Μοναστήρια της Κύπρου

Σταυροπηγιακά και βασιλικά Μοναστήρια

Μετά τον τερματισμό της αντιπαράθεσης Βυζαντινών και Αράβων στην Κύπρο και την επικράτηση και πάλι των Βυζαντινών στο νησί από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες. Οι μακρόχρονες επιδρομές των Αράβων και η αντιπαράθεσή τους προς τους Βυζαντινούς, είχαν πλήξει καίρια την Κύπρο στην οποία είχε, για ένα διάστημα, επιβληθεί ένα περίεργο καθεστώς «ουδετερότητας» ή και «συγκυριαρχίας» Βυζαντινών - Αράβων. Μετά την απαλλαγή της Κύπρου από την αραβική απειλή, το αυτοκρατορικό ενδιαφέρον προς το νησί εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους. Ένας απ' αυτούς ήταν και η ενίσχυση του μοναχισμού στην Κύπρο που περιελάμβανε ίδρυση μοναστηριών ύστερα από αυτοκρατορική εντολή και προικοδότησή τους ή και ενίσχυσή τους με χορηγίες, προνόμια και δικαιώματα.

 

Έτσι, ιδρύθηκαν μερικά βασιλικά μοναστήρια. Βασιλικά λέγονται ακριβώς επειδή ιδρύθηκαν με αυτοκρατορικές χορηγίες. Τέτοια ήταν τα γνωστά μοναστήρια που ιδρύθηκαν στο νησί από τους Κομνηνούς, εκείνα της Παναγίας του Κύκκου και της Παναγίας του Μαχαιρά. Η ίδρυση μοναστηριών αυτή την εποχή, αλλά και η ενίσχυση άλλων, είναι πολύ πιθανό ότι συνδυάστηκε και με τις στρατιωτικοπολιτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας στην περιοχή. Η ύπαρξη μοναστηριών σε προσεκτικά επιλεγμένες στρατηγικής σημασίας τοποθεσίες, φανερώνει ότι η οικοδόμησή τους στους συγκεκριμένους χώρους εξυπηρετούσε και στρατιωτικούς στόχους, όπως η χρησιμοποίηση των μοναστηριών ως μονίμων παρατηρητηρίων σε μια περίοδο που οι επιθέσεις από τη θάλασσα ήταν συχνές. Τον 11ο και 12ο αιώνα ιδρύθηκαν στο νησί πολλά μοναστήρια, τα περισσότερα αφιερωμένα στην Παναγία. Ιδρύθηκαν μεταξύ άλλων τα μοναστήρια Κύκκου, Αψινθιώτισσας, Ασίνου, Αχειροποιήτου, Άρακος, Κρινιώτισσας, Τοχνιού, Κυράς, όλα αφιερωμένα στην Παναγία. Επίσης, ιδρύθηκαν την ίδια περίοδο μεταξύ άλλων και τα μοναστήρια Αγίου Νικολάου Στέγης, Αγίου Ιωάννου Λαμπαδιστή, Αντιφωνητή Χριστού, Αγίου Μάμα Μόρφου, Αγίας Μαύρης στο Κοιλάνι κ.ά.

 

Σταυροπηγιακές μονές της Κύπρου

 

Σταυροπηγιακά ονομάζονται τα μοναστήρια εκείνα τα οποία κατά την παράδοση ιδρύθηκαν με εντολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το τελετουργικό προέβλεπε ότι ο οικουμενικός πατριάρχης έστελνε στη Μονή αυτή ένα σταυρό ο οποίος τοποθετείτο στα θεμέλια της Μονής. Η Μονή εν ολίγοις εξαρτιόταν από αυτόν και τα έσοδα της πήγαιναν στο Φανάρι. Την ίδια στιγμή βέβαια η Μονή αποκτούσε ένα καθεστώς αυτονομίας από την ηγεσία της τοπικής εκκλησίας. Επί Οθωμανικής περιόδου επίσης οι σταυροπηγιακές μονές αποκτούσαν ταυτόχρονα σε τοπικό επίπεδο τα προνόμια που ο εκάστοτε σουλτάνος εκχωρούσε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μεταξύ άλλων η περιουσία αυτών των Μονών δεν μπορούσε να δημευθεί από τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα πολλοί Χριστιανοί να δίνουν προς φύλαξη τις περιουσίες τους στα μοναστήρια αυτά. Τα οποία με την πάροδο των χρόνων απέκτησαν τεράστιες εκτάσεις γης. Μερικά από τα πιο κάτω Μοναστήρια ονομάζονται και βασιλικά (Μοναστήρια Κύκκου και Μαχαιρά) διότι την ανοικοδόμηση τους χορήγησαν βυζαντινοί αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών.  

 

Στην Κύπρο σταυροπηγιακές μονές θεωρούνται οι πιο κάτω: