Πατριαρχεία

Οικουμενικό πατριαρχείο και Κύπρος

Image

Οι σχέσεις της Κύπρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είναι συνεχείς και αδιάλειπτες.

Στο Οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως επιφανείς Κύπριοι κληρικοί κατέλαβαν την υψηλότατη βαθμίδα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, δηλαδή τον πατριαρχικό θρόνο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Παύλο Δ΄ (780-784), τον Ταράσιο (784-806), τον Γρηγόριο τον Κύπριο (13ος αιώνας), τον Γεράσιμο Γ΄ τον Κύπριο (18ος αιώνας), τον Νικόλαο Μουζάλωνα (12ος αιώνας, αν και δεν ήταν κυπριακής καταγωγής, είχε διατελέσει αρχιεπίσκοπος Κύπρου πριν ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο). Εξ άλλου, πολλοί Κύπριοι ιεράρχες κατέλαβαν κατά καιρούς επισκοπικές έδρες του πατριαρχείου. Μεταξύ των λογίων Κυπρίων που υπηρέτησαν στο πατριαρχείο, αναφέρουμε τον πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄, τον Ηλία τον Κύπριο (18ος αιώνας), τον Φώτιο τον Κύπριο (18ος-αρχές 19ου αιώνα), τον Σαμουήλ  τον Κύπριο (19ος αιώνας) που υπηρέτησε και ως μητροπολίτης Προικονήσσου και μητροπολίτης Μεσημβρίας, τον Αντώνιο Χαρίλαο, τον Ονούφριο Μικελλίδη και τον Κωνσταντίνο Φωτιάδη (και οι τρεις τον 19ο αιώνα). Αναφέρουμε επίσης τον (μη Κύπριο) πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιο Α΄ (5ος αιώνας) που ήλθε στην Κύπρο όπου και πέθανε (συγκαταλέγεται μεταξύ των ξένων αγίων που ήλθαν κι έμειναν στην Κύπρο). Αναφέρουμε ακόμη τον Σεραφείμ Πισσίδιο, μητροπολίτη Αγκύρας (18ος αιώνας), τον Αθανάσιο Καρύδη (18ος αιώνας, που υπηρέτησε τόσο στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας ως μητροπολίτης Λιβύης, όσο και στο Οικουμενικό ως μητροπολίτης Νικομηδείας) και τον επίσης Κύπριο μητροπολίτη Νικομηδείας Πανάρετο (19ος αιώνας). Ακόμη, αξίζει ν’ αναφερθεί ο Κρητικός ιεράρχης Μελέτιος Μεταξάκης, Οικουμενικός πατριάρχης και πατριάρχης Αλεξανδρείας, που είχε υπηρετήσει προηγουμένως (1910-1917) στην Κύπρο ως επίσκοπος Κιτίου.

 

Κατά τους δύσκολους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν, η θέση της Εκκλησίας της Κύπρου μεταξύ των λοιπών χριστιανικών Εκκλησιών δεν ήταν σταθερή. Οι διάφορες έριδες και αιρέσεις, καθώς και οι αξιώσεις της Εκκλησίας της Αντιοχείας επί της Κυπριακής, μέχρι και της οριστικής αναγνωρίσεως του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου, δημιουργούσαν μια ρευστή κατάσταση (βλέπε λήμμα Εκκλησία Κύπρου). Ωστόσο η Κυπριακή Εκκλησία αντιπροσωπεύεται με δύο, τρεις ή και πολύ περισσότερους εκπροσώπους σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους, τοποθετείται δε έναντι των εκάστοτε ζητημάτων και θεολογικών συζητήσεων.

 

Η οριστική αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου από την Κωνσταντινούπολη τον 5ο αιώνα (επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Ανθεμίου και επί

πατριαρχείας Ακακίου) απετέλεσε τον πρώτο σημαντικότατο σταθμό στην πορεία της Εκκλησίας του νησιού. Η αναγνώριση του αυτοκεφάλου από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, που με την πράξη του αυτή θα πρέπει να δυσαρέστησε τον φίλο του πατριάρχη Αντιοχείας Πέτρο Γναφέα (ήσαν και οι δυο μονοφυσίτες), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι επετεύχθη και με την υποστήριξη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ακακίου προς την Εκκλησία της Κύπρου.

