Τουρκία και Κύπρος

Η περίοδος από το 1959 μέχρι το 1967

Η ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος έγινε με πανηγυρισμούς. Όμως κανένας δεν πίστεψε σοβαρά στο μέλλον αυτού του καινούργιου κράτους, ούτε καν οι Τουρκοκύπριοι που είχαν κερδίσει υπερδικαιώματα που καμιά μειοψηφία του 18% δεν είχε ονειρευτεί. Αλλά οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν ελεύθεροι ν' αποφασίζουν. Διοικούμενοι από μια σκληρή εξτρεμιστική ηγεσία που αρκετές φορές έφθασε μέχρι το έγκλημα προκειμένου να επιβάλλεται, έκαναν πάντοτε και υπάκουα οτιδήποτε υπέδειχνε η Άγκυρα.

 

Αλλά και οι Ελληνοκύπριοι δεν ήταν πρόθυμοι να αρκεστούν έστω και με όσα είχαν ως τότε κατορθώσει. Αντίθετα, τη «διευθέτηση» του 1959-60 την είδαν ως ένα προσωρινό μέτρο, ως ένα ακόμη σταθμό στη μακρά πορεία για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Ωστόσο και οι μεν και οι δε, μάλιστα με τις ευλογίες και τη «συμπαράσταση» των τριών «εγγυητριών δυνάμεων», προχώρησαν στην οικοδόμηση του νέου κράτους, εξ αρχής με διαφωνίες κι αντιθέσεις, και βέβαια με καχυποψία.

 

Στη Βουλή των Ελλήνων, κατά τη διάρκεια θυελλώδους συζήτησης που έγινε τον Φεβρουάριο του 1959 (αμέσως μετά τη συμφωνία στη Ζυρίχη), ένας των Ελλήνων πολιτικών της εποχής, ο Ηλίας Τσιριμώκος, έλεγε:

 

... Αὐτό τό κράτος[= η υπό ίδρυση Κυπριακή Δημοκρατία] εἶναι μία πυριτιδαποθήκη καί διά τήν  Ἑλλάδα καί διά τήν Τουρκίαν καί διά τήν Μέσην  Ἀνατολήν... Δέν ἐκλείσαμεν ἀλλά ἐδημιουργήσαμεν ἕνα Κυπριακόν ζήτημα, τοῦ  ὁποίου τάς συνεπείας θά ἲδωμεν εἰς τό μέλλον, ἴσως πολύ συντομώτερον ἀπό ὅ,τι φοβούμεθα...

 

Και πράγματι οι συνέπειες ήρθαν πολύ γρήγορα.

 

Η Κύπρος, ως ανεξάρτητο κράτος, έγινε αμέσως ισότιμο μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μέλος της Κοινοπολιτείας και (παρά τη σφοδρή αντίθεση των Τουρκοκυπρίων) μέλος της οικογένειας των Αδεσμεύτων, το 1961, με επιμονή του Μακαρίου, πρώτου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1962 ο Μακάριος πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου κι εξασφάλισε κάποια υποστήριξη από τον τότε πρόεδρο Τζων Κέννεντυ στην προσπάθειά του να βελτιώσει κάπως τις ασφυκτικές συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Όμως ο Κέννεντυ δολοφονήθηκε τον επόμενο χρόνο κι ο,τιδήποτε κι αν είχε υποσχεθεί παρέμεινε μόνο υπόσχεση. Επίσης μέσα στο 1962 (22 Νοεμβρίου) ο πρόεδρος Μακάριος επεσκέφθη επίσημα την Άγκυρα, όπου η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας τον υποδέχθηκε με υποκριτικά χαμόγελα και φιλοφρονήσεις, αλλά ο τουρκικός όχλος με εχθρικές εκδηλώσεις.

 

Στην ίδια την Κύπρο τα πράγματα δεν εξελίσσονταν ικανοποιητικά. Σύντομα απεκαλύφθη ότι οι Τουρκοκύπριοι εξοπλίζονταν με όπλα που έφθαναν στο νησί μυστικά από την Τουρκία. Ήδη από το 1959 (κατά τη μεταβατική ακόμη περίοδο και πριν από την επίσημη ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητη Δημοκρατία που έγινε στις 16 Αυγούστου 1960) απεκαλύφθη η προσπάθεια εξοπλισμού των Τουρκοκυπρίων, με τη σύλληψη του τουρκικού ιστιοφόρου «Ντενίζ» που μετέφερε ποσότητες οπλισμού. Ο Μακάριος, γράφοντας στις 1 Οκτωβρίου 1959 στον στρατηγό Γρίβα που βρισκόταν στην Αθήνα, του έλεγε και τα ακόλουθα:

 

... Σήμερον, ὡς ἤδη θά ἐπληροφορήθητε διά τοῦ Τύπου, συνελήφθη τουρκικόν πλοιάριον μέ ὂπλα. Πρό διμήνου περίπου συνελήφθη καί ἄλλο πλοιάριον, οὐδέν ὅμως ἀνεκαλύφθη ἐντός αὐτοῦ. Ἐπρόλαβαν καί τά ἔρριψαν εἰς τήν θάλασσαν.  Ἡ εἰσαγωγή ὂπλων ὑπό τῶν Τούρκων συνεχίζεται κατά διαφόρους τρόπους καί αἱ εἰς χεῖράς των ποσότητες εἶναι τεράστιαι. Τό ζήτημα αὐτό μέ ἀπασχολεῖ σοβαρῶς, διότι πολλοί κίνδυνοι ἐγκυμονοῦνται...

 

Παρά τις προσπάθειες όμως, και παρά τα χαμόγελα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Μακαρίου στην   Άγκυρα, η Τουρκία συνέχισε να εξοπλίζει και να ενισχύει τους Τουρκοκυπρίους, ενώ ταυτόχρονα τους καθοδηγούσε σε πολιτικές ενέργειες (με βάση τα πλείστα δικαιώματα που τους είχαν εκχωρηθεί στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο) που σκοπό είχαν να κάνουν προβληματική τη λειτουργία του κράτους. Ήταν φανερό ότι μετά τη Ζυρίχη και το Λονδίνο, η Άγκυρα μεθόδευε το επόμενο βήμα της που αποσκοπούσε στη διαίρεση του κράτους και στη διχοτόμηση της Κύπρου.

 

Από τη δική τους πλευρά οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να οργανώνουν πάνω σε στρατιωτική βάση ομάδες πολιτών, που εκπαιδεύονταν μυστικά, ιδίως τα βράδια, κι ετοιμάζονταν ν' αντιμετωπίσουν την έκρηξη, που δεν άργησε να έλθει.

 

Αφορμή (αλλ' ασφαλώς όχι αιτία) έδωσε στους Τούρκους η υποβληθείσα προς αυτούς από τον Μακάριο πρόταση για τροποποίηση δεκατριών άρθρων του Συντάγματος. Δεν ήταν προσπάθεια μονομερούς εφαρμογής των τροποποιήσεων, αλλά πρόταση προς συζήτηση. Αμέσως η   Άγκυρα δημιούργησε κρίση, που πήρε στην Κύπρο αμέσως ύστερα (τον Δεκέμβριο του 1963) τη μορφή ένοπλης εξέγερσης των Τουρκοκυπρίων και αιματηρών συγκρούσεων με τους Ελληνοκυπρίους.

 

Μεταξύ του 1964 και του 1967 η Τουρκία αφενός προωθούσε με κάθε δυνατό τρόπο πρακτικές μεθόδους διχοτόμησης της Κύπρου, εν πολλοίς αδιαφορώντας για το αίμα των Τουρκοκυπρίων και για τη δυστυχία τους, αφετέρου δε κατέβαλλε προσπάθειες στο διεθνές πεδίο να πείσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν πλέον ανύπαρκτη. Απέτυχε και στους δυο τομείς. Γιατί μέχρι το 1967 οι Τούρκοι παραδέχονταν ότι είχαν ηττηθεί στην Κύπρο. Ο ίδιος ο Ραούφ Ντενκτάς, όταν συνελήφθη για παράνομη είσοδο στην Κύπρο στις 31 Οκτωβρίου 1967, σε μακροσκελή κατάθεσή του που έδωσε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας στις 9 Νοεμβρίου 1967, έλεγε μεταξύ πολλών άλλων και τα ακόλουθα:

 

... Το όνομα που δίνω στη λύση που σκέπτομαι [για το Κυπριακό] είναι «αυτοδιάθεση εντός λογικής». Να πεις στους Τούρκους: «κύριε, ιδού η γωνιά σου, ή να ζήσεις ως μειονότης ή να φύγεις (σχηματίζει τρίγωνο σε χαρτί). Στην πραγματικότητα εφθάσαμε εδώ, δεν είναι; Δηλαδή οι Τούρκοι να μπουν μέσα στο τρίγωνο... Πρέπει να υπάρξει μία πρόνοια για αποζημίωση και μετανάστευση [των Τουρκοκυπρίων]. Αυτό πρέπει να δείτε, για τους Τούρκους που θα μείνουν... Αλλά να έχωμεν υπ' όψιν ότι η Ένωσις [της Κύπρου με την Ελλάδα] έγινεν. Εδώ υπάρχει 12.000 στρατός [ελληνικός]... (Κατάθεση Ραούφ Ντενκτάς, σσ. 20-21. Απόρρητη, Αρχείον Α. Παυλίδη).

