑρμηνευθοῦν κατά τρόπον ἐμποδίζοντα τήν δημιουργίαν ἱδρυμάτων μικτῶν ἢ κοινοτικῶν ὃπου οἱ κάτοικοι θά τό ἐπεθύμουν).

 

Οἱ συνεταιρισμοί οὗτοι παραγωγῆς καί καταναλώσεως ἢ τά πιστωτικά ἱδρύματα, οἳτινες θά διέπωνται ὑπό τῶν νόμων τῆς Δημοκρατίας, θά ὑπάγωνται, καθ' ὃσον ἀφορᾶ τόν ἒλεγχον αὐτῶν, εἰς τάς Κοινοτικάς Βουλάς.

 

Αἱ Κοινοτικαί Βουλαί θά εἶναι ἐπίσης ἁρμόδιαι νά προαγάγουν τούς σκοπούς τούς ἐπιδιωκομένους ὑπό Δημαρχιῶν ἀποτελουμένων ἐκ μιᾶς μόνης Κοινότητος. Αἱ Δημαρχίαι αὗται, αἳτινες θά ὑπάγωνται εἰς τούς Νόμους τῆς Δημοκρατίας, θά ἐπιβλέπωνται ὃσον ἀφορᾶ τήν λειτουργίαν των ὑπό τῶν Κοινοτικῶν Βουλῶν.

 

Εἰς ἣν περίπτωσιν ἡ κεντρική διοίκησις εἶναι ὑπόχρεως νά άναλάβῃ τόν ἒλεγχον τῶν ἱδρυμάτων, καθιδρυμάτων ἢ δημαρχιῶν, μνημονευομένας εἰς τάς δύο προηγουμένας παραγράφους, συμφώνως πρός τήν ἐν ἰσχύι νομοθεσίαν, ὁ ἒλεγχος οὗτος δέον νά διενεργῆται διά λειτουργῶν ἀνηκόντων εἰς τήν Κοινότητα εἰς ἣν ἀνήκει τό ἐν λόγῳ ἳδρυμα, καθίδρυμα ἢ ἡ Δημαρχία.

 

11. Ἡ Διοίκησις θά ἀποτελῆται κατά ποσοστόν 70% ἐξ Ἑλλήνων καί 30% ἐκ Τούρκων.

 

Ἐννοεῖται βεβαίως ὃτι ἡ ποσοτική αὓτη ἀναλογία θά τυγχάνῃ ἐφαρμογῆς, ἐφ' ὃσον τοῦτο θά εἶναι πρακτικῶς δυνατόν εἰς ὃλους τούς βαθμούς τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας.

 

Εἰς τάς περιοχάς ἢ πόλεις ἀποτελουμένας ἐκ μιᾶς ἐκ τῶν κοινοτήτων κατά πλειοψηφίαν πλησιάζουσαν τά 100%, τά ὂργανα τῶν τοπικῶν διοικήσεων, ἐξαρτώμενα ἐκ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, θά ἀποτελοῦνται ἐκ λειτουργῶν ἀνηκόντων εἰς τήν κοινότητα αὐτήν μόνον.

 

12. Οἱ ἀναπληρωταί τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς Δημοκρατίας, τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ Θησαυροφύλακος καί τοῦ διοικητού τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης δέν θά δύνανται νά ἀνήκουν εἰς τήν ἰδίαν προς τους προϊσταμένους αὐτῶν κοινότητα. Οἱ ἀξιωματοῦχοι τῶν θέσεων αὐτῶν θά διορίζωνται, κατόπιν κοινῆς συμφωνίας, ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας.

 

13. Οἱ Ἀρχηγοί καί Ὑπαρχηγοί τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, τῶν Δυνάμεων Χωροφυλακῆς καί τῆς Ἀστυνομίας θά διορίζωνται κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας.

 

Ὁ εἷς τῶν Ἀρχηγῶν αὐτῶν θά εἶναι Τοῦρκος καί ἐκεῖ ὃπου ὁ Ἀρχηγός θά ἀνήκῃ εἰς τήν μίαν ἐκ τῶν κοινοτήτων, ὁ Ὑπαρχηγός δέον νά ἀνήκῃ εἰς τήν ἑτέραν.

 

14. Ἡ ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία δέν θά δύναται νά καθιερωθῇ εἰμή κατόπιν συμφωνίας τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας.

 

Ἡ Κύπρος θά ἒχῃ στρατόν 2.000 ἀνδρῶν ἐξ ὧν τά 60% θά εἶναι Ἓλληνες καί τά 40% Τοῦρκοι.

 

Αἱ δυνάμεις ἀσφαλείας (χωροφυλακή καί ἀστυνομία) θά ἒχουν δύναμιν 2.000 ἀνδρῶν ἣτις θά δύναται νά ἐλαττωθῇ ἢ νά αὐξηθῇ κατόπιν κοινῆς συμφωνίας τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου. Αἱ δυνάμεις ἀσφαλείας θά ἀποτελοῦνται κατά 70% ἐξ Ἑλλήνων καί κατά 30% ἐκ Τούρκων. Ἐν τούτοις, διά μίαν ἀρχικήν περίοδον ἡ ἀναλογία θά ἠ δύνατο νά ὑψωθῇ εἰς ἓν μάξιμουμ 40% διά τούς Τούρκους (καί κατά συνέπειαν νά ἐλαττωθῇ εις 60% διά τούς Ἓλληνας) ἳνα μή ἀπολυθοῦν οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον εἰς τό σῶμα τῆς Ἀστυνομίας, πλήν τῆς ἐπικουρικῆς Ἀστυνομίας.

