Μοναστήρια της Κύπρου

Τα μοναστήρια - οικοδομήματα

Τα μοναστήρια είναι συγκροτήματα μεγάλων ή μικρών κτιρίων που εξυπηρετούν τις θρησκευτικές και άλλες ανάγκες των διαβιούντων σ' αυτά μοναχών. Επίκεντρό τους είναι, βέβαια, ένας ναός. Γύρω από τον ναό βρίσκονται τα μοναστηριακά κτίρια, άλλοτε σε τετράγωνο σχήμα ώστε να περιβάλλουν τον ναό από όλες τις πλευρές, άλλοτε σε σχήμα Π, σε σχήμα Γ ή και σε ακανόνιστη αρχιτεκτονική διάταξη. Οι μοναστηριακές αυτές εγκαταστάσεις αποτελούνται από τα κελιά στα οποία διαμένουν οι μοναχοί ή οι μοναχές, τους άλλους κοινόχρηστους χώρους, όπως μαγειρεία, τραπεζαρία, το συνοδικόν, το ηγουμενείον και άλλα βοηθητικά κτίρια. Σε παλαιότερες εποχές απαραίτητοι ήταν και οι στάβλοι και άλλοι χώροι όπως αποθήκες και κελλάρια, αφού τα μοναστήρια ήταν, ως επί το πλείστον, αυτοσυντήρητα. Διέθεταν ζώα που απασχολούνταν σε γεωργικές εργασίες, συνήθως δε και εγκαταστάσεις για την παραγωγή αγαθών όπως λάδι, κρασί κλπ. Τέτοιες εγκαταστάσεις, όπως ελαιόμυλοι και νερόμυλοι ή και μάντρες για ζώα που εκτρέφονταν, βρίσκονταν είτε στα κτίρια του μοναστηριού είτε μακριά απ' αυτό, σε μετόχια, δηλαδή σε κτηματικές περιουσίες που ανήκαν στο μοναστήρι αλλά βρίσκονταν σε άλλες περιοχές, ακόμη και σε άλλες χώρες.

 

Από αρχιτεκτονικής απόψεως, τα μοναστήρια είναι «κλειστά» οικοδομικά συμπλέγματα με υψηλούς εξωτερικούς τοίχους, ταυτισμένα όμως με τη μορφολογία και τα άλλα χαρακτηριστικά της περιοχής στην οποία ευρίσκονται. Στον περίγυρό τους υπάρχουν μικροί ή μεγάλοι κήποι όπου καλλιεργούνται διάφορα είδη φυτών ή και φρουτόδεντρων.

 

Το κάθε μοναστήρι έχει τους κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία του και καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εις αυτό μοναχών. Τα Ορθόδοξα μοναστήρια διακρίνονται βασικά σε δυο τύπους: τα κοινόβια και τα ιδιόρυθμα. Στην Κύπρο όμως δεν λειτουργούν ιδιόρυθμα μοναστήρια.

 

Προσφορά των μοναστηριών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας: Τα κυπριακά Ορθόδοξα μοναστήρια διαδραμάτισαν ζωτικότατο και ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας (1570/71-1878). Η προσφορά τους εντάσσεται, βέβαια, στο ευρύτερο πλαίσιο της προσφοράς της Εκκλησίας κατά τους αιώνες της υποδούλωσης, είναι δε εθνική, οικονομική και κοινωνική, πέραν της θρησκευτικής.

 

Ως οργανωμένα θρησκευτικά σύνολα, κυρίως τα μεγάλα μοναστήρια του νησιού, συνέβαλαν αποφασιστικά στον σκληρό αγώνα της Κυπριακής Εκκλησίας για διατήρηση της ελληνικής και χριστιανικής ταυτότητας των υποδούλων Κυπρίων. Ακόμη, συμμετείχαν ηθικά και υλικά σε αγώνες και προστάτευαν — όσο τους ήταν κατορθωτό — καταδιωκόμενους, πράγμα που συνέβαινε και κατά τους προγενέστερους αιώνες. Στη μακρόχρονη σκληρή πορεία του νησιού, ήταν ιδιαίτερα σημαντικός ο παράγων της πίστης και της θρησκείας. Ιδιαίτερα σημαντικό εθνικό έργο των μοναστηριών, κατά την περίοδο της υποδούλωσης, ήταν ο εθνικός και παιδαγωγικός τους ρόλος. Όλα τα μοναστήρια του νησιού συνέβαλαν στην εκπαίδευση, το κάθε ένα στην περιοχή του, άλλα σε περισσότερο και άλλα σε λιγότερο βαθμό. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για παροχή υψηλής στάθμης παιδείας. Αλλά υπό τις άθλιες συνθήκες εκείνης της εποχής, το να παρέχεται η δυνατότητα εκμάθησης έστω και ελάχιστων πραγμάτων, ήταν έργο σημαντικό.

