Μοναστήρια της Κύπρου

Ιδρυση μη Ορθοδόξων μοναστηριών

Την ακμή των Ορθοδόξων μοναστηριών της Κύπρου κατά τα Βυζαντινά χρόνια διέκοψε η κατάληψη του νησιού από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο (1191) και η τελική οργάνωσή του σε βασίλειο υπό τους Φράγκους Λουζινιανούς. Αμέσως μετά τη σύσταση του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου, εγκαθιδρύθηκε και η εκκλησιαστική εξουσία του πάπα και της Λατινικής Εκκλησίας. Παράλληλα έφθασαν κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου κι εκπρόσωποι πολλών εκκλησιαστικών ταγμάτων της Δύσης, με αποτέλεσμα να ιδρυθούν πολλά μη Ορθόδοξα μοναστήρια. Τέτοια μοναστήρια λειτούργησαν, κατά τους αιώνες της Φραγκοκρατίας, πάρα πολλά, τόσο μέσα στις μεσαιωνικές πόλεις της Κύπρου όσο και σε άλλα μέρη του νησιού (όπως για παράδειγμα το αββαείο του Πέλλα Πάις*). Ένα από τα πιο γνωστά, που όμως δεν σώζεται, ήταν το μοναστήρι των Δομινικανών στη Λευκωσία, στο ίδιο συγκρότημα όπου βρισκόταν το βασιλικό παλάτι. Στο μοναστήρι αυτό θάβονταν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Κύπρου, μαζί με τους ίδιους τους βασιλιάδες.

 

Ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα Λευκωσία λειτουργούσαν πολλά μοναστήρια, όπως εκείνα των Δομινικανών, των Φραγκισκανών, των Κιστερκιανών, των Οψερβαντίων, των Βενεδικτίνων, των Αυγουστινιανών, των Σταυροφόρων, των Πρεμονστρατιανών, των Καρμηλιτών και άλλων. Μοναστικά ιδρύματα ίδρυσαν στο νησί και τα στρατιωτικά τάγματα των Ναϊτών, Ιωαννιτών και Τεκτόνων. Τα περισσότερα μάλιστα από τα τάγματα αυτά είχαν από δυο μοναστήρια στη Λευκωσία (ανδρικό και γυναικείο) και άλλες εγκαταστάσεις και ιδιοκτησίες ή και μοναστήρια σε άλλα μέρη της Κύπρου. Το σημαντικότερο γυναικείο λατινικό μοναστήρι ήταν εκείνο της Παναγίας της Τύρου στη Λευκωσία.

 

Κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα προς τις μεσαιωνικές πηγές, λειτούργησαν στη Λευκωσία και οκτώ Ορθόδοξα μοναστήρια: τέσσερα ανδρικά (Ανδρείων*, Άγιος Γεώργιος Μαγκάνων*, Σέργιος Φλάτρος* και Άγιος Ιωάννης του Πίπη*) και τέσσερα γυναικεία (Παλλουριώτισσας*, Αγίων Πάντων, Φανερωμένης* και ένα τέταρτο που ο Στέφανος Λουζινιανός μνημονεύει απλώς ως Γυναικείον). Εξάλλου στη «Βούλλα Σύπρια» του πάπα Αλεξάνδρου Δ' (1260) μνημονεύεται και ναός ή μοναστήρι Ορθοδόξων στη Λευκωσία, με την ονομασία Άγιος Βαρνάβας.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας δεν ιδρύθηκαν παρά ελάχιστα ορθόδοξα μοναστήρια στην Κύπρο. Εκείνο που συνέβαινε ήταν ο αγώνας διατήρησης και επιβίωσης των πολλών από τα ήδη υπάρχοντα ορθόδοξα μοναστήρια. Ο αγώνας τους υπήρξε σκληρός ιδίως κατά τον 13ο αιώνα οπότε είχαν φτάσει μέχρι τις ακρότητες οι προσπάθειες της Λατινικής Εκκλησίας να καθυποτάξει την Ορθόδοξη. Το μαρτύριο των θανατωθέντων από τους Λατίνους 13 μοναχών του μοναστηριού της Παναγίας Καντάρας το 1231, είναι ίσως το πιο γνωστό ακραίο παράδειγμα. Το 1223 ο τότε ηγούμενος του μοναστηριού της Παναγίας Αψινθιώτισσας, ονόματι  Λεόντιος, μαζί με τον τότε επίσκοπο Σολίας Λεόντιο, αναφέρεται ότι είχαν μεταβεί στη Νίκαια για να ζητήσουν τη βοήθεια των Βυζαντινών προκειμένου η Εκκλησία της Κύπρου να αντέχε την καταπίεση εκ μέρους των Λατίνων.

