Νεόφυτος άγιος ο Έγκλειστος

Ιδρυση του μοναστηριού

Image

Μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο, ο άγιος Νεόφυτος απέκτησε μαθητές, πέρα από τον ένα εκείνο που του είχε δώσει ο Κίνναμος, κι εξ ανάγκης άρχισαν να οικοδομούνται ή και να λαξεύονται και άλλα κελλιά. Σύντομα εγκαταστάθηκαν κοντά του 10 μοναχοί κι έπειτα περισσότεροι. Η εγκλείστρα όχι μόνο μεγεθύνθηκε, με περαιτέρω λάξευση, αλλά και καλλωπίστηκε. Το δε 1183 (στον 24ο χρόνο της εκεί διαμονής του αγίου) η εγκλείστρα κοσμήθηκε ολόκληρη με τοιχογραφίες. Ιδρύθηκε έτσι το μοναστήρι, του οποίου ο άγιος Νεόφυτος συνέταξε και τη γνωστή Τυπικήν Διαθήκην, ένα είδος κανονισμών για τη λειτουργία του. Έγραψε, για την ακρίβεια, δυο Διαθήκες: την πρώτη το 1167 (τον όγδοο χρόνο της ασκήσεώς του στην εγκλείστρα) και τη δεύτερη το 1214 (τον πεντηκοστό πέμπτο χρόνο της διαμονής του στην εγκλείστρα κι ενώ ήταν πλέον 80 περίπου χρόνων). Με τη δεύτερη, μεταξύ άλλων αύξανε τον αριθμό των μοναχών μέχρι τους 18. Εφόσον όμως η πρώτη είχε γραφεί το 1167, υποδηλώνει ότι ο άγιος είχε πάρει από τότε, ή και πιο πριν ακόμη, την απόφαση να ιδρύσει το μοναστήρι του, δηλαδή τρία περίπου χρόνια πριν χειροτονηθεί σε πρεσβύτερο. Την Τυπικήν Διαθήκην (Διάταξιν) επικύρωσε ο επίσκοπος Πάφου Βασίλειος Κίνναμος, ζώντος ακόμη του αγίου Νεοφύτου, την 6ην μηνί Ἰανουαρίῳ, ἰνδικτιῶνος ὀγδόης (πιθανώς κατά το 1190). Μια δεύτερη επικύρωσή της έγινε από τον διάδοχο του Κιννάμου, επίσκοπο Πάφου Βάκχο*, το 1194 μάλλον, κι ενώ ζούσε επίσης ο άγιος Νεόφυτος. Στην επικύρωση της Διατάξεως από τον Βάκχο αναφέρεται: Τήν παροῦσαν Τυπικήν Διάταξιν ὑπαναγνοῦσα ἡ  ἡμῶν εὐτέλεια καί διαγνοῦσα τά ἐν αὐτῇ διατεταγμένα καλῶς ἔχειν καί θεαρέστως, οἰκειοχείρως ὑπεσημάνατο εἰς πλείονα πίστωσιν καί βεβαίωσιν, μηνί Μαΐω, ἰνδικτιῶνος ιβ΄ [1194;]. Ὁ εὐτελήςμαρτωλός μοναχός Βάκχος καί, εἰ καί ἀνάξιος, ἐπίσκοπος Πάφου.

 

Από μερικούς ερευνητές (Χάκκετ - Παπαϊωάννου, Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, Β΄, 1927, σσ. 141-142), δίνονται οι ακόλουθες χρονολογίες επικυρώσεων της Τυπικῆς Διατάξεως: η πρώτη (Κίνναμος) το 1220 και η δεύτερη (Βάκχος) το 1224. Αν δεχθούμε τις χρονολογίες αυτές, τότε μετατοπίζονται και ο χρόνος θανάτου του αγίου Νεοφύτου στο ή περί το 1224, και οι χρόνοι επισκοπείας των Κιννάμου και Βάκχου. Η ακριβής χρονολόγηση, πάντως, των γεγονότων αυτών είναι προβληματική. Επειδή η 6η Ἰανουαρίου ἰνδικτιῶνος η΄ (επικύρωση Κιννάμου) συμπίπτει με τα χρόνια 1190, 1205 και 1220, ενώ η δεύτερη επικύρωση γνωρίζουμε ότι έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1194 ή το 1209 ή το 1224. Ένα των επιχειρημάτων στους Χάκκετ - Παπαϊωάννου για την υιοθέτηση από τον δεύτερο των χρονολογιών 1220 και 1224 είναι ότι, κατά μαρτυρία του ιδίου του αγίου Νεοφύτου, η Τυπική Διάταξις συνετάχθη 55 χρόνια μετά την έγκλεισή του στην εγκλείστρα, άρα το 1214˙ συνεπώς επικυρώθηκε μετά τη σύνταξή της, άρα το 1220. Είναι όμως αμφίβολο εάν ζούσε μέχρι το 1220 ο Βασίλειος Κίνναμος, αφού, κατά τον άγιο Νεόφυτο, είχε γίνει επίσκοπος τον 7ο χρόνο της έγκλεισής του, δηλαδή το 1166˙ εξάλλου, υπάρχει και μαρτυρία ότι ο διάδοχος του Κιννάμου, ο επίσκοπος Βάκχος, βρισκόταν το 1196 στην Κωνσταντινούπολη όπου πήρε μέρος στην εκκλησιαστική έριδα σχετικά με το φθαρτό ή άφθαρτο των θείων δώρων, υποστηρίζοντας αρχικά το άφθαρτο και λίγο αργότερα το αντίθετο˙ τον Βάκχο αντέκρουσε ο άγιος Νεόφυτος που έγραψε υπέρ του αφθάρτου των θείων δώρων.