 

15. Αἱ δυνάμεις αἱ σταθμεύουσαι εἰς περιοχάς τοῦ ἐδάφους τῆς Δημοκρατίας κατοικουμένας κατά ποσοστόν προσεγγίζον τό 100% ἀπό μέλη μιᾶς μόνης κοινότητος δέον νά ἀνήκουν εἰς τήν κοινότητα αὐτήν.

 

16. Ἓν Ἀνώτατον Δικαστήριον θά ἱδρυθῇ, τό ὁποῖον θά ἀποτελῆται ἐκ δύο Ἑλλήνων, ἑνός Τούρκου καί ἑνός οὐδετέρου ὁριζομένου ἀπό κοινοῦ ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας.

 

Τό Δικαστήριον θά προεδρεύεται ὑπό τοῦ οὐδετέρου Δικαστοῦ ὃστις θά κέκτηται δύο ψήφους.

 

Τό Δικαστήριον τοῦτο ἀποτελεῖ τό Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος (Διορισμοί, προαγωγαί τῶν Δικαστῶν κλπ.).

 

17. Αἱ διαφοραί ἀστικῆς φύσεως, εἰς ἣν περίπτωσιν ὁ ἐνάγων καί ὁ ἐναγόμενος ἀνήκουν εἰς τήν αὐτήν κοινότητα, θά δικάζωνται ὑπό Δικαστηρίου ἀποτελουμένου ἐκ Δικαστῶν ἀνηκόντων εἰς τήν κοινότητα ταύτην. Ἐάν ὁ ἐνάγων καί ὁ ἐναγόμενος ἀνήκουν εἰς διαφόρους κοινότητας ἡ σύνθεσις τοῦ Δικαστηρίου θά εἶναι μικτή καί θά καθορίζεται ὑπό τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.

 

Τά Δικαστήρια τά ἐπιλαμβανόμενα διαφορῶν ἀστικῆς φύσεως σχετικῶν πρός τήν προσωπικήν θέσιν καί τά θρησκευτικά ζητήματα, τά ἐπιφυλαχθέντα εἰς τήν ἁρμοδιότητα τῶν Κοινοτικῶν Βουλῶν συμφώνως πρός τό σημεῖον 10, θά ἀπαρτίζωνται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ Δικαστῶν ἀνηκόντων εἰς τήν ἀντίστοιχον κοινότητα. Ἡ σύνθεσις καί οἱ βαθμοί τῶν Δικαστηρίων αὐτῶν θά καθορισθοῦν συμφώνως πρός τόν Νόμον τόν τεθέντα ὑπό τῆς Κοινοτικῆς Βουλῆς καί θά ἐφαρμόζουν τόν Νόμον τόν τεθέντα ὑπό τῆς Κοινοτικῆς Βουλῆς.

 

Ὃσον ἀφορᾶ τάς ποινικάς ὑποθέσεις τό δικαστήριον θά ἀποτελῆται ἐκ Δικαστῶν ἀνηκόντων εἰς τήν ἰδίαν πρός τόν κατηγορούμενον κοινότητα. Ἐάν τό παθόν μέρος ἀνήκει εἰς ἂλλην κοινότητα ἡ σύνθεσις τοῦ Δικαστηρίου θά εἶναι μικτή καί θά καθορίζεται ὑπό τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.

 

18. Ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κέκτηνται κεχωρισμένως τό δικαίωμα νά δίδουν χάριν εἰς τούς καταδικασθέντας εἰς θάνατον τούς ἀνήκοντας εἰς τάς ἀντιστοίχους αὐτῶν κοινότητας. Εἰς ἣν περίπτωσιν οἱ ἐγκληματίαι καί οἱ παθόντες ἀνήκουν εἰς διαφόρους κοινότητας, τό δικαίωμα της χάριτος δέον νά ἐνασκῆται κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου. Εἰς περίπτωσιν διαφωνίας ἡ κεφαλική ποινή θά μετατρέπεται εἰς ἰσόβιον κάθειρξιν.

 

19. Εἰς περίπτωσιν μεταρρυθμίσεως, αἱ γαῖαι δέν θά δύνανται νά διανέμωνται εἰμή εἰς πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τήν ἰδίαν κοινότητα πρός τόν ἰδιοκτήτην καθ' οὗ ἢ ἀπαλλοτρίωσις.

 

Καθ' ὃσον ἀφορᾶ τάς ἀπαλλοτριώσεις τάς διενεργουμένας ὑπό τοῦ Κράτους ὡς ἐπίσης καί ὑπό τῶν Δημαρχιῶν, αὗται δέν θά δύνανται νά διενεργοῦνται εἰμή ἒναντι δικαίας ἀποζημιώσεως ὁριζομένης, εἰς περίπτωσιν ἀμφισβητήσεως, ὑπό τῶν Δικαστηρίων. Ἡ προσφυγή εἰς τά Δικαστήρια θά ἒχει ἀνασταλτικήν ἰσχύν.

