Λογοτεχνία κυπριακή

Μεσαιωνική κυπριακή λογοτεχνία (1191- 1570)

Τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας, οπότε ο λαός της Κύπρου βρέθηκε υπό καθεστώτα σκληρής δουλείας κι απετέλεσε την κατώτατη (αν και πολυπληθέστερη) κοινωνική ομάδα. Η αποκοπή όμως του νησιού από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία αλλά και οι συνεχείς διώξεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, δεν στάθηκαν αρκετοί λόγοι ώστε να εξαλειφθεί και να σβήσει η μακρά βυζαντινή παράδοση. Όμως υφίστατο, μεταξύ άλλων, και σοβαρότατο πρόβλημα εκπαίδευσης (δηλαδή ελληνικής εκπαίδευσης) αφού κανένας δεν ενδιαφερόταν για τη μόρφωση των δουλοπάροικων — δηλαδή αυτού τούτου του λαού.

 

Αποτέλεσμα ήταν σταδιακά να νοθευθεί η ελληνική γλώσσα και να εμπλουτιστεί με πάρα πολλές λέξεις λατινικής (γαλλικής ή και ιταλικής) ρίζας, που μεταποιήθηκαν σε ελληνικούς τύπους και καθιερώθηκαν στην καθομιλουμένη αλλά και στα γραπτά κείμενα. Αυτό τον βαρβαρισμό της γλώσσας παραδέχεται έντιμα κι ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς, που γράφει χαρακτηριστικά:

 

...καί 'πῆραν τόν τόπον οἱ Λαζανιάδες [=οι Λουζινιανοί] καί ἀπό τότες ἀρκέψα νά μαθάνουν φράνγκικα, καί 'βαρβαρίσαν τά ρωμαῖκα [=τα ελληνικά],  ὡς γοιόν καί σήμερον καί γράφομεν φράνγκικα καί ρωμαῖκα, ὅτι εἰς τόν κόσμον δέν ἠξεύρουν ἴντα συντυχάννομεν...

 

Η αμορφωσιά, λοιπόν, αλλά και η γενικότερη δεινή κοινωνική και οικονομική θέση των Ελλήνων της Κύπρου, σήμαινε και την απουσία πνευματικής δημιουργίας. Σε κανένα μεσαιωνικό συγγραφέα δεν φαίνεται να είναι γνωστό το τόσο πλούσιο παρελθόν της Κύπρου κατά την Αρχαιότητα. Ιδίως ο Λεόντιος Μαχαιράς που, αρχίζοντας το Χρονικόν του, αισθάνεται την ανάγκη να πάει προς τα πίσω, προς τις ρίζες, κατορθώνει ν' αρχίσει από την επίσκεψη της αγίας Ελένης στην Κύπρο. Κατορθώνει, δηλαδή, να φθάσει μόνο μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Είναι λοιπόν φανερό πως το ιστορικό παρελθόν του νησιού εσυντηρείτο μόνο μέσω της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής παράδοσης. Και κατ' ακολουθίαν, οι πνευματικοί δημιουργοί δεν γνώριζαν παρά μόνο εκκλησιαστικές παραδόσεις και γεγονότα της εποχής τους.

 

Οι δυο κορυφαίοι Κύπριοι συγγραφείς αυτής της εποχής, είναι οι χρονογράφοι Λεόντιος Μαχαιράς* και Γεώργιος Βουστρώνιος* (ο δεύτερος γόνος εξελληνισμένης γαλλικής οικογένειας). Μας κατέλιπαν, αντιστοίχως, την Ἐξήγησιν τῆς Γλυκείας Χώρας Κύπρου, ἡ   ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Χρονικόν, και την Διήγησιν Κρόνικας Κύπρου.