 

Η Λατινική Εκκλησία είχε μάλιστα καταλάβει και ορθόδοξα μοναστήρια όπως εκείνο του Σταυροβουνιού. Επίσης το γεγονός ότι η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο είχε μεταβεί μαζί με όλους τους ευγενείς για προσκύνημα στο μοναστήρι της Αψινθιώτισσας πριν αναχωρήσει από την Κύπρο το 1489, πιθανότατα υποδηλώνει ότι και το μοναστήρι αυτό ήταν τότε κατειλημμένο από τους Λατίνους.

 

Ένα ορθόδοξο μοναστήρι που ιδρύθηκε ή επανιδρύθηκε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ήταν εκείνο του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων. Ιδρύθηκε από τη βασίλισσα Ελένη Παλαιολογίνα προκειμένου να στεγάσει φυγάδες μοναχούς από την Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την άλωση της πόλης το 1453. Η άφιξη στην Κύπρο τότε πολλών φυγάδων μοναχών, όπως μαρτυρεί ο χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς, θα πρέπει να αποτέλεσε σημαντική ενίσχυση των ορθόδοξων μοναστηριών της Κύπρου και γενικότερα της κυπριακής ορθόδοξης Εκκλησίας.   

 

Όπως σημειώθηκε πιο πάνω πολλά μοναστήρια συνωθούνταν εντός και γύρω από τη μεσαιωνική πρωτεύουσα της Κύπρου και μαζί και με τις όχι λίγες εκκλησίες, θα πρέπει να έδιναν μια όψη έντονης θρησκευτικότητας στην πόλη.

 

Λατινικά μοναστήρια λειτουργούσαν επίσης και σε άλλες πόλεις του νησιού και κυρίως στην Αμμόχωστο, όπως τα ιδρύματα των Φραγκισκανών, των Καρμηλιτών και άλλα. Αλλά και στη Λεμεσό και την Πάφο λειτούργησαν επίσης λατινικά μοναστήρια. Ακόμη λειτούργησαν και στην ύπαιθρο με σημαντικότερο από αυτά το γνωστό Αββαείο στο Πέλλα Πάις,  του οποίου σώζονται τα σημαντικά και εντυπωσιακά κατάλοιπα. Σώζονται επίσης στην ύπαιθρο ναοί που ανήκαν κάποτε σε λατινικά μοναστήρια, όπως ο ναός της Παναγίας Στάζουσας, κοντά στο χωριό Πυργά καθώς και ο ναός της Παναγίας Καρμιώτισσας (Καρμηλιτών) στα Πολεμίδια κοντά στη Λεμεσό. 

 

Τα λατινικά μοναστήρια της Κύπρου, όπως και τα πολλά θρησκευτικά τάγματα που εκπροσωπούντο στο νησί κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο κατά τον 13ο αιώνα από φυγάδες/ πρόσφυγες από τη Συρία και τους Αγίους Τόπους ύστερα από την τελική επικράτηση εκεί των Μουσουλμάνων, ιδίως δε μετά την πτώση και της Πτολεμαΐδος (Άκρας) το 1291.

 

Τα λατινικά μοναστήρια ιδρύθηκαν κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192 κ.ε.) και κανένα δεν υπήρχε πιο πριν. Λειτούργησαν δε και κατά την ακολουθήσασα περίοδο της Βενετοκρατίας (1489–1570) και όσα υπήρχαν ακόμη μέχρι το τέλος της περιόδου, διαλύθηκαν το 1570–1571 εφόσον, αμέσως μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς Τούρκους, οι Λατίνοι εκδιώχθηκαν από το νησί. Τα μοναστήρια των Λατίνων αφέθηκαν να σωριαστούν σε ερείπια κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, εκτός εκείνων που περιήλθαν στην κατοχή των Ορθοδόξων, οι οποίοι λειτούργησαν τους ναούς τους, όπως στο Πέλλα Πάις και όπως στα Πολεμίδια (ναός Καρμηλιτών). Άλλα μετετράπησαν σε τζαμιά, όπως ο ναός του μοναστηριού των Αυγουστινιανών στη Λευκωσία (τέμενος Ομεριέ). Ένα πάλι μεγάλο λατινικό γυναικείο μοναστήρι στη Λευκωσία, εκείνο της Παναγίας της Τύρου, περιήλθε στην κατοχή των Αρμενίων μετά το 1570.

