Προξενεία

Ο ρόλος των προξένων

Ο βασικός ρόλος των προξένων, υποπροξένων και προξενικών πρακτόρων στην Κύπρο ήταν θεωρητικά η εκπροσώπηση της χώρας τους προς τις τοπικές αρχές και η προστασία των ομοεθνών τους ή άλλων τελούντων υπό την προστασία τους (protégés) κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, μονιμότερης ή προσωρινότερης, στην Κύπρο. Εν τούτοις κατά την άσκηση αυτής της αποστολής ο ρόλος τους γινόταν πολύ πιο σύνθετος. Έτσι ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες ευθύνες, δραστηριότητες ή δικαιοδοσίες των προξενικών αρχών:

 

(α) Εκπροσώπηση της χώρας τους στις σχέσεις τους με τις τοπικές αρχές: Εφ’ όσον η Κύπρος αποτελούσε επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι σχέσεις αυτές

ήσαν ανάλογες με το επίπεδο που κατείχε η νήσος στη διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας. Οι πρεσβευτές διέμεναν στην πρωτεύουσα και οι πρόξενοι στους νομούς ή στις επαρχίες. Οι πρεσβευτές είχαν φυσικά τον κυριότερο ρόλο στην εκπροσώπηση της χώρας τους προς την Πύλη και οι πρόξενοι ανταποκρίνονταν στις οδηγίες που έπαιρναν από τους πρεσβευτές των χωρών τους. Οι πρόξενοι επίσης ενημέρωναν τακτικά τους πρεσβευτές για όλα τα θέματα που είχαν ιδιαίτερη σημασία στις σχέσεις της χώρας τους με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Με τα μέσα της επικοινωνίας της εποχής εκείνης η αλληλογραφία μεταξύ προξένων και πρεσβευτών έπαιρνε αρκετό χρόνο, γιατί οι θαλάσσιες συγκοινωνίες δεν ήσαν τακτικές ούτε πυκνές. Η τηλεγραφική επικοινωνία στην Κύπρο εγκαθιδρύθηκε μόνο κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και θα εχρησιμοποιείτο σε κάποιο βαθμό από τους προξένους. Στις προσωπικές τους επαφές οι πρόξενοι είχαν άμεση επικοινωνία με τον διοικητή της Λάρνακας, αλλά έπαιρνε κάποιο χρόνο και ήταν αρκετά κοπιαστική η επίσκεψή τους στον κυβερνήτη της Κύπρου που έδρευε στη Λευκωσία. Κατά τις επικοινωνίες αυτές με τις τοπικές αρχές χρησιμοποιούνταν ευρύτατα και από τις δυο πλευρές δραγομάνοι. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ελληνική γλώσσα εχρησιμοποιείτο σε αρκετές περιπτώσεις από Οθωμανούς αξιωματούχους (κυβερνήτες, διοικητές κλπ.) σε έγγραφα που έστελλαν στους προξένους (Η. Luke, Cyprus under the Turks, London, 1921, re. 1969, σ. 3).

 

Ο ρόλος των προξένων και η επιβολή τους στις τοπικές αρχές ποίκιλλε, όπως πάντοτε συμβαίνει, ανάλογα με τις καλές ή μη σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στη χώρα τους και την Πύλη, που ενισχύονταν με τις επί μέρους συμφωνίες (διομολογήσεις), με την πολιτική και στρατιωτική ισχύ της χώρας τους και με τις στενότερες ή μη οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες που ανέπτυσσαν υπήκοοι της χώρας τους στην Κύπρο. Έτσι ο Γάλλος πρόξενος διαδραμάτιζε τον πιο σημαντικό ρόλο και ακολουθούσαν οι πρόξενοι της Αγγλίας, της Ρωσίας και αργότερα της Ελλάδος. Επίσης και η προσωπική επιβολή και το κύρος έπαιζαν πάντοτε ρόλο στις σχέσεις αυτές. Ένας καλός γνώστης των θεσμών, των συνηθειών και των κοινωνικών δεδομένων του νησιού και της περιοχής, καθώς επίσης και του οθωμανικού διοικητικού συστήματος και νοοτροπίας, μπορούσε να διαδραματίσει τον ρόλο του με μεγαλύτερη άνεση και αποτελεσματικότητα. Σε στιγμές επίσης αδυναμίας της Πύλης ή τοπικών κρίσεων επιδιωκόταν από κάποια ενδιαφερόμενη πλευρά η παρεμβολή των προξένων για άσκηση μεσολαβητικού ρόλου προς εξομάλυνση της κατάστασης, ενώ αντίθετα πολλές φορές μπορούσε ο ρόλος αυτός να θεωρηθεί εχθρικός από τις τοπικές αρχές ή άλλους παράγοντες (όπως για παράδειγμα επαναστάτες Μουσουλμάνους ή Έλληνες), γεγονός που προκαλούσε σοβαρούς κινδύνους για τους ίδιους τους προξένους και για τους ομοεθνείς τους. Τέτοια μεσολαβητική δράση ανέπτυξαν οι πρόξενοι ορισμένων χωρών (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας ως επί το πλείστον) κατά τις κρίσεις του 1764-66, του 1804, του 1833 κ.α. (βλ. G. Mariti, Travels in the Island οf Cyprus, transl. by C.D. Cobham, London, 1909, re. 1971, o. 94 κ.ε. Λήμμα Κιόρ Αχμέτ, πασάς, Λήμμα Κορνέσιος Χατζηγεωργάκης, και Κυπριακά Χρονικά, Ι΄, σ. 12).

