Τουρκία και Κύπρος

Η περίοδος από το 1955 μέχρι το 1959

Μιλώντας στη Βουλή των Ελλήνων στις 7.2.1955 ο Στ. Αλαμανής, συναρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος Εργαζομένου Λαού, κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση ότι αντιμετώπισε κατά τρόπο μυωπικό την πολιτική σημασία του τουρκικού παράγοντα στο Κυπριακό. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, πάλι, κατάγγειλε ότι συστηματικά αγνοήθηκε ο τουρκικός παράγων. Αλλά και πολλοί άλλοι Έλληνες πολιτικοί εξέφρασαν κατά καιρούς -και εκ των υστέρων- παρόμοιες γνώμες, όπως λ.χ. ο Παν. Πιπινέλης που πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε ότι ἡ ἐξωτερική μας πολιτική διεξήγετο βάσει ὁρισμένων συνοπτικῶν συνθημάτων, ὡς τό «τῆς ἀπίστου Ἀλβιόνος» καί τό «Ἓνωσις καί μόνον Ἒνωσις». Ὅλα τά λοιπά διέφευγον τῆς προσοχῆς μας... Κι ένα από τα πιο σημαντικά που συστηματικά διέφευγαν της ελληνικής προσοχής, ήταν ασφαλώς ο τουρκικός παράγων.

 

Ωστόσο η Μεγάλη Βρετανία ποτέ δεν αγνόησε αυτό τον τουρκικό παράγοντα. Κι όταν έκρινε πως ήταν σκόπιμο, για τα δικά της συμφέροντα, αμέσως τον χρησιμοποίησε.

 

Τον Απρίλιο του 1955 άρχισε στην Κύπρο ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας κατά των Βρετανών κυριάρχων. Μια από τις πρώτες δυναμικές αντιδράσεις της Τουρκίας έναντι αυτής της νέας κατάστασης ήταν να οργανώσει και να θέσει σ' εφαρμογή (τον Σεπτέμβριο του 1955) μεγάλης κλίμακας επιθέσεις και βανδαλισμούς κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Στο μεταξύ η Τουρκία άρχισε ήδη να εμφανίζεται ως ζωηρά ενδιαφερόμενο για το Κυπριακό μέρος και κατά τις πρώτες συζητήσεις του προβλήματος στα Ηνωμένα   Έθνη. Κι ως ισότιμο ενδιαφερόμενο μέρος προσκλήθηκε από την Αγγλία και παρακάθησε στη γνωστή τριμερή* διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1955.

 

Τη διάσκεψη αυτή οργάνωσε η Αγγλία, που προσκάλεσε σε συνομιλίες επί του Κυπριακού τα άλλα δυο μέρη, δηλαδή την Ελλάδα και την Τουρκία. Παρά τη σφοδρή αντίθεση των Κυπρίων (που την εξέφρασε ιδιαίτερα έντονα ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος) και ακόμη και αντιδράσεις και αμφιβολίες ελληνικών πολιτικών κύκλων, η τότε ελληνική κυβέρνηση των Στ. Στεφανόπουλου και Παν. Κανελλόπουλου (δηλαδή η κυβέρνηση του στρατάρχη Παπάγου που όμως ο ίδιος ήταν άρρωστος κι ανίκανος για αποφάσεις) αποφάσισε να πάρει μέρος στη διάσκεψη του Λονδίνου.

 

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ήταν καθόλου εύκολο να αρνηθεί συμμετοχή της στην τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου. Ουσιαστικά είχε παγιδευθεί από την αγγλική διπλωματία. Η διάσκεψη εκείνη απέτυχε. Αλλά έκτοτε η Τουρκία θα ήταν άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος στο Κυπριακό και καμιά συζήτηση - και πολύ περισσότερο καμιά λύση - δεν ήταν δυνατό να γίνει ή να επιτευχθεί χωρίς τη συμμετοχή και τη συγκατάθεσή της. Το Κυπριακό, που ως τότε χαρακτηριζόταν από διάφορες πλευρές με διάφορους τρόπους (ως θέμα αυτοδιάθεσης ενός λαού, ως θέμα εθνικής αποκατάστασης τμήματος του Ελληνισμού, ως θέμα εσωτερικό της Βρετανικής αυτοκρατορίας, ως αγγλοελληνική διαφορά), γινόταν τώρα και θέμα εθνικό της Τουρκίας.

 

Η Τουρκία είχε αρχίσει στο μεταξύ να υποκινεί τον εθνικισμό των Τούρκων της Κύπρου, τον οποίο τελικά η Μεγάλη Βρετανία μετέτρεψε σε εξτρεμισμό με το να τους εξοπλίσει και να τους οδηγήσει σε επιθέσεις και βανδαλισμούς κατά των μαχομένων Ελληνοκυπρίων. Κι όταν ο χρόνος ωρίμασε, το Λονδίνο πρότεινε ένα από τα διάφορα σχέδια λύσης του προβλήματος, το σχέδιο Μακμίλλαν*, το 1958, στη βάση του διχοτομικό. Απείλησε μάλιστα ότι θα προχωρούσε στην εφαρμογή του, ανεξάρτητα από την ελληνική αντίδραση, και σε συνεργασία με την Τουρκία.

