Λογοτεχνία κυπριακή

Βυζαντινή κυπριακή λογοτεχνία (330-1191μ.χ.)

Η έντονη θρησκευτικότητα που κυριάρχησε μετά τον τελικό θρίαμβο του Χριστιανισμού και που τελικά διαμορφώθηκε σε δόγμα και επέβαλε μια νέα κοσμοθεωρία, ύστερα από πολλές και σκληρές θεολογικές και φιλοσοφικές διαμάχες που εκφράζονταν με πολλές αιρέσεις και συγκρούσεις, επηρέασε ολόκληρη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και βέβαια και την Κύπρο που αποτέλεσε μικρό τμήμα της. Η θεοκεντρική και εξ αποκαλύψεως αυτή κοσμοθεωρία δεν απέφυγε τις ακρότητες του θρησκευτικού φανατισμού. Οι πνευματικές αναζητήσεις είναι σχεδόν αποκλειστικά θρησκευτικές και οι επηρεασμοί βαθιοί για όλα τα είδη της τέχνης (αρχιτεκτονική, ζωγραφική κλπ.) και βέβαια το ίδιο βαθιά επηρεάστηκε και η λογοτεχνία. Οι συγγραφείς είναι πλέον θεολόγοι, που ασχολούνται είτε με την ερμηνεία των ιερών γραφών, είτε με τη συγγραφή εκκλησιαστικών ύμνων, είτε με τη βιογράφηση αγίων και μαρτύρων, είτε με την αντίκρουση και καταδίκη των αιρετικών. Συνεπώς η θεματογραφία είναι πλέον δεδομένη κι άρα απουσιάζει η πρωτοτυπία και η ελεύθερη δημιουργία ενώ το ύφος καθορίζεται κι αυτό με βάση τη θρησκευτικότητα και τη βαθιά πίστη που χαρακτηρίζεται από συντηρητισμό και μυστικισμό.

 

Απαντώνται βέβαια εκκλησιαστικοί βυζαντινοί ύμνοι που διακρίνονται από θαυμάσιας έμπνευσης στίχους κι εξαίρετη μουσική, ακριβώς όπως και στη βυζαντινή ζωγραφική απαντώνται πολύ υψηλής στάθμης έργα τέχνης. Όμως υπάρχουν τα ασφυκτικά πλαίσια από τα οποία είναι αδιανόητο να ξεφύγει ένας δημιουργός. Ο συγγραφέας, για παράδειγμα, μιας βιογραφίας ενός αγίου είναι δεδομένο ότι θα υμνήσει τις αρετές του, τη ψυχική του δύναμη, τις ακλόνητες θρησκευτικές του πεποιθήσεις, την αγνότητα και αγιότητα του βίου του, την πραότητα και την καλοσύνη του κλπ.

 

Η Κύπρος, τμήμα της αυτοκρατορίας, αλλά και η πρώτη χώρα που κυβερνήθηκε από Χριστιανό (τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο που δέχθηκε το κήρυγμα των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στην Πάφο, κατά τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα), ακολούθησε τη νέα πορεία και μάλιστα συμμετείχε ενεργά και στις διάφορες διαμάχες και συζητήσεις περί των αιρέσεων και στις διάφορες εκκλησιαστικές οικουμενικές συνόδους. Ταυτόχρονα είχε και τους δικούς της τοπικούς αγίους και μάρτυρες που έπρεπε να υμνηθούν και να βιογραφηθούν.

 

Έχουμε, συνεπώς, μια τοπική λογοτεχνική παραγωγή που περιλαμβάνει συναξάρια και βίους αγίων, ρητορικούς λόγους και δοκίμια θρησκευτικά σχετικά με αιρέσεις, καθώς κι άλλα θρησκευτικά κείμενα. Ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα έχουμε μια επιστολή που απεδόθη στον απόστολο Βαρνάβα*, τον ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου. Η επίσημη Εκκλησία θεωρεί όμως το κείμενο αυτό όχι γνήσιο.

 

Κατά το α' μισό του 4ου μ.Χ. αιώνα αξιόλογη πνευματική φυσιογνωμία φαίνεται ότι ήταν ο επίσκοπος Πάφου Κυριακός* ή Κύριλλος, που είχε πάρει μέρος και στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ., Νίκαια). Υπήρξε συγγραφέας θεολογικών έργων, που δυστυχώς δεν σώθηκαν. Μνημονεύονται μόνο δυο λόγοι του, για τα Θεοφάνεια και Περί ἐνανθρωπίσεως.

 

Αξιόλογος όσο και πολυγραφότατος φαίνεται ότι ήταν ο άγιος Τριφύλλιος*, επίσκοπος Λεδρών (Λευκωσίας) κατά τον 4ο αιώνα. Ένα έργο του ήταν το Ὑπόμνημα εἰς τό Ἇσμα Ἀσμάτων του Σολομώντος, ενώ αναφέρεται ότι είχε γράψει μεταξύ άλλων κι έναν έμμετρο (ποιητικό) Βίο του αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου υπήρξε μαθητής.

 

Εξάλλου αξιόλογος όσο και δυναμικός δημιουργός ήταν κι ο (αρχι)επίσκοπος Κωνσταντίας (Σαλαμίνος), άγιος Επιφάνιος * ο Μέγας. Διάσημος ιδίως για το έργο του με τίτλο Πανάριον, που περιείχε αναλύσεις και αντικρούσεις για 80 συνολικά αιρέσεις (κατάλογο έργων του αγίου Επιφανίου βλέπε στο σχετικό γι’ αυτόν λήμμα).

