Τουρκία και Κύπρος

Η περίοδος από το 1967 μέχρι το 1974

Η ελληνική χούντα των συνταγματαρχών, μόλις υφάρπασε την εξουσία στην Αθήνα, θέλησε να επιτύχει κάτι το εντυπωσιακό που θα την «καθιέρωνε» στην εκτίμηση του ελληνικού λαού. Και το πιο «εντυπωσιακό» που σκέφθηκε να πράξει ήταν να λύσει πάραυτα το Κυπριακό, και μάλιστα με τον πιο αίσιο για τον Ελληνισμό τρόπο, δηλαδή με την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα!

 

Το καθεστώς της Αθήνας ήλθε αμέσως σ' επαφή με την Άγκυρα (κυβέρνηση Σ. Ντεμιρέλ τότε) και διευθέτησε υψηλού επιπέδου συνάντηση στα ελληνοτουρκικά σύνορα της Θράκης (ποταμός   Έβρος). Πράγματι, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ντεμιρέλ και ο Έλληνας «πρωθυπουργός» της χούντας Κ. Κόλλιας, συνοδευόμενοι και οι δυο από πολυμελείς αντιπροσωπείες, συναντήθηκαν στον Έβρο στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου του 1967. Η ελληνική χούντα επένδυσε πολλές προσδοκίες στη συνάντηση αυτή. Στην Αθήνα επικρατούσε, μάλιστα, στους διαδρόμους των κυβερνητικών γραφείων, μια εντελώς αναίτια κι ανόητη ευφορία κι αισιοδοξία, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε πολλοί «παράγοντες» προσπαθούσαν να περιληφθούν στην ελληνική αντιπροσωπεία προκειμένου να μοιραστούν τη δόξα που θα αποκομιζόταν με την επίτευξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα!

 

Κατά τη συνάντηση του Έβρου οι Τούρκοι είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν όχι μόνο την αφέλεια αλλά και την ανεπάρκεια της νέας ελληνικής «ηγεσίας», κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό γι' αυτούς. Η συνάντηση ήταν τόσο φαιδρή, ώστε κατέληξε μέχρι του σημείου η ελληνική αντιπροσωπεία να παρακαλεί τον Τούρκο πρωθυπουργό να δεχθεί την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, προβάλλοντας μάλιστα και το «επιχείρημα» ότι η Τουρκία δεν χρειαζόταν την Κύπρο γιατί διέθετε στη Μικρά Ασία μεγάλες κι ακαλλιέργητες ακόμη εκτάσεις! Τελικά ο Ντεμιρέλ διέκοψε τη συνάντηση τη δεύτερη μέρα, δηλώνοντας (και σωστά) ότι έχανε άσκοπα τον χρόνο του. Η ελληνική αντιπροσωπεία επέστρεψε στην Αθήνα με έντονη τη γεύση της αποτυχίας, ανίκανη ωστόσο ν' αντιληφθεί, έστω κι εκ των υστέρων, ότι τα διάφορα εθνικά θέματα δεν ήταν αστείες υποθέσεις. Αντίθετα, η ελληνική χούντα προσπάθησε να βρει δικαιολογίες για την αποτυχία της, κι αποφάσισε ότι ευθυνόταν γι' αυτήν ο Μακάριος, που δεν ήθελε την ένωση.

 

Η ελληνική χούντα θα συνέχιζε και στα κατοπινά χρόνια τις επαφές με την Τουρκία σχετικά με το Κυπριακό, αλλά με άλλους προσανατολισμούς. Το 1971, για παράδειγμα, στη Λισσαβώνα (στο πλαίσιο διάσκεψης του NATO), ελληνική και τουρκική αντιπροσωπεία είχαν μυστικές ιδιαίτερες συνομιλίες για το Κυπριακό, που κατέληξαν σε μυστική συμφωνία η οποία, μεταξύ άλλων, περιείχε δέσμευση του καθεστώτος της Αθήνας να μη επιδιώκει αλλ' αντίθετα να εγκαταλείψει το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή το καθεστώς της Αθήνας ενίσχυε ποικιλότροπα τους Ελληνοκυπρίους εκείνους που αντιπολιτεύονταν τον Μακάριο και που παρουσιάζονταν ως «εθνικόφρονες» έτοιμοι να θυσιαστούν για την ένωση!