 

Μεταξύ των ξένων επισκεπτών, ο Πόκοκ (Pockoke) που βρισκόταν στην Κύπρο το 1738, γράφει ότι υπήρχε στο νησί ένας μεγάλος αριθμός μοναστηριών που μπορούσαν να θεωρούνται ως κέντρα εκπαιδεύσεως, όπου οι νέοι μάθαιναν να διαβάζουν και να ψάλλουν κατά τη διάρκεια της νύκτας επειδή εργάζονταν κατά τη διάρκεια της ημέρας.

 

Μεταξύ των μοναστηριών της Κύπρου, εκείνο του Κύκκου λειτουργούσε σχολή από τον 18ο αιώνα, όπως κι εκείνο του Μαχαιρά. Κατά τον 19ο αιώνα υπήρχαν αναμφίβολα (αν όχι και πιο πριν) σχολεία που λειτουργούσαν στα μοναστήρια Χρυσορροϊάτισσας, Τροοδίτισσας, Αχειροποιήτου, Ποδύθου (στο χωριό Γαλάτα), Αγίου Αναστασίου (κοντά στην Περιστερωνοπηγή), Καντάρας, Αρχαγγέλου (στο Μονάγρι), Μελανδρύνας, και βέβαια και σε αρκετά άλλα.

 

Στις σχολές των μεγάλων μοναστηριών διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα νέοι των περιοχών τους αλλά και οι νεαροί δόκιμοι, αρκετοί από τους οποίους στέλνονταν αργότερα για ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό. Στα μικρά μοναστήρια, τα γράμματα διδάσκονταν στα παιδιά των γύρω χωριών.

 

Εξάλλου, κατά τον 19ο αιώνα οπότε άρχισαν να οικοδομούνται και να λειτουργούν σχολεία στις κοινότητες, τα μοναστήρια, όσα είχαν τη δυνατότητα, ήταν οικονομικοί αρωγοί. Ο σημαντικός ρόλος των μοναστηριών στον τομέα της εκπαίδευσης συνεχίστηκε και καθ' όλη την περίοδο της αγγλικής κατοχής, οπότε είχαν και αξιόλογη προσφορά κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα.

 

Στον κοινωνικό τομέα, τα μοναστήρια διαδραμάτισαν επίσης σοβαρό ρόλο. Συμμετείχαν στον αγώνα της Εκκλησίας κατά των αυθαιρεσιών των Τούρκων κυβερνητών του νησιού και κατά της επιβολής αβάσταχτων φορολογιών. Η αφιέρωση, εξάλλου, σε μοναστήρια εκτάσεων γης, είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της υφαρπαγής της από τους Τούρκους. Τα μοναστήρια συνέβαλαν στην υπόθεση του διαφωτισμού, ιδίως τα μεγάλα που, μεταξύ άλλων, διέθεταν βιβλιοθήκες ή και εισήγαν στο νησί ή εξέδιδαν με δικές τους δαπάνες βιβλία. Αλλά πρόσφεραν στους φτωχούς Κυπρίους και άλλη ποικίλη βοήθεια, ακόμη λειτουργώντας και ως εμπειρικά και πρακτικά ιατρικά κέντρα.

 

Η προσφορά των μοναστηριών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου ήταν τόσο αξιόλογη, ώστε συχνά τα καθιστούσε στόχους των κατακτητών. Υπό τις τόσο δύσκολες συνθήκες, πολλά μοναστήρια, βασικά τα μικρά, διαλύθηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αποκορύφωμα των διωγμών ήταν οι σφαγές του Ιουλίου του 1821, που επεκτάθηκαν και στα μοναστήρια. Τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα (Κύκκος, Μαχαιράς, Άγιος Νεόφυτος, Χρυσορροϊάτισσα, Σταυρός Ομόδους, Άγιος Παντελεήμων) λεηλατήθηκαν άγρια κι έδωσαν μάρτυρες.