 

Τα δυο αυτά έργα του 15ου αιώνα, που σώθηκαν σε μεταγενέστερα χειρόγραφα (του 16ου αιώνα) δεν είναι μόνο σημαντικές πηγές πληροφοριών. Είναι και ανεκτίμητα μνημεία λόγου. Και οι δυο χρονογράφοι, μη έχοντας ευκαιρία ελληνικής μόρφωσης αλλά αισθανόμενοι την ανάγκη να γράψουν στην ελληνική γλώσσα, αναγκαστικά χρησιμοποίησαν τη γνήσια λαϊκή γλώσσα της εποχής τους, απαλλαγμένη από τους λογής λογής λογιωτατισμούς. Η αφήγησή τους είναι στρωτή αλλά σχεδόν αφελής, πλησιέστερη προς τη ροή του προφορικού λόγου αντί του γραπτού κειμένου, κι έτσι, απλή όσο και συγκλονιστική. Απ' αυτή τουλάχιστον την άποψη, τα έργα τους είναι από τα σημαντικότερα ολόκληρης της μεσαιωνικής ελληνικής

γραμματολογίας.

 

’λλο μνημείο λόγου της μεσαιωνικής Κύπρου, επίσης και με μεγάλη γλωσσολογική σημασία, είναι οι Ασσίζες*, δηλαδή η συλλογή των νόμων που ίσχυαν στη μεσαιωνική Κύπρο. Από τα κείμενα των Ασσιζών μπορούμε να βγάλουμε και πλήθος συμπερασμάτων για την εποχή εκείνη, ακριβώς βασιζόμενοι στο Δίκαιο που ίσχυε και που καθόριζε τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των κοινωνικών τάξεων ακόμη.

 

Το μαρτύριο των εκτελεσθέντων από τους Λατίνους το 1231 δεκατριών Ορθοδόξων μοναχών της Καντάρας*, απετέλεσε συγκλονιστικό γεγονός που εκφράστηκε με μια Διήγησιν άγνωστου συγγραφέα (βλέπε Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Β', 1873, σσ. 20 - 39, όπου το πλήρες κείμενο).

 

Μεταξύ των άλλων διασωθέντων γραπτών κειμένων των Μεσαιωνικών χρόνων ξεχωρίζει μια συλλογή Κυπριακῶν 'Ερωτικῶν Ποιημάτων που σώθηκαν σε χειρόγραφο στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας. Κατά τον Κ. Σάθα, συγγραφέας τους ήταν ίσως ο Ζαχαρίας Βουστρώνιος, της αυτής οικογένειας του γνωστού χρονογράφου. Τα ποιήματα αυτά είναι καταφανώς επηρεασμένα από το ρεύμα του Πετραρχισμού που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη και που φαίνεται ότι είχε επηρεάσει και την Κύπρο (βλέπε λήμμα Πετράρχης).

 

Σημαντικός φιλόσοφος και συγγραφέας της περιόδου της Φραγκοκρατίας, που δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί εδώ, είναι ο Γεώργιος Λαπίθης* (14ος αιώνας), του οποίου σώζονται αρκετοί στίχοι. Ο ποιητής αυτός, φίλος του βασιλιά της Κύπρου Ούγου Δ' (1324 -1359), διατηρούσε και στενές πνευματικές σχέσεις με μη Κυπρίους πνευματικούς γίγαντες της εποχής του, όπως ήταν ο Νικηφόρος Γρηγοράς*, ο Γρηγόριος Ακίνδυνος* και ο Βαρλαάμ* ο Καλαβρός. Μεταξύ των έργων του που σώθηκαν είναι ένα σύντομο θεολογικό σύγγραμμα και δυο άρθρα από μεγαλύτερο σύγγραμμα.

