Σπηλιές

Σπήλαια της Κύπρου σε ασβεστολιθικά πετρώματα

Ο αριθμός και το μέγεθος των σπηλαίων στην Κύπρο είναι περιορισμένος λόγω της περιορισμένης ανάπτυξης των ευδιάλυτων πετρωμάτων, όπως ασβεστόλιθων, ψαμμιτών και γύψων. Τα πλέον αξιόλογα απ' αυτά βρίσκονται σε ασβεστολιθικούς σχηματισμούς και γύψους.

Οι σημαντικότεροι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί του νησιού είναι οι ανακρυσταλλωμένοι ασβεστόλιθοι και δολομιτικοί ασβεστόλιθοι της οροσειράς του Πενταδάκτυλου που περιλαμβάνουν τους Σχηματισμούς Καντάρας, Δικώμου, Συγχαρί και Ιλαρίωνος (βλέπε λήμμα οροσειρές, δέκατος τόμος). Στους σχηματισμούς αυτούς έχουν αναπτυχθεί επιφανειακά και υπόγεια καρστικά φαινόμενα μεταξύ των οποίων και πληθώρα σπηλαίων. Τα πλέον γνωστά σπήλαια στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου είναι του Κόρνου, της Άσπρης Μούττης και του Προφήτη Ηλία. Δυστυχώς με εξαίρεση το σπήλαιο του Κόρνου που χρησιμοποιήθηκε σαν κατοικία κατά τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους, τα υπόλοιπα δεν έχουν μελετηθεί με επάρκεια. Το σπήλαιο του Κόρνου βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά της ομώνυμης βουνοκορφής στο δυτικότερο τμήμα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, πάνω από το χωριό Βασίλεια και κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας Κρινιώτισσας. Το σπήλαιο αυτό έχει στενή κατηφορική είσοδο και στη συνέχεια διαδρόμους που οδηγούν σε δυο μεγάλες «αίθουσες» εκ των οποίων η δεύτερη σε χαμηλότερο επίπεδο από την πρώτη, όπως και σε άλλους μικρότερους θαλάμους. Μέσα στο σπήλαιο αυτό βρέθηκαν αρκετά αντικείμενα που χρονολογήθηκαν στα Πρωτοχριστιανικά χρόνια. Μεταξύ αυτών βρέθηκαν λύχνοι, διάφορα αγγεία και μεταλλικά εργαλεία και άλλα αντικείμενα.

 

Μεταξύ των κορυφών του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Ιλαρίωνος υπάρχει άλλο ενδιαφέρον σπήλαιο με πολύ μικρή είσοδο και πολύ κατηφορικό διάδρομο (καταβόθρα) με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που οδηγεί σε δυο, τουλάχιστον, θαλάμους περί τα 50 μέτρα χαμηλότερα. Οι θάλαμοι κοσμούνται επίσης με σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Πιθανό να υπάρχουν περισσότεροι θάλαμοι, που δεν έχουν όμως διερευνηθεί.

 

Ένας μεγάλος αριθμός σπηλαίων τόσο κατά μήκος της οροσειράς όσο και στις παρυφές της, περιέχουν απολιθώματα νάνων ιπποπόταμων και ελεφάντων της Πλειστόκαινης περιόδου. Τα σπήλαια αυτά βρίσκονται στις περιοχές Λιβερών, Αγίρτας (Προφήτης Ηλίας), Δικώμου (Βουκολόσπηλιος), Κουτσοβέντη, Αγίου Χρυσοστόμου, Κυθρέας κ.α.

 

Άλλοι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί σημαντικής έκτασης και πάχους, στους οποίους έχουν αναπτυχθεί σπήλαια, είναι οι υφαλογενείς ή οργανογενείς ασβεστόλιθοι των Σχηματισμών Τέρρας και Κορωνιάς (βλέπε λήμμα γεωλογία, τέταρτος τόμος). Ο Σχηματισμός της Τέρρας, που είναι και ο αρχαιότερος, αναπτύσσεται κυρίως στην επαρχία Πάφου και ειδικότερα πλησίον των χωριών Αγίας Μαρινούδας, Πέγειας, Αράδων, Κρήτου Τέρρας και Ανδρολίκου. Ο ίδιος σχηματισμός απαντάται και στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, στην περιοχή του ακρωτηρίου Γκρέκο. Αντίθετα, ο Σχηματισμός της Κορωνιάς ανευρίσκεται σε μικρής σχετικά έκτασης εμφανίσεις στους πρόποδες του Τροόδους όπως στο Μιτσερό, Αγίους Ηλιοφώτους, Πολιτικό και Αρμενοχώρι. Η μεγαλύτερη όμως εμφάνιση του Σχηματισμού αυτού απαντάται νότια της Ξυλοφάγου στο ακρωτήριο Πύλα, όπου υπάρχουν ίσως τα πλέον ενδιαφέροντα σπήλαια από απόψεως σταλακτιτικού διακόσμου και παλαιοντολογικής σημασίας.

 

Τα καρστικά φαινόμενα, επιφανειακά και υπόγεια, και στους δυο ασβεστολιθικούς σχηματισμούς είναι έντονα και εντυπωσιακά. Στην Πάφο είναι γνωστό για την ομορφιά του το φαράγγι της Ανδρολίκου που διέρχεται μέσα από τον ασβεστόλιθο της Τέρρας.

 

Στην περιοχή του ακρωτηρίου Πύλα, νότια της Ξυλοφάγου, κατά μήκος της ακτής υπάρχουν πέντε σπήλαια μικρού σχετικά μεγέθους με απολιθωμένα οστά νάνων ή πυγμαίων ιπποπόταμων και ελεφάντων. Τα σπήλαια αυτά από ανατολάς προς δυσμάς είναι των Αγίων Σαράντα, του Νικολάτζη, ο Μαυρόσπηλιος, της Εγγλεζοῦς και του Κοκκινόκρεμμου.  Ένα από τα σπήλαια αυτά, εκείνο των Αγίων Σαράντα ή Μακάριας, το επεσκέφθη κατά τη δεκαετία του 1860 και το περιέγραψε ο διαβόητος αρχαιοκάπηλος Luigi Palma di Cesnola. Αναφέρει ο Cesnola: Ήταν ένα μεγάλο σπήλαιο που ο συνοδός μου ονόμαζε «σπηλιά Μακάρια» και του οποίου η είσοδος ήταν προς τη θάλασσα. Το σπήλαιο αυτό περιέχει μεγάλες ποσότητες οστών, μερικά από τα οποία έχουν αναγνωρισθεί από ειδικούς ως ανθρώπινα. Είναι περίπου 60 πόδια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Κατόρθωσα να διεισδύσω μέσα στο σπήλαιο και βρήκα απολιθωμένα οστά στο δάπεδο και στους τοίχους, να σχηματίζουν μια συμπαγή μάζα. Πώς αυτά έφθασαν κάποτε εκεί πιθανόν να παραμείνει ένα μυστήριο. Ο οδηγός μου μού είπε με θρησκευτικό σέβας, ότι τα οστά αυτά ήταν των 40 αγίων και ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχε συνήθεια οι αγρότες των γειτονικών χωριών να έρχονται για προσκύνημα στο σπήλαιο συνοδευόμενοι από τους ιερείς τους την 9η Μαρτίου (ημέρα εορτασμού των αγίων) και ότι ο Έλληνας αρχιεπίσκοπος ο οποίος έτυχε να συλλέγει εκκλησιαστικό τέλη κατά τη διάρκεια ενός των προσκυνημάτων αυτών, τους διέταξε να το διακόψουν. Σε μιαν άλλη επιστολή του ο Cesnola (1875) σημειώνει ότι δεν επρόκειτο περί ομαδικών ανθρωπίνων τάφων αλλά ότι τα οστά ήταν τα απομεινάρια «Προδιλουβιακών θηρίων».

