Πραξικόπημα

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου

Image

Με τον θάνατο του Γρίβα ο ρόλος της ΕΟΚΑ Β΄ είχε τελειώσει. Η οργάνωση αυτή, εξ άλλου, δεν είχε κατορθώσει να γίνει τόσο ισχυρή, ούτε διέθετε τα απαραίτητα μέσα, για να προχωρήσει από μόνη της στη διενέργεια πραξικοπήματος. Κι ούτε είχε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, έστω κι αν δοκίμαζε κάτι τέτοιο. Απλούστερα η ΕΟΚΑ Β΄ κι ο ίδιος ο Γρίβας χρησιμοποιήθηκαν, όπως χρησιμοποιήθηκαν κι οι τρεις μητροπολίτες, μόνο για την πρώτη πράξη του δράματος: για τη δημιουργία στην Κύπρο της έντασης, της αντιπαράθεσης, της ανωμαλίας, γενικά κατάστασης εμφυλίου σπαραγμού, κατάστασης που θα «επέβαλλε» και θα «δικαιολογούσε» την τελική επέμβαση του στρατού. Για την κινητοποίηση Κυπρίων κατά του Μακαρίου χρησιμοποιήθηκε η ευαισθησία κι ο πατριωτισμός πολλών, που πίστεψαν σε ένα νέο αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας χρησιμοποίησε τα όργανά του στην Κύπρο για μεγάλης έκτασης προπαγάνδα υπέρ της ένωσης, κατηγορώντας τον Μακάριο ότι ήταν το εμπόδιο για την πραγματοποίησή της. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς της Ελλάδας είχε μυστικά συμφωνήσει με την Τουρκία κι άλλους ενδιαφερομένους, στο παρασκήνιο συνόδου του NATO στη Λισσαβώνα, τον αποκλεισμό της ένωσης! Προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή την επαναλειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας διά της επιστροφής των Τουρκοκυπρίων που αποχώρησαν από το κυπριακό κράτος το 1964 κανένας Ελληνοκύπριος πολιτικός της εποχής, πλην του τότε Προέδρου της Βουλής Γλαύκου Κληρίδη, δεν είχε ως προτεραιότητα. Παρά το γεγονός ότι οι συνομιλίες Κληρίδη -Ντενκτάς είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί. Παρά το ότι τα περισσότερα από τα 13 σημεία για αλλαγή του συντάγματος του 1960 που είχε ζητήσει ο πρόεδρος Μακάριος το 1963 είχαν συμφωνηθεί.   

 

Όταν πια η ΕΟΚΑ Β΄ κατέστη ακίνδυνη κι όδευε προς πλήρη διάλυση, ο Μακάριος εστράφη κατ’ ευθείαν προς αυτό τούτο το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας. Με τη γνωστή επιστολή του προς τον στρατηγό Γκιζίκη, που ήταν διορισμένος πρόεδρος, ημερομηνίας 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος κατηγορούσε ευθέως το στρατιωτικό καθεστώς ότι ήταν ο υποκινητής της παρανομίας στην Κύπρο, ότι προσπαθούσε να δολοφονήσει τον ίδιο, κι ότι ευθυνόταν για την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τη στιγμή εκείνη ο κυπριακός Ελληνισμός. Με την ίδια μακροσκελή επιστολή του (που μάλιστα την χαρακτήρισε ως μη απόρρητη και την έδωσε στη δημοσιότητα), ο Μακάριος ζητούσε από την Αθήνα να αποσύρει από την Κύπρο τους Ελλαδίτες αξιωματικούς που στελέχωναν και διοικούσαν την κυπριακή Εθνική Φρουρά.