 

Στις πηγές μαρτυρείται ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο κλιμάκια των ακολούθων λατινικών ταγμάτων:

 

Α) Στρατιωτικά

1. Ιωαννιτών

2. Ναϊτών (διαλύθηκε το 1312 – 13)

3. Αγίου Θωμά μάρτυρος

4. Τευτόνων.

 

Εξ αυτών τα ισχυρότερα και μεγαλύτερα ήταν τα δύο πρώτα. Μετά τη διάλυση του τάγματος των Ναϊτών, όλη του η περιουσία, που περιελάμβανε και πολλά χωριά και πύργους και κάστρα, δόθηκε στο τάγμα των Ιωαννιτών.

 

Β) Θρησκευτικά

1. Καρμηλιτών

2. Βενεδικτίνων

3. Κιστερκιανών

4. Καρθουσιανών

5. Φραγκισκανών

6. Αυγουστινιανών

7. Πρεμονστραντησίων

8. Σταυροφόρων

9. Δομινικανών

10. Οψερβαντίων.

 

Σημαντικότερο τούτων ήταν το τάγμα των Δομινικανών, που διέθετε μεγάλο μοναστήρι στη Λευκωσία, το οποίο μάλιστα βρισκόταν στο ίδιο οικοδομικό συγκρότημα με το βασιλικό ανάκτορο, στην περιοχή της σημερινής Πύλης Πάφου. Το σωζόμενο εκεί μνημείο, γνωστό ως Καστελλιώτισσα, πιθανότατα ήταν μικρό τμήμα του όλου αυτού οικοδομικού συγκροτήματος, που καταστράφηκε το 1426, με την εισβολή των Μαμελούκων της Αιγύπτου, οι οποίοι είχαν τότε καταλάβει και λεηλατήσει και την πρωτεύουσα Λευκωσία. Στο μοναστήρι των Δομινικανών θάβονταν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Κύπρου.

 

Όλα τα πιο πάνω λατινικά τάγματα είχαν δικά τους μοναστήρια και άλλα ιδρύματα, κυρίως στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, μερικά και στη Λεμεσό και Πάφο, αλλά κάποια και στην ύπαιθρο όπου κατείχαν φέουδα. Μερικά επίσης των ταγμάτων αυτών είχαν και γυναικεία κλιμάκια, με χωριστά μοναστήρια.

 

Εκτός βέβαια από τα πολλά τάγματα και μοναστήρια, η Λατινική Εκκλησία εκπροσωπείτο επίσημα στο νησί από την κανονική ιεραρχία της με επί κεφαλής τους διοριζόμενους από τον πάπα Λατίνους ιεράρχες: αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας και επισκόπους Αμμοχώστου, Λεμεσού και Πάφου. Η Λατινική Εκκλησία της Κύπρου προσπάθησε με κάθε τρόπο (περιλαμβανομένου και του εγκλήματος) να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τότε είχαν υποστεί διώξεις και διάφορα Ορθόδοξα μοναστήρια, που τους αφαιρέθηκαν περιουσίες και εδάφη αλλά που υπέστησαν και χειρότερα. Σημαντικότερο ήταν το τόσο γνωστό γεγονός του μαρτυρικού θανάτου των δεκατριών μοναχών του μοναστηριού της Καντάρας*, κοντά στο ομώνυμο κάστρο, το 1231.

 

Η Λατινική Εκκλησία παρέμεινε στην Κύπρο, απολαμβάνουσα τα πολλά προνόμια και τη δύναμή της, και κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας που ακολούθησε τη Φραγκοκρατία. Το τέλος της ηγεμονικής παρουσίας της στην Κύπρο ήλθε με την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους το 1570-1571. Αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση, διαλύθηκαν τόσο η επίσημη εκπροσώπηση της Λατινικής Εκκλησίας όσο και τα ευρισκόμενα τότε στο νησί λοιπά λατινικά θρησκευτικά τάγματα. Είχε, εξάλλου, απαγορευθεί από τους νέους κυριάρχους η παρουσία Λατίνων στην Κύπρο.