 

Μέσα στα πλαίσια του ρόλου τους αυτού, της εκπροσώπησης της χώρας τους, οι πρόξενοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη διοίκηση, τη δημοσιονομική πολιτική, τη λειτουργία των θεσμών, την εμπορική κίνηση, τη γεωργική παραγωγή, την κοινωνική κατάσταση κλπ. και ενημέρωναν τακτικά τους προϊσταμένους τους. Οι εκθέσεις τους αυτές ήσαν πάρα πολύ χρήσιμες τότε που γράφονταν και σήμερα αποτελούν για μας, όσες τουλάχιστον έχουν εκδοθεί, εξαιρετικά σημαντική πηγή για τη μελέτη της κυπριακής ιστορίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο πρώτος, ο οποίος μελέτησε το 1915 έγγραφα από τα αρχεία του αγγλικού προξενείου του Χαλεπίου και της Λάρνακας ήταν ο G. Jeffery, ο τότε διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου (βλ. αναφερθείσα πιο πάνω μελέτη του). Λίγο αργότερα, το 1921, ο Η. Luke έκαμε πιο συστηματική μελέτη και παρουσίασε αρκετά προξενικά έγγραφα στο έργο του Cyprus under the Turks. Εξαιρετικής σημασίας ήσαν στα χρόνια που ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μεταφρασμένων στην ελληνική εγγράφων του γαλλικού προξενείου από τον Ν. Κυριαζή στα Κυπριακά Χρονικά. Πολύ σημαντική επίσης και χρήσιμη είναι η δημοσίευση εγγράφων του αγγλικού κυρίως προξενείου από τον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο στο έργο του Προξενικά ἔγγραφα τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, έκδοση Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 1980. Τέλος τα αρχεία του ελληνικού υποπροξενείου στην Κύπρο χρησιμοποίησε η Ελένη Δ. Μπελιά στη μελέτη της που αναφέρθηκε πιο πάνω. Πολλών άλλων χωρών τα προξενικά αρχεία που αναφέρονται στην Κύπρο δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά ακόμη. Αναζήτηση και δημοσίευσή τους θα φωτίσει πολύ περισσότερο την σκοτεινή, σε πολλά σημεία, περίοδο της Τουρκοκρατίας.

 

) Προστασία υπηκόων τους: Βασική κι αυτή αποστολή της σύστασης και λειτουργίας προξενείων. Στην Κύπρο από τα τέλη του 16ου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους, εκτός από τους Ιταλούς, Άγγλοι και Γάλλοι έμποροι, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα. Εκεί, τελούντες κάτω από το καθεστώς των διομολογήσεων, ζούσαν με περισσότερη ασφάλεια, έχαιραν προνομιακής μεταχείρισης πληρώνοντας πολύ χαμηλότερους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς, και είχαν ετεροδικία στις περισσότερες περιπτώσεις, την οποία ασκούσαν οι πρόξενοι. Από το 1856 λειτούργησε και ειδικό δικαστήριο στη Λάρνακα, το Εμποροδικείο (Medjlis Tijaret), για την εκδίκαση υποθέσεων που τους αφορούσαν, ήταν δε το μόνο δικαστήριο στην Κύπρο στο οποίο η απονομή της δικαιοσύνης γινόταν με σχετικά ικανοποιητικό τρόπο.

 

Οι πρόξενοι παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες των ομοεθνών τους και των τελούντων υπό την προστασία τους, εξέδιδαν διαβατήρια, εισέπρατταν δικαιώματα για κάθε άφιξη πλοίου της χώρας τους και φιλοξενούσαν συνήθως τους καπετάνιους πολεμικών ή εμπορικών σκαφών της χώρας τους που ελλιμενίζονταν στον όρμο της Λάρνακας. Ενδιαφέρονταν επίσης για την ομαλή διεξαγωγή των εμπορικών δραστηριοτήτων και των υγειονομικών συνθηκών στην Κύπρο και τη γύρω περιοχή και φρόντιζαν ώστε να βελτιώνονται αυτές οι συνθήκες ή να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, όταν ξεσπούσαν επιδημίες χολέρας ή πανώλους. Με τη δική τους συμβολή ιδρύθηκε το 1835 το lazaretto ή λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας (Κυπριακά Χρονικά, Ι΄, σ. 167, και Ν. Γ. Κυριαζή, Κοινωνική δρᾶσις τῆς πόλεως Σκάλα-Λάρνακα, 1947, σ. 19).

 

Παρόλον ότι τόσο οι ίδιοι οι πρόξενοι όσο και οι ομοεθνείς τους ζούσαν μια εντελώς προνομιακή ζωή πολύ διαφορετική από εκείνη των ραγιάδων, υπήρξαν πολλές στιγμές κρίσεων, στάσεων ή εξεγέρσεων, κατά τις οποίες απειλήθηκαν και η περιουσία τους και η ίδια η ζωή τους από άτακτα ή και τακτικά οθωμανικά στρατεύματα ή Μουσουλμάνους στασιαστές. Σε τέτοιες περιπτώσεις η παρουσία ή η έγκαιρη άφιξη πολεμικού πλοίου της χώρας τους στον όρμο της Λάρνακας, τα έντονα διαβήματα των προξένων προς τις τοπικές αρχές, ο μεσολαβητικός τους ρόλος προς εξομάλυνση της κατάστασης, οι πολύ συνηθισμένες δωροδοκίες, η διπλωματικότητα, η επιβίβαση των Ευρωπαίων με τις οικογένειές τους στα πλοία, ήσαν τα συνηθισμένα μέτρα που έπαιρναν για να σωθούν. Και στις περισσότερες περιπτώσεις τα κατάφερναν να ξεπεράσουν τον κίνδυνο και να συνεχίσουν απερίσπαστοι την άνετη ζωή τους στα πλούσια σπίτια τους και στις επιχειρήσεις τους, μόλις επανερχόταν η ομαλότητα.

 

Φυσικά για τους Έλληνες ραγιάδες τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά. Η ζωή τους, η τιμή τους και η περιουσία τους ήσαν στη διάκριση των οργάνων της κεντρικής εξουσίας και των τοπικών αρχών, καθώς και των Μουσουλμάνων αγάδων. Βαριά φορολογία, καταπίεση, εκμετάλλευση και έλλειψη ασφάλειας και δικαιωμάτων, όλ’ αυτά ήσαν σοβαροί λόγοι για να προσπαθήσουν αρκετοί εμπορευόμενοι, κυρίως Κύπριοι, να εξασφαλίσουν διορισμό στη θέση προξένου ή προξενικού πράκτορα από κάποια ευρωπαϊκή χώρα, ή να τεθούν κάτω από την προστασία κάποιου προξενείου, γεγονός που τους απάλλασσε από τα μειονεκτήματα της θέσης του ραγιά και ταυτόχρονα τους εξασφάλιζε τα πλεονεκτήματα των Ευρωπαίων προνομιούχων. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι αρκετοί πρόξενοι, υποπρόξενοι και προξενικοί πράκτορες ήσαν Έλληνες Κύπριοι ή επαναπατρισθέντες μετά τις σφαγές του ΄21 Κύπριοι που είχαν εξασφαλίσει είτε την αγγλική υπηκοότητα από την παραμονή τους στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα είτε την ελληνική, ενώ ταυτόχρονα με δυσκολία εύρισκε κανείς υπηκόους της χώρας που κατάφερναν να εξασφαλίσουν διορισμό και να συστήσουν προξενείο ή υποπροξενείο. Κατά συνέπεια, στην πραγματικότητα δεν προστάτευαν τα συμφέροντα άλλων υπηκόων της χώρας που εκπροσωπούσαν, παρά μόνο τα δικά τους (βλ. Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ένθ. άν., σσ. 41-2).

 

γ) Οικονομική δραστηριότητα: Από την αρχή της παρουσίας τους στην Κύπρο οι περισσότεροι πρόξενοι στήριζαν τη λειτουργία του προξενείου τους στα δικαιώματα που εισέπρατταν από την έκδοση πιστοποιητικών και από την παροχή άλλων υπηρεσιών και σε κάποια επιχορήγηση που ερχόταν από τη χώρα τους. Οι ίδιοι ασχολούνταν με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, με τον δανεισμό, ορισμένοι απ’ αυτούς, χρημάτων στους κατοίκους με πολύ ψηλό τόκο (πρβλ. Excerpta Cypria, σ. 250), και σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές όπως το 1804 και το 1821 με τον δανεισμό χρημάτων στην αρχιεπισκοπή και τις μητροπόλεις. Ταυτόχρονα, μερικοί απ' αυτούς, ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κυπριακές αρχαιότητες, τις οποίες, όπως ο Cesnola και άλλοι, εκμεταλλεύτηκαν ασύστολα.