 

Αλλά εάν επικρατούσε μεταξύ του λαού η αμορφωσιά, και συνεπώς ελάχιστα υπήρξαν τα γραπτά λογοτεχνικά έργα, ωστόσο εξακολουθούσε να επικρατεί, βαθιά ριζωμένη στις μνήμες, η βυζαντινή παράδοση. Ταυτόχρονα, η έμφυτη ανθρώπινη έφεση για δημιουργία, ανέπτυξε και συντήρησε μια ιδιαίτερα πλούσια προφορική λογοτεχνία, τόσο ποιητική όσο και πεζογραφική, που ιδιαίτερα αγαπήθηκε από τα πλατιά λαϊκά στρώματα.

 

Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, πολλά τέτοια έργα και ιδίως τα ποιήματα του ακριτικού κύκλου, έχουν τις ρίζες τους στα Βυζαντινά χρόνια. Τούτο είναι έκδηλο από το περιεχόμενο, τα ονόματα των ηρώων, το ιστορικό φόντο, τα χρησιμοποιούμενα όπλα κλπ., που έντονα θυμίζουν τους επικούς αγώνες των Βυζαντινών κατά των Αράβων.

 

Όμως κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας νέα γεγονότα και νέες συγκλονιστικές εμπειρίες του λαού εμπλουτίζουν τα προϋπάρχοντα προφορικά λογοτεχνικά μνημεία αλλά και τα νοθεύουν με νεότερα στοιχεία που περιπλέκονται με τα παλαιότερα.

 

Η προφορική αυτή λογοτεχνία καλύπτει μια πλούσια θεματογραφία: από θρησκευτικές διηγήσεις και αφηγηματικά θρησκευτικά ποιήματα, μέχρι παραδόσεις και θρύλους κάθε λογής, μέχρι ερωτικά τραγούδια, μέχρι επικά ποιήματα ανδρείας και παλικαριάς (που εξέφραζαν και μια ενδόμυχη προσπάθεια αντίστασης του λαού), μέχρι παραμύθια και αφηγήσεις, μέχρι τραγούδια της δουλειάς, της χαράς (λ.χ. τραγούδια του γάμου), της λύπης (λ.χ. μοιρολόγια).

 

Επειδή όμως όλα αυτά ζούσαν στον προφορικό λόγο, ήταν πολύ φυσικό να επιβιώσουν (όσα επιβίωσαν) σε πολλές παραλλαγές, μέχρι που άρχισαν να καταγράφονται από ερευνητές (από τον 19ο αιώνα ως σήμερα). Μεταξύ των γνωστότερων τραγουδιών/ ποιημάτων, και πέρα από εκείνα του ακριτικού κύκλου (όπως τα τραούδκια του Διγενή, του Κωνσταντά κλπ.), αναφέρουμε τα τραούδκια: της Αροδαφνούσας, της Λυερής, της Τριανταφυλλένης, Τα Εκατόν Λόγια, του Πραματευτή, του Μωρόγιαννου, των Τριών Αδελφών, του Ξενιτεμένου, της Ζωγραφούς, το Αλφάβητον του Χάρου, τ' ’η Γιωρκού κλπ.

 

Όσον αφορά την προφορική πεζογραφία που επίσης αναπτύχθηκε, αναφέρουμε εκτός από το πλήθος των διηγήσεων και των παραμυθιών με μια ποικιλία θεμάτων, ιδιαίτερα τις θαυμάσιες διηγήσεις για την ωραία και μυστηριώδη ρήγαινα της Κύπρου (που δυστυχώς δεν κατεγράφησαν και σήμερα οι περισσότερες έχουν χαθεί οριστικά). Ειδικότερα για το σημαντικό αυτό ειδικό κεφάλαιο, βλέπε λήμμα ρήγαινα.

 

Βέβαια όλα αυτά τα είδη δημιουργίας που διασώθηκαν στον προφορικό λόγο αποτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό λαϊκό θησαυρό της Κύπρου που εμπίπτει στην επιστήμη της λαογραφίας. Δεν παύει όμως ν' αποτελεί κι ένα αξιόλογο κεφάλαιο της λογοτεχνίας, που εμπλουτίστηκε ακόμη περισσότερο στα χρόνια που ακολούθησαν.