 

Η απάντηση του καθεστώτος του δικτάτορα Ιωαννίδη ήλθε το πρωί της 15ης Ιουλίου του 1974. Κι ήταν το στρατιωτικό πραξικόπημα. (Βλέπε Ψυχογραφήματα Στέιτ Ντιπαρνμεντ για τους πρωταγωνιστές του Ιουλίου 1974) 

 

Ο Μακάριος, όπως εξήγησε σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, παρά το ότι είχε προειδοποιηθεί από διάφορες κατευθύνσεις, ανέμενε περισσότερο μια νέα δολοφονική απόπειρα κατά του ιδίου, παρά πραξικόπημα. Είναι άγνωστο ποιες παραπλανητικές διαβεβαιώσεις είχε, κι από ποιους. Ένδειξη πάντως αποτελεί η φράση του πρέσβη των ΗΠΑ Ρότζερ Ντέιβις, που επιδίδοντας τα διαπιστευτήριά του προς τον Μακάριο λίγες μέρες πιο πριν, βεβαίωνε: «έχετε ήδη επιβληθεί, Μακαριώτατε...» Ο Ντέιβις δολοφονήθηκε λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν κλεισμένος στη θωρακισμένη πρεσβεία του, χωρίς η δολοφονία του να εξιχνιαστεί ποτέ (συνελήφθησαν μερικοί Κύπριοι διαδηλωτές και κατηγορήθηκαν, είναι όμως γνωστό ότι η δολοφονία του πρέσβη έγινε μάλλον «από μέσα», άγνωστο γιατί, κι άγνωστο για ποια και πόσα μυστικά έπρεπε να του κλείσουν το στόμα). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κι ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, ένα περίπου χρόνο αργότερα (και ύστερα από κάποιες δηλώσεις του) έπεσε θύμα ενός περίεργου αυτοκινητικού δυστυχήματος. Αλλά κι ο ίδιος ο Μακάριος, που γνώριζε ασφαλώς πάρα πολλά, ούτε τότε ούτε αργότερα μίλησε και κανένα παρασκήνιο δεν μπόρεσε ν’ αποκαλύψει. Ούτε και οι Έλληνες δικτάτορες, κατά την δίκη τους που έγινε αργότερα, μίλησαν. Όσες δε έρευνες περί του λεγομένου «Φακέλου της Κύπρου» έγιναν (επίσημες και μη) δεν κατόρθωσαν ποτέ να επεκταθούν πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας.

 

Τα περισσότερα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς, όπως κι εκείνο της ΕΛΔΥΚ, παρακολουθούνταν τα βράδια για τυχόν ύποπτες κινητοποιήσεις. Όμως το πραξικόπημα διενεργήθηκε σε σχετικά ασυνήθιστη ώρα, στις 8.20 το πρωί της Δευτέρας, 15 Ιουλίου του 1974. Ο Μακάριος, που είχε περάσει το Σαββατοκύριακο στο Τρόοδος, είχε επιστρέψει στην πρωτεύουσα και βρισκόταν στο προεδρικό μέγαρο, όπου δεχόταν την επίσκεψη παιδιών των ομογενών από την Αίγυπτο που παραθέριζαν στην Κύπρο.

 

Οι στρατιωτικές δυνάμεις (βασικά μονάδες τεθωρακισμένων και αρμάτων καθώς και οι μοίρες καταδρομών) επετέθησαν με πυκνά πυρά κατά του προεδρικού μεγάρου, του μεγάρου της Αρχιεπισκοπής, του στρατοπέδου του Εφεδρικού Σώματος κι άλλων στόχων όπως το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα και το κεντρικό κτίριο των Τηλεπικοινωνιών. Ενώ η Αρχιεπισκοπή πρόβαλε σθεναρή αντίσταση, μερικοί άλλοι στόχοι κατελήφθησαν από τους πραξικοπηματίες ευκολότερα. Το προεδρικό μέγαρο, σφυροκοπούμενο από βαρέα όπλα, άρχισε να φλέγεται. (ΒΊΝΤΕΟ ψηφιακό Αρχείο ΕΡΤ). Ο Μακάριος κατόρθωσε όμως να διαφύγει από έξοδο στην πίσω πλευρά του κτιρίου που έβγαζε στην κοίτη του ποταμού Πηδκιά, κι απ’ εκεί με αυτοκίνητο ανέβηκε στα βουνά του Τροόδους. Κατέλυσε στο μοναστήρι του Κύκκου, ενώ οι συγκρούσεις στην πρωτεύουσα επεκτείνονταν κι ενώ συγκρούσεις διεξάγονταν και στις άλλες πόλεις. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ

 

