Πάσχα Λαμπρή

Κυριακή του Πάσχα

Αφού τελειώσει η λειτουργία το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου — ξημερώματα πλέον της Κυριακής — οι πιστοί επιστρέφουν στα σπίτια τους, μεταφέροντας και το άγιο φως για τα καντήλια των σπιτιών. Συνήθως όταν επιστρέψουν, τρώνε ζεστή σούπα. Σε μερικές περιοχές, πριν καθίσουν στο τραπέζι, απευθύνουν το «Χριστός Ανέστη» προς τα δέντρα, που μερικοί τα αγκαλιάζουν κιόλας, για να πάρουν δύναμη. Σε μερικά χωριά παλαιότερα δεν επιτρεπόταν να κοιμηθούν μετά τη λειτουργία, που άρχιζε στις τρεις το πρωί. Πολλοί έμεναν στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου εξακολουθούσε ν' ανάβει η φωτιά. Οι νέοι διαγωνίζονταν πηδώντας πάνω από τη φωτιά, ενώ δοκίμαζαν και μερικοί από τους παλαιότερους.

 

Την Κυριακή, γύρω στις 11 το πρωί, γίνεται εκκλησιαστική τελετή που λέγεται της αγάπης, ή ακόμη του σταυρού (Πάφος) ή και λιτή (Μαραθάσα κ.α.). Ο χαιρετισμός, μεταξύ των Χριστιανών, που ακούγεται για σαράντα μέρες, είναι: «Χριστός Ανέστη», με αντιφώνηση «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος».

 

Στο τέλος της λιτανείας οι γιορτάρηδες (αυτοί που τελούν τη γιορτή) προσφέρουν στο εκκλησίασμα σησαμένια παξιμάδια και χαλλούμι. Σε μερικά χωριά (λ.χ. Κυθρέα) συνηθιζόταν οι γιορτάρηδες, κρατώντας την εικόνα της Αναστάσεως, να περιφέρονται μαζί με τον ιερέα από σπίτι σε σπίτι. Ο ιερέας μνημόνευε τους νεκρούς του κάθε σπιτιού, ενώ η κάθε οικοκυρά κερνούσε χαλλούμι και κρασί όλη τη συνοδεία (αλλού το έθιμο αυτό γινόταν τη Δευτέρα).

 

Στο Κεφαλόβρυσο της Κυθρέας γινόταν υπαίθρια λειτουργία σε παλαιότερες εποχές, το λεγόμενο Πάσκαν της Βρύσης. Μετά τη λειτουργία γίνονταν αγωνίσματα, ιδίως πάλη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, με τη συνοδεία ζορνέδων και βιολιών.

 

Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην πλατεία ή, συνηθέστερα, στον περίβολο της εκκλησίας, όπου γίνονταν διάφορα παραδοσιακά αγωνίσματα και παιγνίδια (σε μερικά χωριά γίνονταν και τη Δευτέρα της Λαμπρής και την Τρίτη). Τέτοια παιγνίδια ήσαν ο ποταμός, ο μυλωνάς, ο ζίζιρος, η τριζούρα, η σούσα, οι μούλες, η βασιλιτζ’ιά κ.α. Μεταξύ των αγωνισμάτων ήσαν το μονάππιν (πήδημα απλούν), τα τριάππηδκια (τριπλούν) και κυρίως το διτζ'ίμιν (άρση βάρους, που ήταν συνήθως ένας ογκόλιθος ή τμήμα αρχαίας κολώνας). Επίσης γίνονταν και διάφορα λαϊκά δρώμενα όπως η καμήλα, ο σσ'ύλλος, ο βοσκός, που είχαν σχέση με τη νεκρανάσταση.

 

Το έθιμο της σούσας είναι σημαντικό: οι γυναίκες, ιδίως οι νεαρές, κρέμαζαν τη σούσα (=κούνια) είτε από τα δοκάρια ενός σπιτιού είτε στο ύπαιθρο, από τα κλαδιά μεγάλου δέντρου. Στη σούσα κάθονταν δυο κοπέλες ενώ στα δυο άκρα στέκονταν άλλες δυο και με κατάλληλες κινήσεις εσούζουνταν (αιωρούντο) ενώ τραγουδούσαν ταυτόχρονα διάφορα δίστιχα. Τη συγκέντρωση αυτή των νεαρών γυναικών θυμίζει και το γνωστό τραγούδι:

 

Θεέ μου νά 'ρταν οι γιορτές

να κρεμμαστούν οι σούσες,

να δούσιν τζ' αι τα μμάδκια μου

ούλλον μαυρομματούσες...

 

Οι σούσες*, σε μερικές περιοχές της Κύπρου, κρεμάζονταν και κατά τη διάρκεια άλλων εορτών (Απόκριες, Φώτα). Το έθιμο αυτό θυμίζει το ανάλογο αρχαίο έθιμο της αιώρας που γινόταν από Αθηναίες παρθένες κατά τη γιορτή των Ανθεστηρίων στην αρχαία Αθήνα. Το έθιμο σχετιζόταν με τη βλάστηση και την προαγωγή της, διά της αναλογικής μαγείας: όπως δηλαδή κουνιούνται τα κορίτσια, έτσι να κινηθεί και η γη για προαγωγή της βλάστησης.