Πατριαρχείο Αντιοχείας

Πατριαρχεία

Μεταξύ των Κυπρίων ιεραρχών που υπηρέτησαν στο πατριαρχείο Αντιοχείας, αναφέρουμε εδώ τον Ανθέμιο* (17ος-18ος αιώνας, μητροπολίτης Ελενουπόλεως και πατριάρχης Αντιοχείας από το 1791 μέχρι τον θάνατό του το 1813), το Σίλβεστρο* (18ος αιώνας, πατριάρχης Αντιοχείας από το 1724 μέχρι το θάνατό του το 1766) και τον Ιωαννίκιο* (19ος αιώνας, μητροπολίτης Επιφανείας του πατριαρχείου Αντιοχείας). Αξίζει ακόμη ν’ αναφερθεί η περίπτωση του Αθανασίου*, πατριάρχη Αντιοχείας, μη Κυπρίου, που αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Κύπρου (17ος-18ος αιώνας). Κύπριος την καταγωγή ήταν και ο πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων Α΄* (τέλη του 19ου αιώνα). Αναφέρουμε ακόμη τον Κύπριο Μελέτιο Κρονίδη (1851-1918), αρχιεπίσκοπο Κυριακουπόλεως και ύστερα Ιορδάνου, όπως και τον κυπριακής καταγωγής (από πλευράς του πατέρα του) Νεκτάριο, μητροπολίτη Χαλεπίου.

 

Η Εκκλησία της Αντιοχείας ήταν εκείνη που ήγειρε επανειλημμένα αξιώσεις για έλεγχο επί της Εκκλησίας της Κύπρου, κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, με τη δικαιολογία ότι ο Χριστιανισμός επεκράτησε στην Κύπρο μέσω Αντιοχείας. Η απόδειξη, δια της ευρέσεως του λειψάνου του αποστόλου Βαρνάβα*, της αποστολικότητας της Κυπριακής Εκκλησίας (= ως ιδρυμένης από απόστολο) έδωσε τέρμα στις αξιώσεις αυτές και κατοχύρωσε το αυτοκέφαλον της Κυπριακής Εκκλησίας (βλέπε λήμμα Εκκλησία Κύπρου). Ωστόσο αντιοχειακές βλέψεις επί της Εκκλησίας της Κύπρου εκδηλώθηκαν και τότε και αργότερα, υπό διάφορες μορφές.  Ένα παράδειγμα αποτελεί το προνόμιο των πατριαρχών Αντιοχείας να χειροτονούν τους υπ’ αυτούς επισκόπους. Το προνόμιο αυτό επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί και στην Κύπρο, ήδη από το 431 από τον Αντιοχείας Ιωάννη, όμως οι Κύπριοι δεν υπέκυψαν. Μια άλλη προσπάθεια επεμβάσεως της Εκκλησίας της Αντιοχείας, που απέβλεπε στην κατάλυση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου, έγινε το 1600 (περίοδος Τουρκοκρατίας) από τον πατριάρχη Ιωακείμ. Ο πατριάρχης, εκμεταλλευόμενος την αναστάτωση που είχε προκληθεί στην Κύπρο εξ αιτίας των πράξεων του αρχιεπισκόπου Αθανασίου Α΄ (1592-1598), επενέβη στα πράγματα της Κύπρου με την αιτιολογία ότι η Κυπριακή Εκκλησία υπαγόταν στη δική του πνευματική δικαιοδοσία κι όχι σ’ εκείνη του Οικουμενικού πατριαρχείου που θεωρούσε ότι κακώς είχε αναμειχθεί (βλέπε λήμμα Αθανάσιος αρχιεπίσκοπος). Κατά του πατριάρχη Ιωακείμ ετάχθη επιτυχώς ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, που ήταν και τοποτηρητής του οικουμενικού θρόνου και που είχε κληθεί από τους Κυπρίους να διερευνήσει τις κατηγορίες τους κατά του αρχιεπισκόπου Αθανασίου.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η εξαθλίωση που μάστιζε την Κύπρο δεν έθεσε, όπως φαίνεται, το νησί σε περισσότερο δυσχερή θέση απ’ ό,τι ετέθη το πατριαρχείο Αντιοχείας στις αρχές του 18ου αιώνα. Κατά το τέλος του 1735 ήλθε στην Κύπρο ο (Κύπριος την καταγωγή) πατριάρχης Αντιοχείας Σίλβεστρος, που διενήργησε στο νησί εράνους υπέρ της οικονομικής ανακουφίσεως του πατριαρχείου του. Παρά το ότι η Κύπρος βρισκόταν σε δεινή θέση, ωστόσο ο Σίλβεστρος μάζεψε το ποσόν των 1.680 γροσιών.