 

Τά απαλλοτριωθέντα ἀγαθά δέν θά δύνανται νά χρησιμοποιηθοῦν εἰμή διά τόν σκοπόν δι' ὃν ἐγένετο ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Εἰς τήν ἀντίθετον περίπτωσιν τά ἀγαθά θά ἀποδίδωνται εἰς τούς ἰδιοκτῆτας αὐτῶν.

 

20. Χωριστά Δημαρχεῖα θά δημιουργηθοῦν εἰς τάς πέντε μεγαλυτέρας πόλεις τῆς Κύπρου ὑπό τῶν Τούρκων κατοίκων τῶν πόλεων αὐτῶν. Ἐν τούτοις (α) εἰς ἑκάστην τῶν πόλεων τούτων ἓν ὂργανον συντονισμοῦ θά δημιουργηθῇ, τό ὁποῖον θά μεριμνᾶ διά τάς ἐργασίας αἳτινες δέον νά ἐνεργοῦνται ἀπό κοινοῦ καί θά ἀσχολῆται μέ τάς ὑποθέσεις αἳτινες χρειάζονται σχετικήν συνεργασίαν. Τά ὂργανα ταῦτα θά ἀπαρτίζωνται ἐκ δύο μελῶν ἐκλεγομένων ὑπό τῶν Ἑληνικῶν Δημαρχείων, δύο μελῶν ἐκλεγομένων ὑπό τῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων, καί ἑνός Προέδρου ἐκλεγομένου κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ὑπό τῶν δύο Δημαρχείων, (β) ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος θά ἐξετάσουν ἐντός τεσσάρων ἐτῶν ἐάν ὁ χωρισμός οὗτος τῶν Δημαρχείων εἰς τάς πέντε μεγαλυτέρας πόλεις θά πρέπει νά συνεχισθῇ ἢ ὂχι.

 

Ἀναφορικῶς πρός ἂλλας τοποθεσίας εἰδικαί διευθετήσεις θά γίνουν διά τήν ἐγκαθίδρυσιν δημοτικῶν σωμάτων συμφώνως, κατά τό δυνατόν, τοῦ κανόνος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως διά τάς δύο κοινότητας.

 

21. Μία συνθήκη ἐγγυωμένη τήν ἀνεξαρτησίαν, τήν ἐδαφικήν ἀκεραιότητα καί τό Σύνταγμα τοῦ νέου Κράτους της Κύπρου θά συναφθῇ μεταξύ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί τῆς Τουρκίας. Μία στρατιωτική συμμαχία θά συναφθῇ ἐπίσης μεταξύ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας.

 

Αἱ δύο πράξεις αὗται θά ἒχουν συνταγματικήν ἰσχύν. ( Ἡ τελευταία αὓτη παράγραφος θά περιληφθῇ ἐντός τοῦ Συντάγματος ὡς θεμελιῶδες ἂρθρον).

 

22. Θά ἀναγνωρισθῇ ὃτι ἡ ὁλοκληρωτική ἢ μερική ἓνωσις τῆς Κύπρου μεθ' οἱουδήποτε Κράτους ἢ ἡ ξεχωριστή ἀνεξαρτησία θά ἀποκλεισθοῦν.

 

23. Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου θά παραχωρήσῃ τήν ρήτραν τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους εἰς τήν Μ. Βρεττανίαν, τήν Ἑλλάδα καί τήν Τουρκίαν δι’ὃλας τάς συμφωνίας, οἱασδήποτε φύσεως.

 

Ἡ διάταξις αὓτη δέν περιλαμβάνει τά σύμφωνα μεταξύ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου καί τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τά ἀφορῶντα τάς βάσεις καί στρατιωτικάς εὐκολίας τάς παραχωρουμένας εἰς τό Ἡνωμένον Βασίλειον.

 

24. Ἡ Ἑλληνική καί ἡ Τουρκική Κυβέρνησις θά ἒχουν τό δικαίωμα νά ἐπιχορηγοῦν τά ἐκπαιδευτικά, πνευματικά, ἀθλητικά καί φιλανθρωπικά ἱδρύματα τά ἀνήκοντα εἰς τάς ἀντιστοίχους κοινότητας.

 

Ὁμοίως, εἰς ἣν περίπτωσιν μία ἐκ τῶν κοινοτήτων κρίνει ὃτι δέν διαθέτει τόν ἀναγκαῖον ἀριθμόν διδασκάλων, καθηγητῶν ἢ κληρικῶν διά τήν λειτουργίαν τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν, ἡ Ἑλληνική καί ἡ Τουρκική Κυβέρνησις θά δύνανται νά ταῖς παρέχουν τά ἀπολύτως ἀναγκαῖα μέσα διά νά ἀντιμετωπίσουν τάς ἀνάγκας των.

 

25. Ἓν ἐκ τῶν ἀκολούθων Ὑπουργείων εἲτε τό Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικών, εἲτε   τό Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, εἲτε τό Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν θά ἀνατεθῇ εἰς Τοῦρκον. Ἐάν ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος συμφωνήσουν θά δύνανται νά ὑποκαταστήσουν εἰς τό σύστημα τοῦτο ἓν σύστημα ἐναλλαγῆς.