 

Έκτοτε, το Οικουμενικό πατριαρχείο επανειλημμένα προσέφερε τη βοήθειά του υπέρ των Κυπρίων, σε διάφορες περιπτώσεις. Αναφέρουμε ενδεικτικά την επέμβαση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου Α΄ Μυστικού (πρώτο τέταρτο του 10ου αιώνα) για την απελευθέρωση χιλιάδων Κυπρίων αιχμαλώτων που είχαν οδηγηθεί μέχρι τη Βαγδάτη, ύστερα από την καταστροφική επιδρομή στο νησί του εξωμότη Νταμιάνα το 911/12.

 

Οι σχέσεις της Κύπρου με το Οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως καθ’ όλη τη μακρά περίοδο των Βυζαντινών χρόνων της ιστορίας της Κύπρου (330-1191 μ.Χ.), εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο των σχέσεων της Κύπρου προς το Βυζάντιο. Η Κύπρος, ως βυζαντινή επαρχία, δέχθηκε πλείστες όσες επιδράσεις από την αυτοκρατορία, εκ των οποίων οι περισσότερες και σημαντικότερες μέσω της Εκκλησίας, άρα και μέσω του Οικουμενικού πατριαρχείου. Δεν έλειψαν βέβαια και οι αντιθέσεις — ήδη από πολύ νωρίς (λ.χ. ο Κύπριος επίσκοπος Κωνσταντίας άγιος Επιφάνιος ο μέγας διαπληκτίζεται κατά τον 4ο αιώνα με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο).

 

Οι σχέσεις αυτές πρακτικά διακόπτονται μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Φράγκους και την οργάνωσή της σε βασίλειο υπό τους Λουζινιανούς. Το Οικουμενικό πατριαρχείο αδυνατεί να ασκεί πλέον την επιρροή του στην Κύπρο, τουλάχιστον στον υψηλότατο βαθμό που την ασκούσε έως τότε. Η αποκοπή της Κύπρου από τον κορμό της αυτοκρατορίας σήμαινε και την αποκοπή, αλλ’ όχι εντελώς, και των εκκλησιαστικών σχέσεων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ευρισκόμενη υπό σκληρό διωγμό, αδυνατεί να εύρει ουσιαστική υποστήριξη. Ακόμη και μετά την θύελλα που ξεσηκώθηκε από τη μαρτυρική εκτέλεση των μοναχών της Καντάρας από τους Λατίνους στη Λευκωσία το 1231, το Οικουμενικό πατριαρχείο αδυνατεί να συμπαρασταθεί ενεργά˙ ιδίως μάλιστα επειδή και η ίδια η Κωνσταντινούπολη είχε αλωθεί από τους Λατίνους (1204), ο δε πατριάρχης Γερμανός Β, που έδρευε τώρα στη Νίκαια, δεν ήταν σε θέση παρά μόνο να στείλει μια επιστολή σφοδρής διαμαρτυρίας προς τον πάπα. Η αποστολή, εξ άλλου, στη Νίκαια του επισκόπου Σολίας Λεοντίου το 1222-23, μαζί με τον ηγούμενο του μοναστηριού της Αψινθιώτισσας Λεόντιο, είχε σκοπό να διεκτραγωδήσει την οικτρή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου εξ αιτίας των διωγμών των Λατίνων. Ο πατριάρχης Γερμανός και οι συνοδικοί του Οικουμενικού πατριαρχείου άκουσαν τους δυο Λεοντίους, πλην όμως δεν μπόρεσαν να πράξουν ο,τιδήποτε άλλο παρά να δώσουν κάποιες συμβουλές. Συμβούλευσαν μάλιστα και «εικονική υποταγή» των Ορθοδόξων Κυπρίων στους Λατίνους, συμβουλή που λίγο αργότερα ακυρώθηκε εξ αιτίας της οργής που είχε προκαλέσει (βλέπε και λήμμα Νεόφυτος αρχιεπίσκοπος). Ωστόσο, αν και υπήρχαν τα τεράστια αυτά προβλήματα, εντούτοις στις συνειδήσεις των Ορθοδόξων της Κύπρου το Οικουμενικό πατριαρχείο εξακολουθούσε να παραμένει ο ηθικός φάρος και η κεφαλή της Ορθοδοξίας. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες και παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου κατόρθωσε και να επιβιώσει και να παραμείνει αδούλωτη στους Λατίνους. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας λίγες σχετικά ήσαν οι επαφές του πατριαρχείου με την Κύπρο και λιγότερες οι σχέσεις. Μια τέτοια επαφή ήταν η αποστολή, από την Κωνσταντινούπολη στην Κύπρο, του Ιωσήφ Βρυεννίου το 1405-1406, επικεφαλής πατριαρχικής αντιπροσωπείας που μελέτησε το ζήτημα των Ουνιτών Ελλήνων του νησιού. Ο Βρυέννιος διερεύνησε στην Κύπρο και το ζήτημα της απολύτρωσης της Κυπριακής Εκκλησίας από τον παπικό ζυγό και της αποκατάστασης των κανονικών της σχέσεων με το Οικουμενικό πατριαρχείο.