 

Το πατριαρχείο Αντιοχείας, ως το πλησιέστερο προς την Κύπρο, επανειλημμένα εκλήθη από το Οικουμενικό πατριαρχείο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας να δράσει στο νησί, ιδίως σε περιπτώσεις χειροτονιών. Αναφέρουμε ενδεικτικά την εντολή του μεγάλου βεζύρη προς τον Οικουμενικό πατριάρχη Γαβριήλ Δ΄, το 1783, και στη συνέχεια του Γαβριήλ Δ΄ προς τον πατριάρχη Αντιοχείας Δανιήλ, όπως αποστείλει ο τελευταίος στην Κύπρο επισκόπους του για χειροτονία (αντικανονική) νέων ιεραρχών της Κυπριακής Εκκλησίας σε αντικατάσταση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου* και των επισκόπων, κατόπιν απαιτήσεως του τυράννου της Κύπρου Χατζημπακκή*.

 

Στην περίπτωση αυτή, ορθά κρίνοντας ο πατριάρχης Αντιοχείας, θεώρησε ως αντικανονική την τυχόν εκλογή νέων ιεραρχών στην Κύπρο κι αρνήθηκε να επέμβει.

 

Μια άλλη περίπτωση ήταν το 1821, οπότε μετά την εκτέλεση του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των επισκόπων, ο Αντιοχείας Σεραφείμ έστειλε στην Κύπρο τρεις μητροπολίτες του (τον Κύπριο Ιωαννίκιο Επιφανείας, τον Γεννάδιο Σελευκείας και τον Μεθόδιο Εμέσης) για χειροτονία κι εγκαθίδρυση νέων ιεραρχών στο νησί.

 

Με το λεγόμενο αντιοχικόν ζήτημα (1897-1909) σχετίστηκε ως ένα βαθμό και η Εκκλησία της Κύπρου που στις αρχές του 20ού αιώνα αντιμετώπιζε κι αυτή το δικό της δεινό αρχιεπισκοπικό* ζήτημα. Το αντιοχικόν ζήτημα δημιουργήθηκε όταν ο τελευταίος των Ελλήνων πατριαρχών της Αντιοχείας, ο Κύπριος την καταγωγή Σπυρίδων (1891-1898) εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και, με την επέμβαση και των Ρώσων, εξελέγη αραβόφωνος πατριάρχης, ο Μελέτιος Ντουμάνι. Επήλθε σχίσμα που δεν επιλύθηκε παρά μόνο το 1909, έκτοτε όμως εκλέγεται αραβόφωνος πατριάρχης που ωστόσο διατηρεί μερικές ελληνορθόδοξες παραδόσεις αλλά και κανονικές σχέσεις με τα άλλα πατριαρχεία, όπως και με την Εκκλησία της Κύπρου.

 

Σήμερα, το πατριαρχείο διατηρεί αγαθές σχέσεις με την Εκκλησία της Κύπρου. Κατά την πρόσφατη εποχή, αναφέρουμε τη συμμετοχή του πατριάρχη Αντιοχείας Ηλία στη μείζονα σύνοδο της Λευκωσίας που είχε συγκαλέσει ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ τον Ιούλιο του 1973. Η σύνοδος αυτή είχε καθαιρέσει τους Κυπρίους επισκόπους Πάφου Γεννάδιο, Κιτίου Άνθιμο και Κυρηνείας Κυπριανό.