Μοναστήρια της Κύπρου

Ιδρυση των πρώτων μοναστηριών: 

Σύμφωνα προς τις υπάρχουσες πληροφορίες, μοναστήρια άρχισαν να λειτουργούν στην Κύπρο από τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια, μάλιστα, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα (λ.χ. Σταυροβούνι, ιδρυμένο από την αγία Ελένη*). Κατά τον ίδιο δε αιώνα και πιο πριν ακόμη, υπάρχουν πληροφορίες για ασκητήρια και ασκητές σε διάφορα μέρη του νησιού (βλέπε λήμμα ασκητές), ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε σημαντικά κατά τα χρόνια της εικονομαχίας (βλέπε λήμμα εικονολατρία και εικονομαχία). Βέβαια η ύπαρξη ασκητών σε απομονωμένους χώρους, όπου αφιερώνονταν στην προσευχή, δεν σήμαινε κατ' ανάγκην και την ύπαρξη μοναστηριών. Ωστόσο ο ασκητικός βίος και η τάση απομακρύνσεως από την κοινωνική και κοσμική ζωή, ήταν εκείνο που τελικά οδήγησε στη σύσταση των μοναστηριών. Ο μοναχισμός* (από τη λέξη μοναχός - μόνος) δεν ταυτίζεται βέβαια πλήρως με τον ασκητισμό. Ο μοναχικός βίος έχει τις ρίζες του στα χρόνια των αποστόλων, δηλαδή στην αρχή της γέννησης του Χριστιανισμού (ο ίδιος ο Χριστός πήγαινε σε έρημους τόπους για προσευχή), όμως επίσημα, ως εκδήλωση της χριστιανικής ζωής, εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα. Τότε θα πρέπει να τοποθετηθεί και η εμφάνισή του στην Κύπρο.

 

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για το πότε και ποια μοναστήρια ιδρύθηκαν πρώτα στο νησί (μοναστήρια με την έννοια βέβαια της οργανωμένης μοναχικής ζωής και της ύπαρξης εγκαταστάσεων). Σύμφωνα πάντως προς την τοπική εκκλησιαστική παράδοση, μεταξύ των πρώτων που ιδρύθηκαν στην Κύπρο ήταν το Σταυροβούνι*, αφού ως ιδρύτριά του αναφέρεται η αγία Ελένη που επισκέφθηκε την Κύπρο κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, όπως επίσης και η Μονή των Ιερέων* (Αγία Μονή) στην επαρχία Πάφου που ιδρύθηκε από τους αγίους Ευτύχιο και Νικόλαο επίσης τον 4ο αιώνα (μάλιστα επί θεμελίων ειδωλολατρικού ναού). Στην ίδια περίοδο θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά και η ίδρυση του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου* των Γάτων στο Ακρωτήρι της Λεμεσού, αν πιστέψουμε την παράδοση που το συνδέει με τις γάτες που έφαγαν τα φίδια και οι οποίες συνδέονται πάλι με την αγία Ελένη (αν και άλλη παράδοση συνδέει το εκτροφείο γάτων του μοναστηριού με τον δούκα Καλόκαιρο*, όμως και πάλι κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα). Μετά τον ερχομό της αγίας Ελένης στην Κύπρο, η παράδοση τοποθετεί (4ος αιώνας) και την ίδρυση του μοναστηριού του Σταυρού* στο χωριό Όμοδος (επαρχία Λεμεσού). Στον 5ο αιώνα τοποθετείται από μερικούς μελετητές η ίδρυση του μοναστηριού του Αγίου Αρκαδίου (σήμερα σε ερείπια), στο δάσος της Πάφου. Επίσης, στα χρόνια της εικονομαχίας ιδρύθηκε το μοναστήρι του Μεγάλου Αγρού* στην περιοχή όπου εξαπλώνεται σήμερα το χωριό Αγρός.

 

Επίσης ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων αναφέρεται στον Βίο του ότι είχε ιδρύσει κατά τα τέλη του 6ου αιώνα δύο μοναστήρια κοντά στην Αμαθούντα, αφιερωμένα στην Παναγία το ένα και στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο το άλλο.

 

Διάφορες άλλες παραδόσεις, σχετικές με βίους και δραστηριότητες αγίων στην Κύπρο, συνδέονται επίσης με την ίδρυση μοναστηριών σε διάφορα μέρη του νησιού  Όμως, με βάση μόνο τις παραδόσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία αλλά ούτε και σαφείς πληροφορίες για το είδος των μοναστηριών που λειτουργούσαν στο νησί κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, για τον τρόπο λειτουργίας τους κλπ.