Στην Πάφο οι δημοκρατικοί λειτούργησαν ραδιοφωνικό σταθμό με επικεφαλής το Νίκο Νικολαϊδη που καλούσε συνεχώς τον λαό σε αντίσταση. Ο Μακάριος, μαζί με τους συνοδούς - φρουρούς του, μετέβη στην Πάφο απ’ όπου και μίλησε προς τον κυπριακό λαό, καλώντας τον σε αντίσταση. Αν και είχε επικοινωνήσει πιο πριν από το Τρόοδος με ασύρματο με την Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία, όπου συνεχιζόταν η αντίσταση, μόνο μετά την ομιλία του από τον ραδιοσταθμό της Πάφου άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό ότι βρισκόταν στη ζωή, παρά τις συνεχείς ανακοινώσεις του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (που είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες από το πρωί) ότι ήταν νεκρός. Διάγγελμα προς τον Κυπριακό Λαό απεύθυνε και ο Νίκος Σαμψών τον οποίο η Χούντα εγκατέστησε στην προεδρία της Κύπρου σε αντικατάσταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. 

 

Την επόμενη μέρα, Τρίτη, 16 Ιουλίου, οι πραξικοπηματίες είχαν επικρατήσει, αν και υπήρχαν ακόμη εστίες αντίστασης κι η Πάφος ολόκληρη δεν είχε αλωθεί. Όταν όμως έγινε γνωστό ότι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς βάδιζαν προς την Πάφο, κι όταν η πόλη άρχισε να κανονιοβολείται από ακταιωρό της Εθνικής Φρουράς, απεφασίσθη ότι ο Μακάριος έπρεπε να σωθεί φεύγοντας από την Κύπρο. Οι διευθετήσεις έγιναν και με ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών μετεφέρθη στη βρετανική στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου, απ’ όπου αεροπορικώς —μέσω Μάλτας — κατέληξε στο Λονδίνο. Θα παρέμενε στην εξορία για 5 σχεδόν μήνες, μέχρι την επιστροφή του στις 7 Δεκεμβρίου 1974.

Την ίδια μέρα Τρίτη 16 Ιουλίου το BBC στην πρωινή του εκπομπή επιβεβαιώνει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος «ευρίσκεται εν ζωή και χαίρει καλώς». Μετέδωσε επίσης τα κύρια σημεία από την έκκληση του από το ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Κύπρος» με την οποία καλούσε το λαό να συσπειρωθεί γύρω του. «Υπήρξα πάντοτε στόχος της εγκληματικής χούντας των Αθηνών. Ζήτω η Ελευθερία! Ζήτω η Κύπρος!»

 

Τόσο η Άγκυρα, όσο και το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών, θέτουν τις ένοπλες δυνάμεις τους σε κατάσταση συναγερμού . Εκπρόσωπος του υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας δηλώνει ότι η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ως ανοικτή επέμβαση της Ελλάδας στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου. Ο ίδιος ο εκπρόσωπος αναφέρει ότι η τουρκική κυβέρνηση πρότεινε στη βρετανική «από κοινού δράση». Εάν η Βρετανία συμφωνήσει πρόσθεσε η Τουρκία θα ενεργήσει βάσει των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως.

 Στο μεταξύ από την Πάφο ξεκινά αυτοκινητοπομπή με νομιμόφρονες εθνοφρουρούς, άνδρες του εφεδρικού σώματος και ένοπλο λαό με κατεύθυνση τη Λεμεσό, προκειμένου να αντισταθεί στο πραξικόπημα.

 

Την Τετάρτη Τετάρτη 17 Ιουλίου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος φθάνει από το Λονδίνο στην Μάλτα. Λίγο προηγουμένως είχε ζητήσει άδεια να καταφύγει στις βρετανικές βάσεις. Η άδεια παραχωρείται και οι αρχές των βάσεων θέτουν στη διάθεση του αεροσκάφος της RAF το οποίο και τον μεταφέρει στην Μάλτα.