 

Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τη διαφορά στις χρονολογίες επικύρωσης των κανονισμών, το μοναστήρι λειτουργούσε κατά τα τέλη του 12ου αιώνα. Επειδή μάλιστα άρχισε να συρρέει εκεί κόσμος, ο άγιος αποφάσισε (γύρω στα 1197) να λαξεύσει μια άλλη, την ἀνωτέραν ἐγκλείστραν του, δηλαδή ένα νέο ησυχαστήριο σε υψηλότερο σημείο του ίδιου βράχου. Ενώ μάλιστα εργαζόταν στο μεγάλο εκείνο ύψος και ευρισκόμενος ήδη σε προχωρημένη ηλικία (περίπου 63 χρόνων), κατέπεσε τον Ιανουάριο του 1198 και κινδύνευσε να σκοτωθεί. Το 1199 τελείωσε πάντως η νέα εγκλείστρα στην οποία συχνά αποσυρόταν και από την οποία μπορούσε, μέσω τετράγωνου ανοίγματος στο δάπεδο, να παρακολουθεί τη λειτουργία στη χαμηλότερα ευρισκόμενη εκκλησία του Τιμίου Σταυρού. Λάξευσε επίσης μικρό παρεκκλήσι δίπλα στο κελλί του που αφιέρωσε στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτό επειδή, όταν λάξευε, αναφέρεται ότι είχε βρει πέτρες που έφεραν μερικά γράμματα: μια πέτρα είχε τα γράμματα Κ και Χ και ένα σταυρό, που τα ερμήνευσε ως Κυρίου Σταυρός [και] Χειρ˙ μια άλλη πέτρα είχε τα γράμματα Ι και Π, που τα ερμήνευσε ως Ιωάννης Πρόδρομος.

 

Μέχρι και την επικύρωση της Τυπικῆς Διατάξεως του αγίου, τόσο ο άγιος Νεόφυτος όσο και οι γύρω του έζησαν ακτήμονες και χωρίς οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Αλλά τελικά, εξαιτίας της ανάγκης συντηρήσεώς τους, ο άγιος επέτρεψε στους μοναχούς να αποδεχθούν την απόκτηση κάποιας περιουσίας, δηλαδή γῂδιόν τι ἀρόσιμον ἐπικτήσασθαι καί ἀμπελῶνα καί βοσκήματα μέτρια πρός ἀναγκαιοτάτην ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Επέτρεψε, δηλαδή, την απόκτηση από το μοναστήρι μόνο των αυστηρώς απαραιτήτων για τις βασικές ανάγκες των μοναχών.

 

Στο μεταξύ σημαντικές μεταβολές σημειώθηκαν στην ιστορία της Κύπρου που κατακτήθηκε από τον Ριχάρδο Λεοντόκαρδο, βασιλιά της Αγγλίας, το 1191, με αποτέλεσμα να απολεσθεί πλέον οριστικά το νησί για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία από την οποία το είχε αποσπάσει λίγο πιο πριν ο Βυζαντινός διοικητής του Ισαάκιος Κομνηνός*. Από δε το 1192 άρχισε η περίοδος της Φραγκοκρατίας. Για τα σοβαρά αυτά γεγονότα κάνει λόγο ο άγιος Νεόφυτος στο γνωστότατο κείμενό του που τιτλοφορείται Περί τῶν κατά χώραν Κύπρον σκαιῶν. Το σύντομο αλλά και ιδιαίτερα σημαντικό αυτό κείμενο του αγίου Νεοφύτου παραθέτουμε ολόκληρο σε χωριστή στήλη, μεταξύ άλλων και ως χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του ιδίου αλλά και της εποχής του.