 

Λόγιος ήταν κι ο επίσκοπος Καρπασίας άγιος Φίλων* (4ος μ.Χ. αιώνας). Αναφέρεται ένα έργο του, το Ὑπόμνημα εἰς τό Ἇσμα Ἀσμάτων του Σολομώντος. Σε άλλες αναφορές ο άγιος Φίλων χαρακτηρίζεται κι ως ιστοριογράφος, άγνωστο όμως είναι το έργο που του χάρισε αυτό τον χαρακτηρισμό. Πιθανώς είχε γράψει μια Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σύμφωνα και προς αναφορά του Μιχαήλ Γλυκά. Άλλη πληροφορία αναφέρει ότι ο άγιος Φίλων είχε γράψει και Λόγον εἰς τό Ἑξαήμερον.

 

Σημαντικός λόγιος του 6ου / 7ου μ.Χ. αιώνα ήταν κι ο Λεόντιος* επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσού). Υπήρξε μαθητής του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος, του οποίου έγραψε τον Βίο. (Για το έργο αυτό, που διασώθηκε, βλέπε Κυρ. Χατζηιωάννου, Λεοντίου ἐπισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου, Βίος τοῦ  ἁγίου Ἰωάννου τοῦ  Ἐλεήμονος, Λευκωσία, 1988). Ο Λεόντιος έγραψε και άλλα έργα που δεν έχουν διασωθεί. Φαίνεται ότι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα, αφού αρκετά, μετά τον θάνατό του, κείμενά του παρουσιάστηκαν και διαβάστηκαν στην έβδομη Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ., Νίκαια) που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το τεράστιο και φλέγον τότε ζήτημα της λατρείας των αγίων εικόνων.

 

Αλλά κι ο επίσκοπος Τρεμιθούντος Θεόδωρος* (β' μισό του 7ου αιώνα) αναφέρεται ως συγγραφέας ενός Βίου του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, έργα που δεν σώθηκε. Όμως κι ο επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος* (7ος αιώνας επίσης) είχε γράψει Βίο του αγίου Σπυρίδωνος, έργο που σώθηκε.

 

Και άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς άκμασαν κατά καιρούς στην Κύπρο, ενώ έχουμε και αρκετές ακολουθίες και συναξάρια Κυπρίων αγίων των οποίων οι συγγραφείς παραμένουν ανώνυμοι και άγνωστοι.

 

Κατά τα τέλη της Βυζαντινής περιόδου της κυπριακής ιστορίας άκμασε ο άγιος Νεόφυτος που ανέπτυξε και μεγάλη όσο και αξιόλογη συγγραφική δραστηριότητα. Ειδικά για την τόσο σημαντική αυτή μορφή βλέπε λήμμα Νεόφυτος άγιος ο Έγκλειστος, όπου και ειδική αναφορά για το συγγραφικό του έργο και κατάλογος των συγγραμμάτων του.

 

Στον τομέα της θεατρικής γραφής έχουμε, από τη Βυζαντινή περίοδο, όλα κι όλα δυο κείμενα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία (ή τουλάχιστον μόνο δυο σώθηκαν), εκ των οποίων το ένα είναι κυπριακό. Το πρώτο, το όχι κυπριακό, είναι ο Χριστός Πάσχων, άγνωστου συγγραφέα του 11ου αιώνα. Η Παναγία είναι το κεντρικό πρόσωπο, και η υποδομή του έργου βασίζεται στην αρχαία ελληνική τραγωδία.

 

Το κυπριακό έργο σώθηκε σε χειρόγραφο του 13ου αιώνα, δηλαδή της περιόδου της Φραγκοκρατίας, αλλά οπωσδήποτε εντάσσεται στη Βυζαντινή περίοδο της κυπριακής λογοτεχνίας. Το ίδιο το κείμενο, εξάλλου, θεωρείται ότι είναι αρχαιότερο του 13ου αιώνα κι απλώς τον αιώνα αυτό αντεγράφη από τον Κωνσταντίνο ευτελή Αναγνώστην*, που θα πρέπει να λογίζεται ως αντιγραφέας κι όχι συγγραφέας του έργου (βλέπε σχετικά και στο λήμμα θέατρο, κεφάλαιο Βυζαντινό - θρησκευτικό θέατρο).

 

Το ιδιαίτερα σημαντικό αυτό κείμενο φέρει τον τίτλο: Σκηνοθετική Διάταξις τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, αλλ' είναι και γνωστό με τον απλούστερο τίτλο: Κυπριακός Κύκλος τῶν Παθῶν.

 

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι πολλά δημοτικά τραγούδια της μεσαιωνικής Κύπρου, ιδίως δε τα τραγούδια του ακριτικού κύκλου, που είναι σημαντικά και συχνά, αρκετά μακροσκελή λαϊκά ποιήματα, έχουν τις ρίζες και την προέλευσή τους στη βυζαντινή παράδοση. Λόγου χάριν καθαρά Βυζαντινός ήρωας είναι ο Διγενής Ακρίτας, που όμως στη συνέχεια θα αποκτήσει διαχρονικότητα και θα σχετιστεί με την περίφημη ρήγαινα των μεσαιωνικών θρύλων της Κύπρου.

 

Βυζαντινές ρίζες θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι έχουν και αρκετά θρησκευτικά λαϊκά ποιήματα που επιβίωσαν μέχρι τις μέρες μας στον προφορικό λόγο, όπως το τραγούδιν της Παναγίας, το τραγούδιν του Λαζάρου και άλλα.