 

(δ) Προστασία των υπόδουλων Ελλήνων: Στον τομέα αυτό ο ρόλος των προξενείων υπήρξε σημαντικός, τουλάχιστον ως εκεί που έφθανε η εποπτεία που είχαν για τα γεγονότα και την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί (που περιοριζόταν συνήθως στις πόλεις και στα γειτονικά προς αυτές χωριά), ως εκεί που έφθανε η επιρροή της χώρας τους στην Πύλη (που ποίκιλλε κατά καιρούς), και ως εκεί που ταυτίζονταν τα συμφέροντα της χώρας τους με τη βελτίωση της διοίκησης και των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στην Κύπρο. Έτσι ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα οι πρόξενοι της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ρωσίας και αργότερα και της Ελλάδος, της οποίας οι υποπρόξενοι είχαν ένα αμεσότερο ενδιαφέρον για την βελτίωση της τύχης του υπόδουλου Ελληνισμού της Κύπρου, για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, που πάντοτε επί Τουρκοκρατίας εχώλαινε στην Κύπρο, όπως άλλωστε και σ’ όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, για τις αυθαιρεσίες των οργάνων της τοπικής εξουσίας, για το διοικητικό και φορολογικό σύστημα. Ενδιαφέρθηκαν επίσης για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του tanzimat του 1839 και 1856, που παρά τις καλές προθέσεις πολύ λίγα θετικά αποτελέσματα είχαν (βλ. Κυπριακά Χρονικά, Στ΄, σσ. 236-250), για την καταπολέμηση της δουλείας, που συνεχιζόταν κρυφά ως το τέλος της Τουρκοκρατίας, για τους βίαιους εξισλαμισμούς και για την ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου. Σε περιόδους ορισμένων κρίσεων, όπως το 1804 και το 1821, έσωσαν και φυγάδευσαν στο εξωτερικό Έλληνες Κυπρίους που καταδιώκονταν από τις οθωμανικές αρχές. Με παραστάσεις και διαβήματα που έκαμναν προς τον κυβερνήτη και τους τοπικούς διοικητές και με την ενημέρωση των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη πολλές φορές έφερναν θετικά αποτελέσματα. Αλλά η μάζα του κυπριακού πληθυσμού πολύ λίγο αισθανόταν σημαντική βελτίωση της θέσης της. Οι εις βάρος της αυθαιρεσίες από τα διοικητικά όργανα συνεχίζονταν σε περιοχές που δεν έφθανε η παρουσία των Ευρωπαίων προξένων.

 

(ε) Κοινωνική δραστηριότητα: Οι πρόξενοι είτε ήσαν Ευρωπαίοι είτε ήσαν Έλληνες Κύπριοι, αποτελούσαν μαζί με την ευρωπαϊκή παροικία και την εμπορική κοινότητα της Λάρνακας και των άλλων πόλεων την elite της εποχής. Ήσαν οι πιο μορφωμένοι, πολυταξιδεμένοι κάποτε, πλούσιοι και προνομιούχοι άνθρωποι, οι οποίοι ζούσαν μέσα σε ωραία αρχοντικά, με πολλούς υπηρέτες και καβάζηδες, μ’ ένα τρόπο που προκαλούσε εντύπωση όχι μόνο στους ραγιάδες, αλλά και στους Μουσουλμάνους κατοίκους του νησιού και στη διοίκηση. Ο επιβλητικός αυτός τρόπος ζωής εξ άλλου σ’ αυτό απέβλεπε, στην αύξηση του κύρους και της επιτυχίας τους στις πολύπλευρες επιδιώξεις τους (βλ. Κυπριακά Χρονικά, IB΄, 1936, σσ. 162-3 και G. Mariti, ένθ. άν. σσ. 126-139). Συμμετείχαν δραστήρια στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της κοινότητας στην οποία ζούσαν, και ασκούσαν μιαν ανάλογη επίδραση με την παρουσία τους στα ήθη και την κοινωνία της εποχής τους. Γι’ αυτό και η Λάρνακα ήταν η μοναδική πόλη κατά την Τουρκοκρατία που έμοιαζε με ευρωπαϊκή πόλη και ο κόσμος γενικά ήταν περισσότερο ανεπτυγμένος από άλλες πόλεις, που αργότερα, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, άρχισαν να αναπτύσσονται κι εκείνες (βλ λήμμα Λάρνακα, τα κουσουλάτα).