 

Μπορεί, βέβαια, ο Ραούφ Ντενκτάς να μη εννοούσε όλα όσα κατέθετε όταν ήταν κρατούμενος των Ελληνοκυπρίων. Ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεταξύ των Τούρκων ήταν σαφής η εντύπωση ότι είχαν ηττηθεί στην Κύπρο. Μετά την εκδήλωση της ανταρσίας τους, τον Δεκέμβριο του 1963, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και κατά το 1964. Στις συζητήσεις που έγιναν στα Ηνωμένα Έθνη, αλλά και γενικότερα στο διεθνές πεδίο, η Τουρκία δεν μπόρεσε να πείσει κανένα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε διαλυθεί. Η   Άγκυρα είχε διατάξει τότε τους Τουρκοκυπρίους να αποσυρθούν από κάθε θέση, μεγάλη και μικρή της κυβερνητικής μηχανής. Και πράγματι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους όλοι: και οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί, μέχρι και οι κλητήρες των υπουργείων, οι βουλευτές, οι δικαστικοί, οι υπάλληλοι όλων των οργανισμών, οι αστυνομικοί κλπ. Δεν πέτυχαν όμως τη διάλυση της κυβερνητικής μηχανής. Στη συνέχεια -και πάντοτε μετά από οδηγίες της  Άγκυρας- πολλοί Τουρκοκύπριοι μικρών χωριών ή μεικτών χωριών όπου πλειοψηφούσε το ελληνικό στοιχείο, εγκατέλειψαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους κι αυτοεγκλωβίστηκαν στις τουρκικές συνοικίες των πόλεων και σε μεγάλα τουρκικά χωριά ή σε συμπλέγματα τουρκικών χωριών, δημιουργώντας έτσι θυλάκους. Ο αυτοεγκλωβισμός τους όμως, και η μη συνεργασία τους με τους Ελληνοκυπρίους, οδήγησε τους ίδιους σε δυστυχία και οικονομική παρακμή. Τουρκοκυπριακοί θύλακοι, απρόσιτοι στους Ελληνοκυπρίους, δημιουργήθηκαν στις τουρκικές συνοικίες όλων των πόλεων πλην της Κερύνειας και σε χωριά και περιοχές όπου κυριαρχούσε το τουρκικό στοιχείο (όπως η Λεύκα, η Κοφίνου, η Μανσούρα κι άλλα χωριά σε πολλά μέρη της Κύπρου).

 

Η ίδια η Τουρκία, σε μια προσπάθεια εκφοβισμού των Ελληνοκυπρίων και εκβιασμού τους, βρήκε την ευκαιρία τον Αύγουστο του 1964 να επέμβει στρατιωτικά με την αεροπορία της και να βομβαρδίσει περιοχές της Τηλλυρίας. Η ευκαιρία της δόθηκε όταν οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις επετέθησαν για να διαλύσουν τον τουρκοκυπριακό θύλακο Μανσούρας-Κοκκίνων στην Τηλλυρία. Εκτός από την προσπάθεια για υπεράσπιση των Ελληνοκυπρίων χωρικών της Τηλλυρίας, που υφίσταντο επιθέσεις από Τουρκοκυπρίους ενόπλους, ο θύλακος αυτός θεωρήθηκε απαραίτητο να διαλυθεί από τους Ελληνοκυπρίους γιατί εχρησιμοποιείτο ως λιμάνι εφοδιασμού των Τουρκοκυπρίων από την Τουρκία, κι ως σημείο μυστικής εισόδου στο νησί Τούρκων στρατιωτικών. Οι μάχες που έγιναν είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση του θυλάκου, αλλά δημιούργησαν σοβαρότατη ελληνοτουρκική κρίση που έφερε στα πρόθυρα του πολέμου την Ελλάδα και την Τουρκία. Η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε την περιοχή, ενώ η Ελλάδα έστειλε πολεμικά αεροπλάνα της να πετούν πάνω από την Κύπρο. Δραματικές συνεδρίες έγιναν στην έδρα του ΟΗΕ, ενώ με την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του NATO ο πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας αποφεύχθηκε. Έτσι, και μετά την κρίση αυτή, η Τουρκία δεν είχε επιτύχει τίποτα το θετικό. Παρέμεινε δε η μοναδική χώρα στον κόσμο που δεν αναγνώριζε την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο κράτος (πράγμα που ισχύει μέχρι σήμερα).