 

Στην Λευκωσία γίνονται γνωστές, μερικές λεπτομέρειες από το πώς ο Αρχιεπίσκοπος διέφυγε από το προεδρικό, με τη βοήθεια των σωματοφυλάκων του Θρασύβουλου Νεοφύτου και Ποταμίτη. Ενώ συνομιλούσε με παιδιά από την Αίγυπτο ακούγονται βομβαρδισμοί και πυροβολισμοί από την αυλή του προεδρικού, διακόπτει την συνομιλία του λέγοντας: «Πρέπει να πηγαίνω. Ο Θεός ας μας σώσει». Ο Αρχιεπίσκοπος στη συνέχεια διαφεύγει από μικρή πλαινή πόρτα του Προεδρικού Μεγάρου και κατευθύνεται με ιδιωτικό αυτοκίνητο προς την Πάφο όπου και απευθύνει στο λαό το διάγγελμα του. Τα γεγονότα της Λευκωσίας αποτέλεσαν αντικείμενο έντονων διπλωματικών συζητήσεων μεταξύ Ουάσιγκτον-Λονδίνου-Ηνωμένων Εθνών-Αθηνών-Άγκυρας. Η Ουάσιγκτον αποφασίζει να αποστέλει τον υφυπουργό της κ. Σίσκο στο Λονδίνο, Αθήνα και Άγκυρα. Επιδίωξη του : Να διατηρηθεί η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και να αποτραπεί ο κίνδυνος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

 

Την Πέμπτη 18 Ιουλίου 1974 η κυβέρνηση Σαμψών δίνει την πρώτη δημοσιογραφική διάσκεψη λέγοντας ότι η «επανάστασις» της Εθνικής Φρουράς δεν ανέτρεψε τη συνταγματική τάξη, ούτε την έννομη κατάσταση στην Κύπρο. Για τα θύματα των μαχών αναφέρει ότι πρόκειται απλά για μερικές δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Σε ερώτηση αν υπάρχει κίνδυνος τουρκικής εισβολής απαντά ότι δεν βλέπει να συντρέχει λόγος στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο διακυρήττοντας την προσπάθεια της να εξευρεθεί ειρηνική λύση. Ήδη ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης Γλαύκος Κληρίδης θα συνεχίσει τις συνομιλίας ως διαπραγματευτής. Ανακοίνωση που φέρει ως προέλευση το «Γραφείον της Ιεράς Σύνόδου», αναφέρει ότι «μετά την επελθούσαν εν τη νήσω πολιτικήν αλλαγήν» οι κ.κ Γενάδιος, Άνθιμος και Κυπριανός «επανήλθον από χθές εις τας έδρας αυτών και ανέλαβαν πλήρη την διοίκησιν των επισκοπικών αυτών θρόνων». Στο μεταξύ στο γραφείο του κ. Σαμψών καταφθάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα από τον Σύνδεσμο Αστυνομίας Κύπρου, τον ΑΠΟΕΛ, την Επαρχιακή Επιτροπή του Ενιαίου Κόμματος Λάρνακος, την ΕΣΕΑ, την ΣΕΚ κ.α.

 

Στην Νεα Υόρκη συνέρχεται εκτάκτως το Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά αναβάλλει τη συνεδρία του ύστερα από πρόσκληση ακολουθεί σύγκληση το Συμβουλίου Ασφαλείας και εγκρίνεται την επόμενη ψήφισμα για την κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο και την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων.

 

 Το ΡΙΚ δίνει στη δημοσιότητα τα ονόματα των μελών της «κυβέρνησης σωτηρίας». Υπουργοί ορκίζονται οι  Ντίμης Δημητρίου (Εξωτερικών), Παντελής Δημητρίου (Εσωτερικών, Αμύνης), Κώστας Αδαμίδης (Δικαιοσύνης), Παναγιώτης Δημητρίου (Παιδείας), Κυριάκος Σαβεριάδης (Συγκοινωνιών και Έργων), Οδυσσέυς Ιωαννίδης (Υγείας), Ανδρέας Νεοκλέους και Γιαννάκης Δρουσιώτης (Εργασίας). Υφυπουργός παρά το προεδρω ο κ. Ανδρέας Παρισσινός, διευθυντής του Γραφείου Πληροφοριών ο Σταύρος Παπαγεωργίου και γενικός διευθυντής του ΡΙΚ ο Ιωσήφ Χατζηιωσήφ.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image