Μετάξι, μεταξάς, μεταξωτά

Παραγωγή μεταξιού στην Κύπρο

Ο μεταξοσκώληκας, και κατ’ ακολουθίαν η παραγωγή μεταξιού, υπολογίζεται ότι περιλαμβάνονταν στις γνώσεις των Κυπρίων από τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια˙ σύμφωνα προς αναφορές, ο μεταξοσκώληκας εισήχθη στην Κύπρο από Βυζαντινούς καλόγερους περί τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία για παραγωγή μεταξιού από τότε. Ξένοι επισκέπτες κάνουν λόγο για το κυπριακό μετάξι από το τέλος των Μεσαιωνικών χρόνων και εξής. Μεταξύ αυτών, ο Ηλίας ντε Πεσσάρο (1563) κάνει λόγο για ενεχυροδανειστήριο στην Αμμόχωστο που δάνειζε με τόκο 25% και με εγγύηση   προϊόντα όπως μαλλί και μετάξι. Ο Κορνήλιος Βαν Μπρούιν (1683), λέγει ότι κοντά στην Αμμόχωστο 5 χωριά παρήγαν πολύ μετάξι, γύρω στις 8.000 οκάδες, κι ότι υπήρχαν πολλές συκαμιές για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων. Ο ίδιος γράφει ότι άφθονο μετάξι παραγόταν στα Κούκλια της Πάφου και ότι οι γυναίκες της Κύπρου φορούσαν μεταξωτά. Ο Ιωάννης Χέυμαν (1701) γράφει ότι από τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της Κύπρου τότε ήσαν τα μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα. Ο Ρίτσαρντ Πόκοκ (1738) σημειώνει ότι η Κύπρος εξήγε κάθε χρόνο στην Αγγλία και στη Γαλλία περί τις 35.000 οκάδες ακατέργαστο μετάξι. Ο Αλεξάντερ Ντράμμοντ (1745) μαρτυρεί ότι το μετάξι ήταν το δεύτερο σε αξία εξαγωγικό είδος της Κύπρου, μετά το κρασί, κι ότι εξάγονταν περί τις 40.000 οκάδες μεταξιού, αξίας 280.000 γροσιών.

 

Ο Μιχαήλ ντε Βεζέν, πρόξενος του Αλέπο στην Κύπρο, που πέθανε στη Λάρνακα το 1792, δίνει τα ακόλουθα στοιχεία: «Η Κύπρος παράγει περί τις 9.000 οκάδες άσπρο μετάξι. Πωλείται 8-12 γρόσια η οκά, ανάλογα προς τη ζήτηση. Το 1745 παρήχθησαν 40.000 οκάδες. Τον χρόνο αυτό επωλείτο προς 6-7 γρόσια η οκά. Ωραίο κίτρινο μετάξι παράγεται στην Πάφο και την περιοχή της, σε μια ποσότητα γύρω στις 4.000 οκάδες. Διατίθεται φθηνότερα από το άσπρο κι εξάγεται κυρίως στο Κάιρο». Ο ίδιος προσθέτει ότι προϊόντα μεταξιού παράγονταν και πωλούνταν κυρίως στη Λευκωσία και ήσαν της τάξεως των 40.000 γροσιών. Εξάγονταν κυρίως σε ελληνικά νησιά, αλλά στην Ευρώπη είχαν μικρή αξία επειδή ήταν χοντροκατασκευασμένα, εκτός από μερικά είδη, όπως μαξιλαροθήκες. Μεταξωτά όλων των ειδών αποτελούσαν εμπορεύσιμο είδος μεταξύ Κύπρου και Βενετίας, που ήταν της τάξεως των 50.000 γροσιών. Μετάξι εξαγόταν και στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Βεζέν, από τα 16 διαμερίσματα της Κύπρου, μετάξι παρήγαν κατά τον 18ο αιώνα τα εξής:

 

Διαμέρισμα Κυθρέας: Ωραίο άσπρο μετάξι.

Διαμέρισμα Πάφου: Κίτρινο μετάξι.

Διαμέρισμα Κοιλανίου: Κατώτερης ποιότητας μετάξι. Μεγάλες ποσότητες παρήγαν και τα διαμερίσματα Αυδήμου, Αμμοχώστου και Καρπασίας.

 

Ο Τζων Κίννεϊρ, έγραφε το 1814: «Η Κύπρος είναι ιδιαίτερα γνωστή για τα ωραία φρούτα, το κρασί, το λάδι και το μετάξι που είναι δυο ειδών, κίτρινο και άσπρο».