 

Πάνω σε μια εντελώς νέα βάση τοποθετούνται οι σχέσεις της Κύπρου με το Οικουμενικό πατριαρχείο μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71 κ.ε.) και καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι νέες συνθήκες οδηγούν σε μια διαρκή επαφή και άνευ προηγουμένου σύσφιγξη των δεσμών. Η Κύπρος είναι τώρα υπόδουλη στους Οθωμανούς, όπως και η Ελλάδα και η ίδια η Κωνσταντινούπολη. Κάθε πρόσβαση των Κυπρίων προς τις ανώτατες αρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (δηλαδή προς την Υψηλή Πύλη), για οποιοδήποτε από τα τρομερά προβλήματα, γινόταν μέσω της Εκκλησίας της Κύπρου και κατ’ επέκταση μέσω του Οικουμενικού πατριαρχείου. Τακτικές σχεδόν ήσαν οι αποστολές Κυπρίων ιεραρχών στην Κωνσταντινούπολη με αιτήματα, που προωθούνταν μέσω του πατριαρχείου. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ)

Υπήρξαν μάλιστα και περιπτώσεις όπου το πατριαρχείο υπέστη επιπτώσεις επειδή μεσολαβούσε υπέρ των Κυπρίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση του πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ που το 1753 θεωρήθηκε από το σουλτάνο ως στασιαστής επειδή προσπάθησε να βοηθήσει κυπριακή αποστολή του αρχιεπισκόπου Φιλοθέου(άφιξη στην Κωνσταντινούπολη των επισκόπων Πάφου Ιωακείμ, Κιτίου Μακαρίου και Κυρηνείας Νικηφόρου με αίτημα την ελάττωση της βαρύτατης φορολογίας)˙ ο πατριάρχης Κύριλλος Ε΄ θεωρήθηκε συνεργός σε στασιαστική ενέργεια κι επαύθη, ενώ εξορίστηκε κι ο τότε μέγας διερμηνέας της Πύλης Ιωάννης Καλημέρης.

 

Οι παύσεις και οι αναγκαστικές παραιτήσεις πατριαρχών όπως και η εξορία τους δεν ήσαν σπάνια φαινόμενα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μάλιστα σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις μαρτυρείται η εξορία πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως στην Κύπρο: πρόκειται για τους πατριάρχες Κύριλλο τον από Τυρνόβου και Παρθένιο Δ΄ που και οι δυο εξορίστηκαν στην Κύπρο το 1655 και το 1672 αντιστοίχως.

 

Τέτοιοι διωγμοί συχνά αφορούσαν και Κυπρίους ιεράρχες, εκ των οποίων μερικοί παραιτήθηκαν ή πήραν τον δρόμο της εξορίας ή και εκτελέστηκαν. Στις περιπτώσεις αυτές η ανάμειξη του Οικουμενικού πατριαρχείου ήταν πάντοτε δεδομένη γιατί εκαλείτο να επιλύσει τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργούνταν, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις μαζί με άλλα πατριαρχεία και ιδίως το της Αντιοχείας. Αλλά οι επεμβάσεις του Οικουμενικού πατριαρχείου γίνονταν τακτικά και σε άλλες περιπτώσεις που δεν σχετίζονταν άμεσα προς τις πολιτικές εξελίξεις αλλά με σκάνδαλα ή και παρατυπίες. Πράγματι, η κακοδιοίκηση της Κύπρου από τις τουρκικές αρχές αλλά και το όλο διοικητικό σύστημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που επέτρεπε κι ανήγαγε σε κανόνα τα ρουσφέτια, τις δωροδοκίες, τις εξαγορές και τις διάφορες αυθαιρεσίες, πρόσφερε την ευκαιρία για διάφορες παρατυπίες στην ιεραρχία της Κυπριακής Εκκλησίας. Παρατυπίες που συχνά έφθαναν στα όρια του εγκλήματος. Έτσι, ήταν δυνατό φιλόδοξοι κι επίδοξοι ιερωμένοι να δωροδοκούν τις αρχές και να αναρριχώνται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κύπρου, να στέλνουν στην εξορία Κυπρίους ιεράρχες προκειμένου να κενωθούν οι θρόνοι τους, ενώ άλλοι να δωροδοκούν προκειμένου να τους διατηρήσουν, ξεπουλώντας ακόμη και τα άγια σκεύη των εκκλησιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντοτε επενέβαινε το Οικουμενικό πατριαρχείο: άλλοτε ύστερα από αιτήσεις των κατοίκων της Κύπρου για εκδίωξη παρανομούντων ιεραρχών, άλλοτε ύστερα από πιέσεις των οθωμανικών αρχών προκειμένου να αναγνωριστούν κι εγκαθιδρυθούν ιεράρχες της αρεσκείας τους, άλλοτε για να επισημοποιηθούν διάφορες πράξεις. Στις περιπτώσεις αυτές το πατριαρχείο έπαιρνε αποφάσεις κάποτε ορθές και κάποτε λανθασμένες, πάντοτε όμως εξ ανάγκης και ύστερα από πίεση.