 

Στο μεταξύ στην Κύπρο σημειώθηκαν νέες εξελίξεις. Μέσα στο 1967 ξέσπασε η κρίση της Κοφίνου. Η Κοφίνου ήταν τουρκοκυπριακό χωριό επί του υπεραστικού δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν υπό τον έλεγχό τους το σημείο εκείνο της σημαντικής οδικής αρτηρίας και πολύ συχνά δημιουργούσαν επεισόδια. Η κυπριακή Εθνική Φρουρά, με προσωπική καθοδήγηση του ίδιου του Γρίβα, τελικά διεξήγαγε επιχειρήσεις στην περιοχή (Κοφίνου-Άγιος Θεόδωρος) και ξεκαθάρισε την κατάσταση. Αμέσως όμως αντέδρασε η ίδια η Τουρκία, που εμφανίστηκε μάλιστα έτοιμη να διενεργήσει στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο με δικαιολογία την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Ξαφνικά τα νέφη του πολέμου συσσωρεύτηκαν για μια ακόμη φορά πάνω από την Κύπρο, όπου πετούσαν απειλητικά και τουρκικά στρατιωτικά αεροπλάνα.

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έστειλαν πάραυτα ειδικό απεσταλμένο στο τρίγωνο Αθήνας -   Άγκυρας - Λευκωσίας, τον Σάυρους Βάνς*, προκειμένου να αποφύγουν γενικότερη στρατιωτική σύρραξη. Η Τουρκία επέδωσε τελεσίγραφο, διά του οποίου απαιτούσε την άμεση αναχώρηση του στρατηγού Γρίβα από την Κύπρο, την ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας από το νησί, τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς κ.α. Την ίδια στιγμή η Τουρκία είχε συγκεντρώσει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις της στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας (απέναντι από τη βόρεια ακτή της Κύπρου) κι ήταν έτοιμη να δώσει την εντολή για στρατιωτική εισβολή στο νησί.

 

Στην Κύπρο, ο πρόεδρος Μακάριος διακήρυσσε ότι ο Ελληνισμός του νησιού θ' αγωνιζόταν μέχρις εσχάτων, και διαπραγματεύθηκε με τον Αμερικανό απεσταλμένο κυριολεκτικά με το πιστόλι στον κρόταφο. Τελικά δεν δέχθηκε τους όρους του τουρκικού τελεσιγράφου που τον αφορούσαν, αρνήθηκε να διαλύσει την Εθνική Φρουρά και έθεσε δικές του απαιτήσεις.   Όπως συνήθως ο Μακάριος βασιζόταν στο προσωπικό του διεθνές κύρος, στους φίλους του στις τάξεις των Αδεσμεύτων και στην υποστήριξη των Ανατολικών χωρών.

 

Αντίθετα, η ελληνική χούντα απεδέχθη τους όρους του τελεσιγράφου που την αφορούσαν: ο Γρίβας έφυγε αμέσως για την Αθήνα, ακολούθησε δε η αποχώρηση από το νησί ολόκληρης της ελληνικής μεραρχίας που είχε έλθει μυστικά το 1964. Σ' αντάλλαγμα, η Τουρκία ανέλαβε την υποχρέωση να αποσύρει τα στρατεύματά της από τις δικές της νότιες ακτές.

 

Η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Κύπρο ήταν μια μεγάλη τουρκική νίκη. Η σημαντική αυτή δύναμη, που μπορούσε να υπερασπιστεί την Κύπρο σε μια στρατιωτική εισβολή, δεν υφίστατο πλέον. Ένας βασικός λόγος απ' εκείνους που λίγο πιο πριν ανάγκαζαν τον Ραούφ Ντενκτάς να δηλώνει ότι η ένωση Κύπρου-Ελλάδας είχε γίνει, τώρα δεν υφίστατο.