 

Η παραγωγή μεταξιού το 1815 ήταν, κατά τον Ουίλλιαμ Τέρνερ, 10.000 οκάδες άσπρο, προς 5 γρόσια η οκά, και 5.000 οκάδες κίτρινο, προς 31 γρόσια. Σχεδόν όλο εξαγόταν στην Αίγυπτο.

 

Εξάλλου, και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788) γράφει ότι το μετάξι ήταν από τα κυριότερα προϊόντα του νησιού και ανεβάζει την παραγωγή, τότε, σε 25-30.000 οκάδες. Ως εκλεκτότερο θεωρεί το μετάξι που παραγόταν στην Πάφο.

 

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι περισσότερο ή λιγότερο μετάξι παρήγαν όλες οι περιοχές της Κύπρου. Γιατί, εκτός από καλό εμπορεύσιμο είδος, το μετάξι ήταν εκείνο που ικανοποιούσε και τις ανάγκες σε ωραία υφάσματα της κάθε οικογένειας, μαζί βέβαια με το λινάρι, το μαλλί, το βαμβάκι και άλλα είδη.

 

Σε περισσότερο οργανωμένη βάση τέθηκε η εκτροφή μεταξοσκωλήκων και η παραγωγή μεταξιού μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου (1878). Οι Άγγλοι εισήγαγαν ελεγχόμενα είδη μεταξόσπορου από το εξωτερικό, ενώ ίδρυσαν και φυτώρια για παραγωγή δενδρυλίων συκαμινιάς για την εκτροφή, που φυτεύτηκαν σε μεγάλους αριθμούς σε πολλά μέρη του νησιού.

 

Από τον Μάρτιο του 1926 λειτούργησε και το μεταξουργείο* στη Γεροσκήπου, που ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες βιομηχανίες του νησιού. Το μεταξουργείο απορροφούσε κι επεξεργαζόταν την παραγωγή κουκκουλιών ολόκληρης σχεδόν της επαρχίας Πάφου, παράλληλα δε εργοδοτούσε δεκάδες εργάτριες από τα χωριά της περιοχής. Αρχικά λειτούργησε με Ιταλούς τεχνικούς. Με μικρές διακοπές, η βιομηχανία επέζησε μέχρι το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

 

Από τότε άρχισε όμως η εισαγωγή και διάθεση στην Κύπρο άλλων ειδών βιομηχανοποιημένων υφασμάτων, που οι συναγωνιστικές τιμές στις οποίες διετίθεντο έπληξαν καίρια την παραγωγή και εμπορία του μεταξιού (όπως και του λιναριού, του βαμβακιού κλπ.), που σύντομα εγκαταλείφθηκε, ως ασύμφορη πλέον.

 

Κατά τη δεκαετία του 1980 έγιναν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης της όλης παραγωγής μεταξιού, όπως για παράδειγμα το 1985 – 1986 στο χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς, που όμως τελικά δεν πέτυχαν.

 

Στο μεταξύ, η αρχαιολογική έρευνα έχει δώσει ενδείξεις ότι το μετάξι ήταν γνωστό στην Κύπρο και τους Κυπρίους ήδη από την Αρχαιότητα. Εάν τούτο αποδειχθεί, θα καταρρίψει την επικρατούσα θέση, ότι η εκτροφή μεταξοσκώληκα και η παραγωγή μεταξιού είχε γίνει αρχικά στην Κίνα και ότι από εκεί διαδόθηκε και στον δυτικό κόσμο.

 

Συγκεκριμένα, οι ανασκαφές της ιταλικής αρχαιολογικής αποστολής του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, που για σειρά ετών έγιναν στον αρχαιολογικό χώρο του χωριού Πύργος (Λεμεσού), έδωσαν μεταξύ άλλων και ίνες, που πιστεύεται ότι ήταν μετάξι. Οι ίνες αυτές βρέθηκαν μέσα σε πήλινο δοχείο και σύμφωνα προς διάγνωση του καθηγητή Τζουζέπε Σκάλα, πρόκειται για ίνες μεταξιού από το κουκούλι του λεπιδόπτερου Tortrix viridens, το οποίο ζούσε και σε νησιά του Αιγαίου. Δεν επρόκειτο, συνεπώς, για μετάξι από το κουκούλι του γνωστού μεταξοσκώληκα και της πεταλούδας Bombyx mori αλλά από κουκούλι άλλου είδους. Στο αρχαίο δοχείο από τον Πύργο Λεμεσού βρέθηκαν επίσης και ίνες από μαλλί και βαμβάκι.