 

Ο Μακάριος βρήκε την ευκαιρία να καταγγείλει τη συνθήκη συμμαχίας που είχε επιβληθεί με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Επί πλέον συμφώνησε μυστικά με την τότε ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου για αποστολή μιας μεραρχίας ελληνικού στρατού στο νησί. Και πράγματι, με απόλυτη μυστικότητα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μέσα στο 1964, είχε σταλεί στην Κύπρο μια μεραρχία ελληνικού στρατού με δύναμη πυρός σώματος στρατού. Όταν απεκαλύφθη η εδώ παρουσία της δύναμης αυτής, τούτο ήταν πλέον ένα τετελεσμένο γεγονός. Παράλληλα, και παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις της Τουρκίας, η κυπριακή κυβέρνηση ίδρυσε την Εθνική Φρουρά, δηλαδή κυπριακό στρατό, και καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία που ως τότε δεν υπήρχε. Ακόμη βρήκε πηγές προμήθειας οπλισμού. Ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας-Διγενής (στρατιωτικός αρχηγός του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959), ήλθε επίσης στην Κύπρο από την Ελλάδα και ανέλαβε την αρχηγία του στρατεύματος.

 

Όλα αυτά ήταν εκείνα που έκαναν τον Ραούφ Ντενκτάς να καταθέσει το 1967 ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα είχε επιτευχθεί. Εκείνο που απέμενε στους Τούρκους ήταν η διαπραγμάτευση με τους Έλληνες για να κερδίσουν κάποια δικαιώματα μειοψηφίας.

 

Ωστόσο θα ήταν εκτός πραγματικότητας αν υποστηριζόταν ότι η Τουρκία είχε ηττηθεί πλήρως στην Κύπρο κατά το διάστημα αυτό, γιατί η ήττα της (που απεδείχθη ότι ήταν προσωρινή) δεν ήταν ολοκληρωτική. Με την κρίση του 1963-64 η Τουρκία πέτυχε μερικά θετικά γι' αυτήν πράγματα: τη δημιουργία τουρκοκυπριακών θυλάκων και τη χάραξη της λεγόμενης «πράσινης γραμμής» στη Λευκωσία, δηλαδή στοιχεία διχοτομικά. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα τουρκικά επεκτατικά σχέδια στο μέλλον, αν οι συνθήκες γίνονταν περισσότερο ευνοϊκές για τους Τούρκους (όπως κι έγιναν). Ένα άλλο θετικό στοιχείο για τους Τούρκους ήταν η αναγνώριση των Τουρκοκυπρίων ως κοινότητας και όχι ως μειονότητας.

 

Βέβαια τα τουρκικά αυτά «κέρδη» θα μπορούσαν ν' αποδειχθούν άνευ αντικρίσματος αν οι Έλληνες θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν σωστά τα δικά τους «κέρδη». Πράγμα που δεν μπόρεσαν να πράξουν.

 

Την κρίσιμη αυτή περίοδο ήλθε η σοβαρότατη πολιτική κρίση του 1965-1967 στην Ελλάδα, που μεθοδεύτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής: η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου ήλθε σε ρήξη με το παλάτι κι ο πρωθυπουργός «απολύθηκε». Ακολούθησε μια σειρά από αδύνατες κυβερνήσεις των λεγομένων «αποστατών» (πολύ αδύνατες για να συμπαρασταθούν αποτελεσματικά στην Κύπρο), μέχρι τον Απρίλιο του 1967 που η δημοκρατία καταλύθηκε και η εξουσία αναλήφθηκε πραξικοπηματικά από μια ομάδα συνταγματαρχών.

 

Από το σημείο αυτό και ύστερα άρχισαν οι ήττες για τον Ελληνισμό, με τραγικότατες συνέπειες ιδιαίτερα για τον Ελληνισμό της Κύπρου.