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα (1902-1904), η Αγγλίδα παλαιοντολόγος Dorothea Μ. Α. Bate, επισκέπτεται μεταξύ άλλων τα σπήλαια της περιοχής και διεξάγει την πρώτη συστηματική μελέτη των απολιθωμένων οστών και αποφαίνεται ότι τα οστά αυτά ανήκουν σε νάνους ιπποπόταμους και ελέφαντες (κυρίως όμως ιπποπόταμους) που έζησαν κατά τη διάρκεια της Πλειστόκαινης περιόδου, δηλαδή πριν από 10.000 έως 1.000.000 χρόνια. Σε πολλά μέρη της Κύπρου τα απολιθωμένα αυτά οστά θεωρήθηκαν από τους κατοίκους, όπως αναφέρει και ο Cesnola, ως οστά αγίων και προς τιμήν τους είτε τα σπήλαια στα οποία ανευρέθησαν τα οστά μετετράπησαν σε μικρές εκκλησίες όπως στην περίπτωση της Ξυλοφάγου (Άγιοι Σαράντα) και του Προφήτη Ηλία πλησίον της Αγίρτας, είτε ανεγέρθησαν μικρές εκκλησίες όπως στην περίπτωση του Αγίου Φανουρίου στον  Άγιο Γεώργιο Κερύνειας. Σε άλλες περιπτώσεις τα απολιθώματα των νάνων ιπποπόταμων και ελεφάντων θεωρήθηκαν ως οστά δρακόντων εξού και τα τοπωνύμια Δρακοντοβουνάρι, Δρακοντοσπηλιά, Σπηλιά του Δράκου, Δρακοντιά.

 

Το 1972, μετά από νεότερες λεπτομερείς μελέτες των απολιθωμάτων αυτών, διαπιστώθηκε ότι ο ιπποπόταμος της Κύπρου αποτελεί ξεχωριστό γένος και ονομάσθηκε Phanurios minor ή minutus από την τοποθεσία «Άγιος Φανούριος» του Αγίου Γεωργίου Κερύνειας, αντί Hippopotamus minor ή rninutus που συνηθίζετο να ονομάζεται μέχρι τότε. Το κυπριακό αυτό γένος ιπποπόταμου, που είναι γνωστό από απολιθώματα που βρέθηκαν σε 32 τοποθεσίες, κυρίως σπήλαια, είχε μήκος 1,50 μέτρο και ύψος 75 εκατοστόμετρα σε αντίθεση με τον σημερινό αφρικανικό ιπποπόταμο που έχει μήκος 3,60-4,60 μέτρα και ύψος 1,15 μέτρα.

 

Ο νάνος ελέφαντας της Κύπρου, Elephas Cypriotes, είναι γνωστός από απολιθώματα που βρέθηκαν σε 13 τοποθεσίες. Είχε ύψος 90 εκατοστόμετρα μέχρι 1,20 μέτρα, σε σύγκριση με τον σημερινό αφρικανικό ελέφαντα που έχει ύψος 3-4 μέτρα.

 