 

Όταν τελικά ξεπεράστηκε η κρίση του 1967, αναπτύχθηκε μια πρωτοβουλία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που κατέληξε στην έναρξη ενός διακοινοτικού διαλόγου, μέσα στο 1968, με συνομιλητές τον Γλαύκο Κληρίδη, εκ μέρους των Ελλήνων της Κύπρου, και τον Ραούφ Ντενκτάς, εκ μέρους των Τούρκων της Κύπρου. Η πρόθεση όλων για μια συνδιαλλαγή φαινόταν ειλικρινής. Όμως η Τουρκία στην πραγματικότητα δεν εγκατέλειψε τα σχέδιά της για διαμοιρασμό της Κύπρου. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική στρατιωτική χούντα είχε τα δικά της σχέδια που επικεντρώνονταν στην επί της Κύπρου επικυριαρχία, πράγμα όμως που δεν μπορούσε να επιτύχει ενόσω ο Μακάριος βρισκόταν στην εξουσία. Έτσι άρχισε να εξυφαίνει σχέδια για απομάκρυνση του Μακαρίου από το πολιτικό προσκήνιο.

 

Οι προθέσεις τόσο της Τουρκίας όσο και της ελληνικής χούντας φανερώνουν ότι σε κάποια παρασκήνια επανερχόταν ως «λύση» του Κυπριακού η διχοτόμηση του νησιού κι ο διαμοιρασμός του μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Επρόκειτο, δηλαδή, για την περιβόητη «λύση της διπλής ένωσης».

 

Οι «δραστηριότητες» της ελληνικής χούντας στην Κύπρο οδήγησαν στον φανατισμό και στην έξαρση του εθνικισμού μιας μερίδας Ελληνοκυπρίων, πράγμα που τελικά οδήγησε στην εμφύλια διαμάχη στο νησί, η οποία κι εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους, περιλαμβανομένης της ένοπλης βίας. Η διάσπαση του εσωτερικού μετώπου των Ελλήνων της Κύπρου απετέλεσε νέα σημαντική νίκη της Τουρκίας. Τα τραγικά γεγονότα της περιόδου 1967-1974 οδήγησαν τον Κυπριακό Ελληνισμό στο χείλος της καταστροφής: δραστηριότητα ενόπλων παρανόμων οργανώσεων (Εθνικόν Μέτωπον), μυστική άφιξη του στρατηγού Γρίβα στην Κύπρο και ίδρυση της ΕΟΚΑ Β', δράση της παράνομης αυτής οργάνωσης, δολοφονικές απόπειρες κατά του προέδρου Μακαρίου, καταφυγή στη βία και την αντιβία, απειλές για πραξικόπημα, υποκίνηση των μητροπολιτών σε εκκλησιαστικό πραξικόπημα και διάσπαση, κι άλλα παρόμοια γεγονότα, που όλα υποδαυλίζονταν από την ελληνική χούντα μέσω των οργάνων της στην Κύπρο και κυρίως των Ελλαδιτών αξιωματικών που στελέχωναν και διοικούσαν την ελληνοκυπριακή Εθνική Φρουρά.

 

Όταν πλέον, με την αντιπαράθεση και την εμφύλια διαμάχη των Ελλήνων της Κύπρου, ο καιρός «ωρίμασε», εκδηλώθηκε το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου του 1974 (βλέπε λήμμα πραξικόπημα). Ο κυπριακός Ελληνισμός είχε αλωθεί εκ των έσω.

Και βέβαια η Τουρκία, που για τόσα πολλά χρόνια ανέμενε μια τέτοια «χρυσή ευκαιρία», δεν ήταν δυνατό να την αφήσει ανεκμετάλλευτη.