 

26. Τό νέον Κράτος τό ὁποῖον θά γεννηθῇ διά τῆς ὑπογραφῆς τῶν Συνθηκῶν θά πρέπει νά συγκροτηθῇ τό ταχύτερον δυνατόν καί ἐντός προθεσμίας μή ὑπερβαινούσης τούς τρεῖς μήνας μετά τήν ὑπογραφήν τῶν Συνθηκῶν τούτων.

 

27. Ἃπαντα τά ἀνωτέρω μνημονευόμενα σημεῖα θά θεωρηθοῦν ὡς θεμελιώδη ἂρθρα τοῦ Συντάγματος τῆς Κύπρου.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Ζητήματα ἀμύνης ὑποκείμενα εἰς ἀρνησικυρίαν, συμφώνως πρός τό σημεῖον 9 τῆς βασικῆς διαρθρώσεως εἶναι τά ἀκόλουθα ζητήματα:

 

(α) Σύνθεσις καί δύναμις τῶν ἐνόπλων δυνάμεων καί αἱ ἀφορῶσαι αὐτάς πιστώσεις.

(β) Διορισμός καί προαγωγή τῶν στελεχῶν.

(γ) Εἰσαγωγή ὑλικοῦ πολέμου ὡς καί ὃλων τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν.

(δ) Παραχώρησις βάσεων καί ἂλλων εὐκολιῶν εἰς σύμμαχα κράτη.

 

Τά ὑποκείμενα εἰς ἀρνησικυρίαν ζητήματα ἀσφαλείας εἶναι τά ἀκόλουθα:

(α) Διορισμός καί προαγωγή τῶν στελεχῶν,

(β) Κατανομή καί στάθμευσις τῶν δυνάμεων,

(γ) Ἒκτακτα μέτρα καί στρατιωτικός Νόμος,

(δ) Ἀστυνομικός Νόμος.

 

(Καθορίζεται ὃτι ἐμπίπτει εἰς τό δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας κάθε μέτρον ἢ ἀπόφασις φύσεως ἐξαιρετικῆς ἀλλ’ ὂχι ἐκεῖναι αἳτινες ἀφοροῦν τήν κανονικήν λειτουργίαν τῆς ἀστυνομίας καί τῆς χωροφυλακῆς).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 21, υπογράφτηκαν δυο ακόμη κείμενα: Μια Συνθήκη Εγγυήσεως, με την οποία οι τρεις ενδιαφερόμενες χώρες, η Ελλάδα, η Τουρκία και η Αγγλία, ανελάμβαναν την υποχρέωση να γίνουν εγγυητές του Συντάγματος του νέου Κράτους, και μια Στρατιωτική Συμμαχία μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδος και της Τουρκίας. Τα δυο αυτά έγγραφα είναι:

 

ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ

Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου ἀφ’ ἑνός, ἡ Ἑλλάς, τό Ἡνωμένον Βασίλειον καί ἡ Τουρκία ἀφ’ ἑτέρου:

Ι. Θεωροῦσαι ὃτι ἡ ἀναγνώρισις καί ἡ διατήρησις τῆς ἀνεξαρτησίας, τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος καί τῆς ἀσφαλείας τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, αἳτινες καθιεροῦνται καί διέπονται ὑπό τῶν θεμελιωδῶν ἂρθρων τοῦ Συντάγματός της, εἶναι πρός τό κοινόν αὐτῶν συμφέρον.

 

II. Ἐπιθυμοῦσαι ὃπως συνεργασθοῦν διά νά ἐξασφαλίσουν τόν σεβασμόν πρός τήν κατάστασιν πραγμάτων τήν δημιουργηθεῖσαν διά τοῦ ρηθέντος Συντάγματος, συνεφώνησαν ἐπί τῶν κάτωθι:

 

ΑΡΘΡΟΝ 1

Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου ἀναλαμβάνει τήν ὑποχρέωσιν ὃπως ἐξασφαλίσῃ τήν διατήρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας της, τῆς ἐδαφικῆς της ἀκεραιότητος καί τῆς ἀσφαλείας της ὡς καί τόν σεβασμόν τοῦ Συντάγματός της.

 

Ἀναλαμβάνει τήν ὑποχρέωσιν ὃπως μή συμμετάσχῃ καθ' ὁλοκληρίαν ἢ ἐν μέρει εἰς οὐδεμίαν πολιτικήν ἢ οἰκονομικήν ἓνωσιν μετά οἱουδήποτε Κράτους. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ δηλοῖ ὃτι εἶναι ἀπηγορευμένη πᾶσα δραστηριότης δυναμένη νά εὐνοήσῃ ἀμέοως ἢ ἐμμέσως τόσον τήν ἓνωσιν ὃσον καί τήν διχοτόμησιν τῆς Νήσου.