Ο ιπποπόταμος και ο ελέφαντας μαζί με ορισμένα είδη ποντικών και νυχτερίδων, είναι τα μόνα είδη θηλαστικών που ανευρέθησαν στην Κύπρο μέχρι την περίοδο άφιξης του προϊστορικού ανθρώπου που σήμερα τοποθετείται στα μέσα της 8ης χιλιετίας π.Χ. Τα θηλαστικά αυτά πιστεύεται άτι έφθασαν στην Κύπρο με την τυχαία οδό της μετανάστευσης, δηλαδή είτε της κολύμβησης είτε με τη ν επίπλευση σε φυσικές σχεδίες, από τη γειτονική ήπειρο της οποίας η απόσταση κατά τη διάρκεια των παγετωδών περιόδων του Πλειστοκαίνου δεν υπερέβαινε τα 30-35 χιλιόμετρα. Μετά την εισβολή και εγκατάσταση τους στην Κύπρο όπως και σε άλλα νησιά της Μεσογείου, τα θηλαστικά υπέστησαν αλλαγές, προσαρμόσθηκαν στις νησιώτικες συνθήκες και απέκτησαν ιδιαίτερους χαρακτήρες. Ο νανισμός είναι μεταξύ άλλων κοινό φαινόμενο των νησιών όπου απουσιάζουν τα μεγάλα σαρκοβόρα ζώα και που βρίσκονται αρκετά μακριά από την ηπειρωτική χέρσο για να δέχονται συνεχώς νέους αποίκους. Το μικρό μέγεθος των ζώων αυτών τους έδωσε τη δυνατότητα μεγαλύτερης ευκινησίας στις ορεινές περιοχές και ταυτόχρονα τους παρείχε τη δυνατότητα για καλύτερη αξιοποίηση των περιορισμένων πηγών τροφής, επιτρέποντας τους έτσι να αυξηθούν σε μεγαλύτερους αριθμούς. Τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κυπρίου ιπποπόταμου, όπως η ανατομία των άκρων, η θέση των ματιών και της μύτης, ο αριθμός και το σχήμα των δοντιών, τον καθιστούσαν περισσότερο ζώο των δασών τρεφόμενο με φύλλα δένδρων, παρά ζώο των λιμνών και ποταμών όπως είναι ο σημερινός ιπποπόταμος της Αφρικής.

 

Το γεγονός ότι τα απολιθώματα των νάνων ιπποπόταμων και ελεφάντων βρίσκονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία σε αποθέσεις ιζημάτων σπηλαίων με ισχυρή διαγένεση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα ζώα αυτά έζησαν, κατά πάσα πιθανότητα, σε σπήλαια. Τα σπήλαια της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, των παραθαλάσσιων περιοχών (Αγία Ειρήνη, Άγιος Γεώργιος, Ακάνθου, Ξυλοφάγου, Κισσόνεργα) και σπανιότερα της ενδοχώρας, ήσαν τα μόνα καταφύγια κατά της ζέστης του καλοκαιριού και του κρύου του χειμώνα.

 

Τα αίτια της εξαφάνισης των μεγάλων αυτών θηλαστικών δεν είναι γνωστά, πολύ πιθανό όμως να οφείλονται στις δραστηριότητες του ανθρώπου κυνηγού - τροφοσυλλέκτη της Πρωτονεολιθικής περιόδου ή ίσως και της Μεσολιθικής περιόδου. Πρόσφατες ανακαλύψεις από ανασκαφές στην τοποθεσία Αετόκρεμμος του χωριού Ακρωτήρι (Λεμεσού), τείνουν να επιβεβαιώσουν την άποψη αυτή. Η τοποθεσία βρίσκεται στη βραχώδη και απότομη ακτή δυτικά του ακρωτηρίου Γάτα. Οι πρώτες ανασκαφές έφεραν στο φως 500 περίπου κιλά οστά και όστρακα, 325 τεμάχια πυριτόλιθου κυρίως υπό μορφή ξυστών, καθώς επίσης αριθμό διακοσμητικών οστράκων και χάνδρες. Τα οστά που ανευρέθηκαν υπολογίσθηκε ότι ανήκουν σε 100-120 νάνους ιπποπόταμους διαφόρων ηλικιών από έμβρυα μέχρι ηλικιωμένα άτομα, και σε τρεις τουλάχιστον ελέφαντες νεαράς ηλικίας. Τα όστρακα, που συνήθως είναι καμένα και θρυμματισμένα, ανήκουν σε εδώδιμα θαλάσσια είδη. Ραδιοχρονολόγηση 15 δειγμάτων από το πεδίο ανασκαφής με τη μέθοδο του άνθρακα 14, έδειξε μια χρονολογική τοποθέτηση των ευρημάτων το 8230 π.Χ., δηλαδή 2300 χρόνια παλαιότερα από την αρχαιότερη γνωστή Ακεραμική Νεολιθική περίοδο της Κύπρου.