 

Τέτοιες επεμβάσεις του Οικουμενικού πατριαρχείου αναφέρουμε: του πατριάρχη Ιωαννικίου το 1651 για επίλυση σοβαρών διαφορών του αρχιεπισκόπου Κύπρου Νικηφόρου με τους επισκόπους˙ του πατριαρχείου για καθαίρεση του φιλόδοξου μοναχού Βίκου το 1730, επί ημερών του αρχιεπισκόπου Σιλβέστρου˙ του εξαναγκασμού του πατριάρχη Παϊσίου από τις οθωμανικές αρχές να εκλέξει αρχιεπίσκοπο Κύπρου τον επιβάτη Νεόφυτο το 1743, επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Φιλοθέου˙ παρόμοια επέμβαση του πατριαρχείου, υπέρ του Φιλοθέου, το 1759˙ εξαναγκασμός του πατριαρχείου να εκλέξει άλλο αρχιεπίσκοπο το 1761, επί αρχιεπισκόπου Παϊσίου*˙ επέμβαση του πατριαρχείου για αναγνώριση της εκλογής ως αρχιεπισκόπου Κύπρου του Κυπριανού* (του εθνομάρτυρος) το 1810, ενώ εστάλη στην εξορία ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος˙ ενέργειες του πατριάρχη Ευγενίου για εκλογή και χειροτονία νέων ιεραρχών στην Κύπρο μετά τον απαγχονισμό του Κυπριανού και των τριών επισκόπων το 1821˙ επέμβαση του πατριαρχείου το 1823, υπέρ του αρχιεπισκόπου Ιωακείμ˙ επέμβαση του πατριαρχείου για επάνοδο από την εξορία του αρχιεπισκόπου Κύπρου Δαμασκηνού το 1830.

 

Οι πιο πάνω αναφορές είναι ενδεικτικές μόνο των πολλών παρεμβάσεων του Οικουμενικού πατριαρχείου, λεπτομέρειες δε αναφέρονται στα ανάλογα λήμματα για τους σημειούμενους αρχιεπισκόπους. Βλέπε επίσης αναφορές για τις διάφορες αποστολές Κυπρίων ιεραρχών στην Κωνσταντινούπολη, επί αρχιεπισκόπων: Τιμοθέου (1575), Αθανασίου (1592), Βενιαμίν (1601), Νικηφόρου (1672), Γερμανού Β΄ (1698), Αθανασίου Β΄ (1707), Ιακώβου (περί το 1713), Φιλοθέου (1744, 1754), Παϊσίου (1760), Χρυσάνθου (1783), Σωφρονίου (1870,1872)˙ αξίζει ν’ αναφερθεί ότι ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος προτάθηκε ως υποψήφιος για το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχη το 1871, αλλά δεν ενεκρίθη από το σουλτάνο.

 

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1960) οι κυριότερες παρεμβάσεις του Οικουμενικού πατριαρχείου στην Κύπρο έγιναν προς επίλυση του αρχιεπισκοπικού* ζητήματος που συγκλόνισε την Κύπρο την πρώτη 10ετία του 20ού αιώνα και προς επίλυση της καταστάσεως μετά την εξέγερση του 1931 και το θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ (1933), οπότε η Κυπριακή Εκκλησία είχε παραμείνει ακέφαλη˙ τότε είχαν παρέμβει, και στις δυο περιπτώσεις, και άλλα πατριαρχεία (βλέπε λήμματα Κύριλλος Β΄ και Γ΄ αρχιεπίσκοπος και Λεόντιος αρχιεπίσκοπος αντιστοίχως).