 

ΑΡΘΡΟΝ 2

Ἡ Ἑλλάς, τό Ἡνωμένον Βασίλειον καί ἡ Τουρκία, λαμβάνουσαι ὑπό σημείωσιν τάς ὑποχρεώσεις τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου τάς καθιερουμένας ὑπό τοῦ ἂρθρου 1, ἀναγνωρίζουν καί ἐγγυῶνται τήν ἀνεξαρτησίαν, τήν ἐδαφικήν ἀκεραιότητα καί τήν ἀσφάλειαν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου ὡς καί τήν κατάστασιν πραγμάτων τήν καθιερωθεῖσαν ὑπό τῶν θεμελιωδῶν ἂρθρων τοῦ Συντάγματός της.

 

Ἀναλαμβάνουν ἐπίσης τήν ὑποχρέωσιν ὃπως ἀπαγορεύσουν, καθόσον ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν, πᾶσαν δραστηριότητα ἒχουσαν ὡς σκοπόν νά εὐνοήσῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τόσον τήν ἓνωσιν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου μέ πᾶν ἂλλο Κράτος ὃσον καί τήν διχοτόμησιν τῆς Νήσου.

 

ΑΡΘΡΟΝ 3

Ἐν περιπτώσει παραβιάσεως τῶν διατάξεων τῆς παρούσης Συνθήκης, ἡ Ἑλλάς, τό Ἡνωμένον Βασίλειον καί ἡ Τουρκία ὑπόσχονται ὃπως συμπράξουν ἐπί τῶν διαβημάτων ἢ τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων πρός ἐξασφάλισιν τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἐν λόγῳ διατάξεων.

 

Ἐν ᾧ μέτρῳ μία κοινή ἢ συμπεφωνημένη δρᾶσις δέν θά καθίστατο δυνατή, ἑκάστη τῶν τριῶν ἐγγυωμένων δυνάμεων ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτήν τό δικαίωμα ὃπως ἐνεργήσῃ πρός τόν ἀποκλειστικόν σκοπόν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως τῶν πραγμάτων τῆς καθιερουμένης διά τῆς παρούσης συνθήκης.

 

ΑΡΘΡΟΝ 4

Ἡ παροῦσα συνθήκη θά τεθῇ ἐν ἰσχύι ἀπό τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς της.

Τά Ὑψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη ἐπιφυλάσσονται ὃπως προβοῦν τό συντομώτερον δυνατόν, εἰς τήν καταχώρησίν της παρά τῇ Γραμματείᾳ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν συμφώνως πρός τάς διατάξεις τοῦ ἂρθρου 102 τοῦ Χάρτου.

 

ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ

1. Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου, ἡ Ἑλλάς καί ἡ Τουρκία θά συνεργάζωνται διά τήν κοινήν αὐτῶν ἂμυναν καί ἀναλαμβάνουν τήν ὑποχρέωσιν, διά τῆς παρούσης Συνθήκης, να συνεννοοῦνται ἐπί τῶν προβλημάτων ἃτινα θέτει ἡ ἐν λόγῳ ἂμυνα.

 

2. Τά Ὑψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη ὑποχρεοῦνται ὃπως ἀποκρούσουν πᾶσαν ἐπίθεσιν, ἂμεσον ἢ ἒμμεσον στρεφομένην κατά τῆς ἀνεξαρτησίας καί τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

 

3. Ὡς ἐκδήλωσις τῆς Συμμαχίας ταύτης, καί πρός ἐπίτευξιν τοῦ προαναφερθέντος σκοποῦ, θέλει ἱδρυθῇ Τριμερές Στρατηγεῖον ἐπί τοῦ ἐδάφους τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

 

4. Ἡ Ἑλλάς θά συμμετάσχῃ εἰς το ἐν τῷ προηγουμένῳ ἂρθρῳ ἀναφερθέν Στρατηγεῖον διά δυνάμεως 950 ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καί στρατιωτῶν καί ἡ Τουρκία διά δυνάμεως 650 ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καί στρατιωτῶν. Ὁ Πρόεδρος καί ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου θά δύνανται διά κοινῆς συμφωνίας νά ζητοῦν ἀπό τήν Ἑλληνικήν καί Τουρκικήν Κυβέρνησιν τήν αὔξησιν ἢ τήν ἐλάττωσιν τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Τουρκικῆς δυνάμεως.

 

5. Οἱ ἀνωτέρω Ἓλληνες καί Τοῦρκοι ἀξιωματικοί θά μεριμνήσουν διά τήν ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

 

6. Ἡ Ἀρχηγία τοῦ Τριμεροῦς Στρατηγείου θά ἀναλαμβάνεται ἐναλλάξ καί διά διάστημα ἑνός ἔτους ὑπό ἑνός Ἀνωτάτου Ἀξιωματικοῦ Κυπρίου, Ἓλληνος καί Τούρκου, ὃστις θά ὑποδεικνύεται ὑπό τῶν Κυβερνήσεων Ἑλλάδος καί Τουρκίας καί ὑπό τοῦ Προέδρου καί τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

 

ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καί τῆς Βορείου Ἰρλανδίας, ἐξετάσασα τά ἒγγραφα τά σχετικά πρός τήν δημιουργίαν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, συμπεριλαμβάνοντα τήν Βασικήν Διάρθρωσιν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, τήν Συνθήκην τῆς Ἐγγυήσεως καί τήν Συνθήκην Συμμαχίας ἃτινα συνετάγησαν καί ἐνεκρίθησαν ὑπό τῶν Ἀρχηγῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος καί Τουρκίας ἐν Ζυρίχῃ τήν 11 Φεβρουαρίου 1959 καί λαμβάνουσα ὑπ' ὂψιν τάς ἐν Λονδίνῳ ἀπό 11 μέχρι 16 Φεβρουαρίου 1959, διεξαχθείσας συνεννοήσεις μεταξύ τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, Τουρκίας καί Ἡνωμένου Βασιλείου, Δηλοῖ:

 

Α. Ὃτι, ὑπό τήν αἳρεσιν τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἰτημάτων αὐτῆς, ὡς ταῦτα ἐκτίθενται ἐν παραγράφῳ Β κατωτέρω, ἀποδέχεται τά ὑπό τῶν Ἀρχηγῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος καί Τουρκίας ἐγκριθέντα ἒγγραφα ὡς τήν συμπεφωνημένη βάσιν τοῦ τελικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ προβλήματος τῆς Κύπρου.

 

Β. Ὃτι τῇ ἐξαιρέσει δύο περιοχῶν εἰς

(α) Ἀκρωτήριον - Ἐπισκοπή - Παραμάλι καί

(β) Δεκέλεια - Πέργαμος - Ἃγιος Νικόλαος - Ξυλοφάγου, αἳτινες θέλουν παραμείνῃ ὑπό πλήρη Βρεττανικήν κυριαρχίαν, δέχεται νά μεταβίβασῃ τήν κυριαρχίαν ἐπί τῆς Νήσου τῆς Κύπρου εἰς τήν Δημοκρατίαν τῆς Κύπρου ὑπό τούς ἑξῆς ὃρους:

(1) Ὃτι θέλουν ἐξασφαλισθῇ εἰς τήν Κυβέρνησιν τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τά δικαιώματα ἐκεῖνα ἃτινα εἶναι ἀναγκαῖα προκειμένου νά καταστῇ δυνατόν νά χρησιμοποιηθούν ἀποτελεσματικῶς αἱ ὡς ἂνω περιοχαί ὡς στρατιωτικαί βάσεις, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ ἂλλων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ συνημμένῳ Παραρτήματι, καί ὃτι θέλουσι παρασχεθῇ ὑπό τῆς Ἑλλάδος, τῆς Τουρκίας καί τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου ἱκανοποιητικαί ἐγγυήσεις περί τῆς ἀκεραιότητος τῶν ὑπό τήν Βρεττανικήν κυριαρχίαν παραμενουσῶν περιοχῶν καί τῆς χρήσεως καί ἀσκήσεως ὑπό τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῶν ὡς ἂνω ἀναφερθέντων δικαιωμάτων.

(2) Ὃτι διά συμφωνίας θέλουν προβλεφθῇ:

Ι. Ἡ προστασία τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν διαφόρων κοινοτήτων ἐν Κύπρῳ.

II. Ἡ προστασία τῶν συμφερόντων τῶν μελῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐν Κύπρῳ.

III. Ὁ καθορισμός τῆς ἐθνικότητος τῶν προσώπων ἃτινα ἐμπίπτουν εἰς τόν διακανονισμόν.

IV. Ἡ ἀνάληψις ὑπό τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου τῶν ἐνδεικνυομένων ὑποχρεώσεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τῆς Κύπρου, συμπεριλαμβανομένου τοῦ διακανονισμοῦ ἀπαιτήσεων.

 

Γ.Ὃτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἐπικροτεῖ το σχέδιον Συνθήκης Συμμαχίας μεταξύ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Δημοκρατίας τῆς Τουρκίας, καί θέλει συνεργασθῇ μετά τῶν μερῶν τῆς συμφωνίας ταύτης διά τήν κοινήν ἂμυναν τῆς Κύπρου.

 

Δ. Ὃτι τό Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου θέλει τεθῇ ἐν ἰσχύι καί ἡ ἐπίσημος ὑπογραφή τῶν ἀναγκαίων ὀργάνων ὑπό τῶν ἐνδιαφερομένων χωρῶν θέλει λάβει χώραν κατά τήν συντομωτέραν πρακτικῶς δυνατήν ἡμερομηνίαν καί ὃτι κατά τήν ἡμερομηνίαν ταύτην ἡ κυριαρχία θέλει μεταβιβασθῇ εἰς τήν Δημοκρατίαν τῆς Κύπρου.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σχετικῶς πρός τάς περιοχάς αἳτινες πρόκειται νά παραμείνουν ὑπό Βρετανικήν κυριαρχίαν τά ἀκόλουθα δικαιώματα θά εἶναι ἀναγκαῖα:

 

(α) Ἡ συνέχισις τῆς χρησιμοποιήσεως, ἂνευ περιορισμοῦ καί ἀνενοχλήτως, τῶν ὑφισταμένων μικρῶν τοποθεσιῶν, τῶν περιεχουσῶν στρατιωτικάς καί ἂλλας ἐγκαταστάσεις καί ἡ ἂσκησις πλήρους ἐλέγχου ἐντός τῶν τοποθεσιῶν τούτων, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος φυλάξεως καί ὑπερασπίσεώς των ὡς καί τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς παραμονῆς παντός προσώπου μή ἐξουσιοδοτημένου ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου.