 

Οι ανακαλύψεις στο Ακρωτήρι δεν μεταθέτουν μόνο τον χρόνο του αποικισμού της Κύπρου από τον προϊστορικό άνθρωπο κατά 2300 χρόνια, αλλά προσδιορίζουν και το βασικό αίτιο εξαφάνισης των πυγμαίων θηλαστικών της Κύπρου που δεν είναι άλλο από το κυνήγι. Το κρέας του ιπποπόταμου και του ελέφαντα αποτελούσε πιθανότατα την κύρια τροφή του ανθρώπου κυνηγού της περιόδου μεταξύ της 9ης και 7ης χιλιετίας π.Χ.

 

Εκτός από τους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς του Πενταδάκτυλου, Τέρρας και Κορωνιάς, στους νεότερους ιζηματογενείς σχηματισμούς του νησιού, δηλαδή του Πλειόκαινου και Πλειστοκαίνου, απαντώνται ορίζοντες ασβεστολιθικού ψαμμίτη σημαντικού πάχους, από τη διάβρωση των οποίων προέκυψαν μικρά υπόγεια έγκοιλα τα οποία όμως πολύ σπάνια αναπτύσσονται σε κανονικά σπήλαια. Στους σχηματισμούς αυτούς, ιδιαίτερα του Πλειστοκαίνου, σχηματίσθηκαν μικρά ενάλια σπήλαια (θαλασσινές σπηλιές) κατά μήκος των ακτών. Τα πιο γνωστά απ' αυτά είναι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας (Κανταρκαστοί*) και του Ακάμα. Παρόμοια σπήλαια δημιουργήθηκαν και στους ασβεστόλιθους της Τέρρας κατά μήκος της ακτής του ακρωτηρίου Γκρέκο.

 

Ο προσδιορισμός της ηλικίας ενός σπηλαίου δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές, όπως τα απολιθώματα που δυνατό να βρίσκονται στις αποθέσεις των σπηλαίων, ο ρυθμός αύξησης των σταλακτιτών και τέλος η ταχύτητα διάλυσης των ασβεστόλιθων.

 

Στην περίπτωση των σπηλαίων της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, όπως του Κόρνου, Προφήτη Ηλία, Άσπρης Μούττης, Δικώμου κλπ., το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι είναι νεότερα των 5-10 εκατομμυρίων χρόνων που είναι η περίοδος ανάδυσης του Πενταδάκτυλου από τη θάλασσα και η έναρξη του κύκλου της διάβρωσης. Το πιθανότερο όμως είναι να είναι Πλειστοκαινικής περιόδου, δηλαδή μεταξύ 10.000 και 1,5 εκατομμυρίου χρόνων, που συμπίπτει με την περίοδο υψηλής βροχόπτωσης και έντονης διάβρωσης.

 

Η ηλικία των σπηλαίων των παράλιων περιοχών μπορεί να προσδιορισθεί ευκολότερα διότι είναι γνωστός με σχετική ακρίβεια ο χρόνος ανύψωσης των αναβαθμίδων, στις οποίες βρίσκονται, πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σύμφωνα με πρόσφατες χρονολογήσεις κοραλλιών που βρίσκονται σ' αυτές, χρησιμοποιώντας ισότοπα του ουρανίου και του θορίου, η ηλικία της αναβαθμίδας των 3 μέτρων κυμαίνεται μεταξύ 116.000 και 130.000 χρόνων, ενώ της αναβαθμίδας των 9-11 μέτρων είναι 185.000-192.000χρόνων. Επειδή δε τα πλείστα σπήλαια των παράλιων περιοχών, όπως της Ξυλοφάγου, βρίσκονται σε υψόμετρο μεταξύ 3 και 10 μέτρων, συμπεραίνεται ότι η ηλικία τους κυμαίνεται μεταξύ 100.000 και 150.000 χρόνων.