 

Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή (με υπουργό των Εξωτερικών τον Ευάγγελο Αβέρωφ), πιεζόμενη από τα ίδια τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί αλλά και από τον αμερικανικό παράγοντα, έκανε αυτό που θα έπρεπε ίσως να είχε συμβεί από το 1954 ή και πιο πριν: να συζητήσει, δηλαδή, το όλο ζήτημα με την Τουρκία. Και το συζήτησε, αλλά τώρα κάτω από τις νέες συνθήκες που δεν ήταν πλέον τόσο ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά. Η συζήτηση κατέληξε στη Ζυρίχη, όπου τον Φεβρουάριο του 1959 επετεύχθη η γνωστή ελληνοτουρκική συμφωνία για την Κύπρο (βλέπε λήμμα Ζυρίχης και Λονδίνου συμφωνίες). Επίσημα η Αγγλία δεν πήρε μέρος στις συνομιλίες της Ζυρίχης, αφήνοντας τη συζήτηση του θέματος στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Αλλά μόλις η συμφωνία μονογραφήθηκε από τους πρωθυπουργούς Καραμανλή και Μεντερές, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (περιλαμβανομένων μόλις τώρα των περισσότερο ενδιαφερομένων, δηλαδή των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων) εκλήθησαν εσπευσμένα στο Λονδίνο για την τελική ρύθμιση του προβλήματος.

 

Η Κύπρος γινόταν ανεξάρτητη Δημοκρατία. Αλλά υπό την επιτήρηση (σχεδόν κηδεμόνευση) τριών χωρών που αυτοαποκλήθηκαν «εγγυήτριες δυνάμεις»: της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

 

Είναι φανερό ότι από την όλη «ρύθμιση» του Κυπριακού το 1959 περισσότερο κερδισμένος ήταν ο τουρκικός παράγων και περισσότερο χαμένος ο ελληνικός.

 

* Η Μεγάλη Βρετανία ουσιαστικά δεν έχανε τίποτα, αφού διατηρούσε υπό την απόλυτη δικαιοδοσία της δυο τεράστιες εκτάσεις στο νησί, ως κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις, καθώς και πολλά δικαιώματα.

 

* Ο ελληνικός παράγων (Ελλάδα και κυπριακός Ελληνισμός) είχε χάσει τα περισσότερα: το όνειρο της ένωσης και το άφθονο αίμα που χύθηκε για το όνειρο αυτό· επί πλέον η συντριπτική πλειοψηφία του 82% του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου απεδέχθη ως συνεταίρο της τη μειοψηφία του 18% του τουρκικού πληθυσμού· ακόμη, δεν κατόρθωσε να επιτύχει ούτε καν μια ατόφια αυτοδιάθεση, ή έστω μια πραγματική ανεξαρτησία.

 

* Ο τουρκικός παράγων (Τουρκία και Τουρκοκύπριοι) κέρδισε τα περισσότερα: αν και μόλις το 1923 είχε επίσημα παραιτηθεί η Τουρκία από κάθε δικαίωμα επί της Κύπρου (συνθήκη της Λωζάνης), τώρα ήταν «εγγυήτρια δύναμη» της «ανεξαρτησίας» του νησιού, είχε αποκτήσει συμβατικό δικαίωμα επέμβασης στην Κύπρο και διέθετε ένα τουρκοκυπριακό πληθυσμό που ήταν συνεταίρος στο κυπριακό κράτος και που μπορούσε να κατευθυνθεί όπως κι όπου η   Άγκυρα ήθελε. Υπό τις νέες αυτές συνθήκες αποκτούσε ακόμη περισσότερη σπουδαιότητα για την Τουρκία και το αδυσώπητο γεγονός της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου. Η Κύπρος απέχει μόνο 70 χιλιόμετρα από τις νότιες ακτές της Τουρκίας, ενώ απέχει 270 χιλιόμετρα από το κοντινότερο σημείο της ελληνικής επικράτειας, που είναι το νησάκι Καστελλόριζο. Δεδομένου όμως ότι ούτε το Καστελλόριζο, που σχεδόν εφάπτεται των τουρκικών ακτών, ούτε η Ρόδος (περί τα 400 χιλιόμετρα από την Κύπρο) μπορούσαν ν' αποτελέσουν βάσεις ελληνικής εξόρμησης προς την Κύπρο, η απόσταση Κύπρου-Ελλάδας γινόταν ακόμη μεγαλύτερη.

 

(Τον παράγοντα της απόστασης δεν τον σκέφθηκε καθόλου η κυβέρνηση Καραμανλή το 1959, όταν η Ελλάδα αποδεχόταν τον ρόλο «εγγυήτριας δύναμης» της Κύπρου. Το καλοκαίρι του 1974, όταν η Κύπρος σφαγιαζόταν από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, δήλωνε αδυναμία για στρατιωτική βοήθεια προς την Κύπρο, «λόγω αποστάσεως»).