(β) Ἡ ἐλευθέρα χρησιμοποίησις ὁδῶν, λιμένων καί ἂλλων ἐγκαταστάσεων διά τήν κίνησιν προσωπικοῦ καί ὑλικοῦ πάσης φύσεως πρός τήν κατεύθυνσιν τῶν ὡς ἂνω περιοχῶν καί τοποθεσιῶν, ἀπό τούτων ἢ μεταξύ τούτων.

(γ) Ἡ συνέχισις τῆς χρήσεως καθωρισμένων λιμενικῶν ἐγκαταστάσεων ἐν Ἀμμοχώστῳ.

(δ) Ἡ χρησιμοποίησις δημοσίων ὑπηρεσιῶν (ὡς αἱ τοῦ ὓδατος, τηλεφώνων, τηλεγράφου, ἡλεκτρικῆς ἐνεργείας, κτλ.).

(ε) Ἡ ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν χρησιμοποίησις ὡρισμένων καθορισθησομένων περιοχῶν, πρός ἐκπαίδευσιν στρατιωτικῶν δυνάμεων.

(στ) Ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἀεροδρομίου ἐν Λευκωσίᾳ ὁμοῦ μετά τῶν τυχόν ἀναγκαιούντων κτιρίων καί ὑπηρεσιῶν ἐπί τοῦ ἀεροδρομίου ἢ συνδεομένων μετ' αὐτοῦ καθ' ὃν βαθμόν θεωρεῖται ἀναγκαῖον ὑπό τῶν Βρεττανικῶν ἀρχῶν διά τήν κίνησιν ἀεροσκαφῶν ἐν εἰρήνῃ καί ἐν πολέμῳ, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς ἀσκήσεως ἐπιχειρησιακοῦ ἐλέγχου ἐπί τῆς ἐναερίου κυκλοφορίας.

(ζ) Ἡ ἂνευ περιορισμῶν ὑπέρπτησις τοῦ ἐδάφους τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

(η) Ἡ ἂσκησις δικαστικῆς δικαιοδοσίας ἐπί τῶν Βρεττανικῶν δυνάμεων εἰς ἓκαστον παρεμφερῆ πρός τήν προβλεπομένην ὑπό τοῦ Ἂρθρου 7 τῆς σχετικῆς πρός τό καθεστώς τῶν Δυνάμεων τῶν Μερῶν τῆς Συνθήκης Βορείου Ἀτλαντικής Συμφωνίας ὃσον ἀφορᾶ ὡρισμένα ἀδικήματα διαπραττόμενα ἐπί τοῦ ἐδάφους τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου.

(θ) Ἡ ἐλευθέρα χρησιμοποίησις εἰς τάς περιοχάς καί τοποθεσίας ταύτας ἐργατῶν ἐξ ἂλλων περιοχῶν τῆς Κύπρου.

(ι) Ἡ κατόπιν συνεννοήσεως μετά τῆς Κυβερνήσεως τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου ἀπόκτησις τοῦ δικαιώματος χρησιμοποιήσεως οἱωνδήποτε προσθέτων μικρῶν τοποθεσιῶν καί προσθέτων δικαιωμάτων ἃτινα τό Ἡνωμένον Βασίλειον ἢθελε, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, θεωρήσει τεχνικῶς ἀναγκαῖα διά τήν ἀποτελεσματικήν χρησιμοποίησιν τῶν ἐν Κύπρῳ περιοχῶν καί ἐγκαταστάσεων τῶν βάσεων αὐτῶν.

 

ΕΓΓΥΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΝ ΚΥΠΡΩ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΩΝ ΒΑΣΕΩΝ

Τό Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἡ Δημοκρατία τῆς Τουρκίας καί ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου ἀναλαμβάνουν τήν ὑποχρέωσιν νά σεβασθοῦν τήν ἀκεραιότητα τῶν περιοχῶν αἳτινες θά παραμείνουν ὑπό τήν κυριαρχίαν τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἃμα τῇ δημιουργίᾳ τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, καί ἐγγυῶνται ὃπως τό Ἡνωμένον Βαοίλειον ποιῇ χρῆσιν καί ἀπολαύῃ τῶν δικαιωμάτων ἃτινα ἐξασφαλίζονται εἰς τό Ἡνωμένον Βασίλειον ὑπό τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, συμφώνως πρός τήν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου.

 

ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οἱ Ὑπουργοί τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας, λαμβάνοντες ὑπ' ὂψιν τήν γενομένην τήν 17ην Φεβρουαρίου 1959 ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου δήλωσιν, δέχονται τήν δήλωσιν ταύτην, ὁμοῦ μετά τοῦ κειμένου τοῦ ἐγκριθέντος ὑπό τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἑλληνικῆς καί Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ζυρίχῃ τήν 11ην Φεβρουαρίου, 1959, ὡς ἀποτελοῦσαν τήν συμπεφωνημένην βάσιν διά τήν τελικήν ρύθμισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος.