 

Είναι όμως γεγονός ότι στα χρόνια της εικονομαχίας, που συγκλόνισαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία βασικά τον 8ο μ.Χ. αιώνα, πολλοί εικονολάτρες ασκητές και μοναχοί από τη Μικρά Ασία και από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας ήλθαν στην Κύπρο όπου δεν αντιμετώπιζαν σοβαρό, τουλάχιστον, κίνδυνο διώξεων. Το ρεύμα αυτό ασφαλώς θα οδήγησε και στην ίδρυση μοναστηριών στο νησί και, πάντως, γέννησε πολλές μεταγενέστερες παραδόσεις. Η άφιξη στην Κύπρο φυγάδων μοναχών συνδέεται και με τη μεταφορά στο νησί αγίων εικόνων, οστών αγίων και άλλων εκκλησιαστικών πολυτίμων κειμηλίων, που αργότερα η παράδοση θέλησε να τα παρουσιάσει ότι είχαν φθάσει ως εδώ με τα κύματα της θάλασσας και ύστερα από θαύματα με τα οποία ταυτίστηκαν.

 

Τέσσερις φυγάδες μοναχοί αναφέρεται ότι έφεραν στην Κύπρο ισάριθμες εικόνες της Παναγίας, έργα του αποστόλου Λουκά, που τοποθετήθηκαν σε ισάριθμα μοναστήρια τα οποία ιδρύθηκαν στο νησί: του Μεγάλου Αγρού*, της Παναγίας του Άρακα* (Λαγουδερά), της Παναγίας του Μαχαιρά* και της Παναγίας Τροοδίτισσας*. Στον απόστολο Λουκά αποδίδονται και άλλες εικόνες, μεταξύ των οποίων η εικόνα του μοναστηριού της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας*, την οποία σύμφωνα με την παράδοση έφερε στην Κύπρο η θάλασσα.

 

Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών εξάλλου (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας), η αποστολή στην Κύπρο από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας στρατιωτικών σωμάτων, όπως οι Μαρδαΐτες*, συνδέθηκε και με τη μεταφύτευση απ' αυτούς των ειδικών προστατών - αγίων και της ιδιαίτερης λατρείας τους. Οι Μαρδαΐτες σχετίζονται με τον άγιο Μάμα* και με την ίδρυση του ομώνυμου μοναστηριού στη Μόρφου. Η μεταφορά, πάλι, και εγκατάσταση στην Κύπρο Αρμενίων*, όπως και Μαρωνιτών*, είχε ως αποτέλεσμα και την ίδρυση αντιστοίχων μοναστηριών κατά τα Βυζαντινά χρόνια.

 

Μαρωνίτικο ήταν και το μικρό μοναστήρι το αφιερωμένο στον άγιο Ρωμανό, από το οποίο σώζεται ο μικρός του ναός στο χωριό Βουνό, στον κεντρικό Πενταδάκτυλο. Εξάλλου το χωριό Βουνό, που φαίνεται να είχε σχηματιστεί γύρω από το μοναστήρι, ονομαζόταν αρχικά ακριβώς Ρωμανό ( Άγιος Ρωμανός). Μαρωνίτικο είναι και το μεγάλο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία κοντά στο χωριό Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, πάντως νεότερο, αφού ιδρύθηκε το 1752. Ως μικρό μαρωνίτικο μοναστήρι πιθανό να είχε λειτουργήσει για κάποιο διάστημα και ο παλαιός ναός της Παναγίας, στο χωριό Καμπυλή. Στους δε Αρμενίους ανήκε το γνωστό Αρμενομονάστηρον στον κεντρικό Πενταδάκτυλο.

 

Εκτός όμως από την εικονομαχική έριδα, στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, αφίξεις τόσο ασκητών όσο και μοναχών στην Κύπρο θα πρέπει να έγιναν και από άλλα μέρη για τον λόγο της αποφυγής διώξεων από τους Άραβες και άλλους μη Χριστιανούς. Εξάλλου οι αραβικές επιδρομές στο νησί και οι άλλες συμφορές που το έπληξαν (περιλαμβανομένων ισχυρών θεομηνιών, σεισμών, ανομβριών κλπ.), ευνόησαν κατά κάποιο τρόπο τον μοναχισμό, από την άποψη ότι πολλά δεινά αποδίδονταν στη θεία οργή. Τούτο, σε μια κοινωνία όπου η επίδραση της θρησκείας ήταν διάχυτη σε όλες τις δραστηριότητές της, οδηγούσε πολλούς στο να αφιερώσουν τους εαυτούς των στην Εκκλησία, καταφεύγοντας στον μοναχισμό, ή ακόμη να κληροδοτούν σε μοναστήρια την περιουσία τους.

 

Από φυγάδες μοναχούς, πιθανώς είχαν ιδρυθεί και τα μοναστήρια Παναγίας των Καθάρων* (ή Καθαρκώτισσας) κοντά στον Λάρνακα της Λαπήθου, Παναγίας Αψινθιώτισσας* κοντά στο Συγχαρί, ίσως δε και το μοναστήρι του Αντιφωνητή* επίσης στον Πενταδάκτυλο (πιθανώς διασώζει την ονομασία του Αντιφωνητή Χριστού που εικονιζόταν στην πύλη του ανακτόρου της Χάλκης και που ήταν η πρώτη εικόνα που καταστράφηκε από τους εικονομάχους, με εντολή του Λέοντος Γ').

 

Υφίσταντο επίσης, κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, και άλλα μοναστήρια που δεν σώζονται σήμερα, όπως το γνωστό από τον βίο του αγίου Δημητριανού μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου* κοντά στους Χύτρους.