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί και η ιδιαίτερη σχέση την οποία ανέπτυξαν αρκετοί Κύπριοι με την εκπαίδευση, σε σχέση προς το Οικουμενικό πατριαρχείο. Και συγκεκριμένα με δύο σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα που είχε ιδρύσει το πατριαρχείο και εργάστηκαν υπό τη δική του ευθύνη και φροντίδα. Πρόκειται για την περίφημη Μεγάλη του Γένους Σχολή, η οποία ιδρύθηκε από το πατριαρχείο αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Το νεότερο εντυπωσιακό οικοδόμημα της Σχολής που λειτουργεί ως σήμερα, υποβαθμισμένη πλέον, δεσπόζει στη συνοικία του Φαναρίου, στην οποία βρίσκεται και το πατριαρχείο. Αρκετοί φωτισμένοι Κύπριοι είχαν υπηρετήσει τόσο ως καθηγητές όσο και ως σχολάρχες της Σχολής, της οποίας ο ρόλος υπήρξε καθοριστικός κατά τους σκοτεινούς αιώνες της υποδούλωσης. (Δες σχετικά στο λήμμα Μεγάλη του Γένους Σχολή).

 

Το δεύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα είναι η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στο ομώνυμο νησί των Πριγκιποννήσων, που ιδρύθηκε το 1843 και λειτούργησε από το 1844, κλείστηκε δε από το τουρκικό κράτος το 1984. Στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης φοίτησαν κατά καιρούς και Κύπριοι σπουδαστές.

 

Το 2006 το Οικουμενικό Πατριαρχείο  παρενέβη για να δώσει λύση στο ζήτημα της πλήρωσης του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Εκκλησίας της Κύπρου, που ουσιαστικά παρέμενε κενός για χρόνια, λόγω βαριάς ασθένειας του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄. Το Οικουμενικό πατριαρχείο κάλεσε ειδική διευρυμένη σύνοδο στην Ελβετία, η οποία και αποφάσισε την τιμητική παύση του ασθενούντος αρχιεπισκόπου Κύπρου, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη διενέργεια εκλογών και ανάδειξη νέου αρχιεπισκόπου.

 

 Η κρίση της Ουκρανίας και η Κύπρος 

 

Η Κυπριακή Εκκλησία στάθηκε στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στην μεγάλη κρίση της αναγνώρισης της Εκκλησίας της Ουκρανίας η οποία πήρε διεθνείς διαστάσεις. 

Συγκεκριμένα η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 11 Οκτωβρίου 2018 να αναγνωρίσει αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας οδήγησε το Πατριαρχείο Μόσχας στις 14 Οκτωβρίου 2018 το να διακόψει τη συμμετοχή σε επισκοπικές συνελεύσεις, θεολογικές συζητήσεις, πολυμερείς επιτροπές και οποιεσδήποτε άλλες δομές που προεδρεύουν ή συν-προεδρεύουν εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Σε ανακοίνωσή του στις 15 Οκτωβρίου 2018, το Πατριαρχείο Μόσχας απαγόρευσε σε όλα τα μέλη του να συμμετέχουν σε θεία λειτουργία, βάπτιση, γάμο ή οποιοδήποτε μυστήριο που τελείται σε εκκλησία υπαγόμενη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2018, με την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία» και η «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας - Πατριαρχείο Κίεβου» και δύο επίσκοποι της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας ενώνονται σε μία Εκκλησία με  πρώτο προκαθήμενό της τον Μητροπολίτη Επιφάνιο.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Ουκρανίας στις 24 Οκτωβρίου 2020, δεχόμενος μάλιστα και τα πυρά του Πατραρχείου Μόσχας. Κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του νέου Επισκόπου Αρσινόης, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος μνημόνευσε για πρώτη φορά τον Επιφάνιο ως Προκαθήμενο της Ουκρανικής Εκκλησίας προκαλώντας αντιδράσεις και ανάμεσα σε μέλη της Ιεράς Συνόδου που δεν είχαν ενημερωθεί προηγουμένως. Αντέδρασαν συγκεκριμένα οι Μητροπολίτες Λεμεσού Αθανάσιος. Κύκκου Τηλλυρίας και Ταμασού Ησάιας.