 

Μικροί αριθμοί Λατίνων ιερωμένων επανήλθαν και εγκαταστάθηκαν και πάλι στην Κύπρο πολύ αργότερα, τον 19ο αιώνα, ως μικρές ιεραποστολές. Στη Λάρνακα ιδρύθηκε το Ρωμαιοκαθολικό μοναστηριακό ίδρυμα του Αγίου Ιωσήφ κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Ο Γερμανός καθηγητής και αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος, που είχε περιοδεύσει την Κύπρο τον Φεβρουάριο–Μάρτιο του έτους 1845, στο σχετικό του κείμενο πιθανότατα αναφέρεται σ’ αυτό το ίδρυμα όταν έγραφε για μία εκκλησία που ακριβώς κτιζόταν στη Λάρνακα. Η εκκλησία, γράφει, κτιζόταν τότε από Ιταλούς Μινορίτες μοναχούς, δηλαδή Φραγκισκανούς. Ο ίδιος επισκέπτης αναφέρει και το μοναστήρι της Τέρρα Σάντα, που λειτουργούσε ήδη τότε στη Λευκωσία και εσυντηρείτο με εισφορές από την Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία και κατεχόταν τότε, το 1845, από ελάχιστους Ισπανούς μοναχούς. Ο ίδιος μνημονεύει και άλλο λατινικό μοναστήρι, του τάγματος των Καπουτσίνων, που λειτουργούσε στη Λάρνακα και υπηρετείτο από έως και 9 Ιταλούς μοναχούς.

 

Ο δρ. Λούτβιγκ Ρος αναφέρει και τα ακόλουθα Ορθόδοξα μοναστήρια τα οποία είχε επισκεφθεί:

Του Αγίου Σπυρίδωνος στην Τρεμετουσιά, όπου είδε και μικρή σαρκοφάγο που επιδεικνυόταν ως ο τάφος του αγίου

Του Αποστόλου Βαρνάβα, που αναφέρει ως εκκλησία και όχι μοναστήρι

Της Παναγίας Αυγασίδας

Της Παναγίας Περγάμου (Περγαμηνιώτισσας, παρά το χωριό Ακανθού)

Της Αχειροποιήτου και του Αγίου Παντελεήμονος στη Μύρτου που και τα δύο, όπως γράφει, ιδίως το δεύτερο, χρησιμοποιούνταν ως έδρα των επισκόπων της Κερύνειας

Το μοναστήρι της Μόρφου (Αγίου Μάμα), στο οποίο φιλοξενήθηκε και μία νύκτα

Εκείνο του Αγίου Γεωργίου Ρηγάτη κοντά στο χωριό Φίλια

Το εγκαταλειμμένο τότε μοναστήρι της Παναγίας Σκουριώτισσας

Εκείνο της Παναγίας του Μαχαιρά, «ένα από τα πιο παλαιά και πιο σημαντικά στο νησί»

Τα γειτονικά μοναστήρια του Αγίου Ηρακλειδίου (που λειτουργούσε τότε ακόμη ως ανδρικό και όπου ο δρ. Ρος φιλοξενήθηκε από τον ηγούμενο) και Αγίου Μνάσωνος

Δύο μοναστήρια στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου, εκείνα του Αγίου Νικολάου των Γάτων και του Αγίου Γεωργίου (από το δεύτερο σώζεται μόνο ο μικρός του ναός)

Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Πυργώτη, μετόχι του Σινά, του οποίου ενοικιαστής της κτηματικής περιουσίας ήταν τότε ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, πρώην σημαντικός αγωνιστής στην ελληνική επανάσταση

Την Εγκλείστρα (Αγίου Νεοφύτου)

Και το μοναστήρι του Σταυροβουνιού.

 

Σε διάφορα μοναστήρια αναφέρονται στα κείμενά τους και πολλοί άλλοι ξένοι κατά καιρούς επισκέπτες της Κύπρου. Σχεδόν όλοι, όμως, αναφέρονται κυρίως στα μοναστήρια εκείνα προς τα οποία η πρόσβαση ήταν ευκολότερη, όπως λ.χ. εκείνα της Αγίας Νάπας, του Αγίου Νικολάου των Γάτων, του Σταυροβουνίου επειδή δεν βρισκόταν μακριά από το λιμάνι της Λάρνακας όπου συνήθως έφθαναν οι επισκέπτες. Μερικοί τολμούσαν και επιχειρούσαν το ταξίδι μέχρι το μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου, λόγω της μεγάλης του φήμης, ενώ λιγότεροι και κυρίως με ειδικά ενδιαφέροντα, ανέβαιναν μέχρι τα περισσότερο απομονωμένα μοναστήρια, όπως λ.χ. εκείνο του Αντιφωνητή. Κανείς, πάντως, δεν αναφέρει μικρά και περισσότερο απομονωμένα μοναστήρια, πέραν του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Μπάρσκυ, ο οποίος είχε πεζοπορήσει επί πολύ για να επισκεφθεί, ως προσκυνητής, τα περισσότερα.