 

ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἀντιπροσωπεύων τήν Ἑλληνικήν Κυπριακήν κοινότητα, ἐξετάσας τά ἒγγραφα τά ἀναφερόμενα εἰς τήν δημιουργίαν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, ἃτινα συνετάγησαν καί ἐνεκρίθησαν ὑπό τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας ἐν Ζυρίχῃ τήν 11ην Φεβρουαρίου 1959, ὡς καί τάς δηλώσεις τάς γενομένας ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί ὑπό τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας τήν 17ην Φεβρουαρίου 1959, δηλοῖ ὃτι ἀποδέχεται τά κείμενα καί τάς δηλώσεις ὡς τήν συμπεφωνημένην βάσιν διά τήν τελικήν ρύθμισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος.

 

ΔΗΛΩΣΙΣ Δρος ΚΙΟΥΤΣΟΥΚ

Ὁ Δρ Κιουτσούκ ἀντίπροσωπεύων τήν Τουρκικήν Κυπριακήν κοινότητα, ἐξετάσας τά ἒγγραφα τά ἀναφερόμενα εἰς τήν δημιουργίαν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, ἃτινα συνετάγησαν καί ἐνεκρίθησαν ὑπό τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κυβερνήσεων της Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας ἐν Ζυρίχῃ τήν 11ην Φεβρουαρίου 1959, ὡς καί τάς δηλώσεις τάς γενομένας ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί ὑπό τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Τουρκίας τήν 17ην Φεβρουαρίου 1959, δηλοῖ ὃτι ἀποδέχεται τά κείμενα καί τάς δηλώσεις ὡς τήν συμπεφωνημένην βάσιν διά τήν τελικήν ρύθμισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος.

 

Γενικά: Έχει αποδειχθεί στην πράξη εκείνο που είχε πει στη Βουλή των Ελλήνων ο Ηλίας Τσιριμώκος στις 25.2.1959, δηλαδή λίγες μόνο μέρες μετά την υπογραφή των συμφωνιών:

 

...Αυτό το κράτος (=η υπό δημιουργίαν Κυπριακή Δημοκρατία) είναι μια πυριτιδαποθήκη και διά την Ελλάδα και διά την Τουρκία και διά την Μέσην Ανατολήν... Δεν εκλείσαμεν αλλά εδημιουργήσαμεν ένα κυπριακόν ζήτημα, του οποίου τας συνεπείας θα ίδωμεν εις το μέλλον, ίσως πολύ συντομώτερον από ό,τι φοβούμεθα...

 

Δυστυχώς τα πιο πάνω λόγια απεδείχθησαν προφητικά. Οι περίεργες συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ήταν φανερό πως παρείχαν πολλές ευκαιρίες σε οποιοδήποτε από τα αναμεμειγμένα μέρη, να δημιουργήσει εύκολα συνθήκες διαλυτικές. Ταυτόχρονα με την τελική αυτή διευθέτηση έκλεινε ουσιαστικά η οδός για πλήρη αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού ενώ η ανεξαρτησία που παρεχωρήθη ήταν στην πράξη αποπνικτική για την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία που ήταν εξ αρχής δεσμευμένη με συμμαχίες και εγγυήσεις και που θα εξακολουθούσε να «φιλοξενεί» στο έδαφός της μια τεράστια έκταση στρατιωτικών βάσεων που κάλυπταν 99 τετραγωνικά μίλια «κυρίαρχου» βρεττανικού εδάφους. Διάφορες άλλες πρόνοιες των συμφωνιών αποτελούσαν τροχοπέδη στην ομαλή λειτουργία του κράτους και δεκατρείς απ' αυτές, που ενσωματώθηκαν στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, προσπάθησε να τροποποιήσει ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος με τις γνωστές προτάσεις που υπέβαλε στο τέλος του 1963 (βλέπε λήμμα δεκατρία σημεία), που προκάλεσαν τη θυελλώδη αντίδραση της Τουρκίας.

 

Είναι επίσης γεγονός ότι ούτε οι Έλληνες Κύπριοι ούτε οι Τούρκοι Κύπριοι φάνηκαν διατεθειμένοι να εργαστούν ειλικρινά για την οικοδόμηση και εύρυθμη λειτουργία του νέου κράτους. Οι μεν Έλληνες Κύπριοι δεν ξέχασαν την ένωση με την Ελλάδα που δεν είχε επιτευχθεί, οι δε Τούρκοι Κύπριοι δεν αρκέστηκαν με τα υπερπρονόμια που είχαν κερδίσει, αλλά, υποκινούμενοι από την Άγκυρα, και με την υπερίσχυση της εξτρεμιστικής τους ομάδας, επεδίωξαν τη διάλυση του Κυπριακού κράτους με σκοπό την διχοτόμησή του.

 

Η Τουρκία ήταν η περισσότερο κερδισμένη από την διευθέτηση αυτή. Ενώ δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί της Κύπρου, τελικά απέκτησε τόσα δικαιώματα, ώστε κατόρθωσε το καλοκαίρι του 1974 να εισβάλει ανενόχλητη στην Κύπρο και να καταλάβει το μισό νησί. Το σπέρμα της διχοτόμησης που έσπειραν οι Βρετανοί ήδη από το 1956 και που έντεχνα ενσωματώθηκε στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, απέδωσε καρπούς που απεδείχθησαν ιδιαίτερα πικροί για τον λαό της Κύπρου στο σύνολό του.