Φραγκοκρατία

Η θέση του βασιλείου της Κύπρου μεταξύ Ανατολής και Δύσης

Image

Ο δρόμος προς τη μεγάλη αμερικανική ήπειρο είχε αρχίσει ν' ανοίγεται από τον τολμηρό θαλασσοπόρο Χριστόφορο Κολόμβο μόλις κατά τα τέλη του 15ου αιώνα. Ως τότε η Αμερική ήταν άγνωστη. Έτσι, κατά την περίοδο της κυπριακής Φραγκοκρατίας, Δύση ήταν η Ευρώπη. Κι ο υπόλοιπος κόσμος (εκτός από τη δυτική Αφρική) ήταν η περίεργη, εξωτική και θρυλική Ανατολή. Και βασικό μέσο συγκοινωνίας και μεταφορών ήταν το καράβι. Η δε Κύπρος βρισκόταν στο κέντρο, μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

 

Η καίρια αυτή γεωγραφική θέση της Κύπρου δεν είχε σπουδαιότητα μόνο σ' ό,τι αφορούσε τις θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές, και κυρίως από εμπορικής και οικονομικής πλευράς. Είχε και στρατηγική σπουδαιότητα, γιατί η Κύπρος εξακολουθούσε να είναι ο χώρος επαφής και αντιπαράθεσης δυο διαφορετικών κόσμων, της Χριστιανικής Ευρώπης με την όχι Χριστιανική Ανατολή.

 

Πιο πριν, κατά τα Βυζαντινά χρόνια, το νησί ήταν ο χώρος επαφής και αντιπαράθεσης Βυζαντινών και Αράβων. Οι Σταυροφόροι, όταν ίδρυσαν τις χριστιανικές ηγεμονίες στη Συροπαλαιστίνη, ήδη από την πρώτη Σταυροφορία, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι αντιλήφθηκαν τη σπουδαιότητα της Κύπρου λόγω της προνομιακής γεωγραφικής της θέσης. Έτσι, νομίζουμε ότι η κατάληψη του νησιού από τον Ριχάρδο της Αγγλίας το 1911 δεν ήταν περίπου τυχαία, όπως αρκετοί μελετητές και ιστορικοί θεωρούν. Δηλαδή δεν νομίζουμε πως ο  Άγγλος βασιλιάς (βοηθούμενος και από δυνάμεις των σταυροφορικών ηγεμονιών της Συρίας) εισέβαλε στην Κύπρο απλώς και μόνο επειδή μερικά από τα καράβια του εξόκειλαν στο νησί λόγω θαλασσοταραχής και επειδή ο τότε ηγεμόνας της Κύπρου Ισαάκιος Κομνηνός* συμπεριφέρθηκε απρεπώς στη Βερεγγάρια*, την αρραβωνιαστικιά του Ριχάρδου. Αντίθετα, η κατάληψη της Κύπρου και ο έλεγχος της από δυτικές δυνάμεις (που αρχικά ήταν οι Ναίτες, οι οποίοι όμως απέτυχαν κι αντικαταστάθηκαν) εντασσόταν στα ευρύτερα σχέδια των Σταυροφόρων. Το νησί, για πολλοστή φορά, είχε δεχθεί τις συνέπειες λόγω της σπουδαίας γεωγραφικής του θέσης. Έτσι συνστάθηκε το μεσαιωνικό βασίλειο της Κύπρου, εξαρτώμενο ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό από τη χριστιανική Δύση, περιλαμβανομένου του πάπα.

 

Η εγκατάσταση στην Κύπρο τόσων πολλών εμπόρων από εμπορικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, των οποίων μάλιστα οι παροικίες στο νησί εξαρτιόνταν πλήρως από τις μητροπόλεις τους και ήταν φορτωμένες με προνόμια, κατέστησε τον χώρο αυτό σημαντικότατο εμπορικό διαμετακομιστικό σταθμό. Το εμπόριο εξακολουθούσε να βρίσκεται στα χέρια των δυνάμεων της Χριστιανικής Ευρώπης, όπως η Βενετία, η Γένουα, η Πίζα, η Ραγούζα, η Καταλονία, κ.α. Ωστόσο στα ίδια χέρια, όπως και σε άλλα (λ.χ. του πάπα) βρισκόταν και η πολιτική δύναμη που στήριξε των θρόνο τον Λουζινιανών. Ανεξάρτητα εάν, στην πορεία των πραγμάτων, η Κύπρος έγινε ταυτόχρονα και χώρος οικονομικών ανταγωνισμών (κυρίως μεταξύ Βενετών και Γενουατών) με αρνητικές επιπτώσεις, γεγονός παραμένει ότι το νησί αποτέλεσε ισχυρότατη βάση και πρόσβαση των Χριστιανών της Δύσης προς την Ανατολή.  Όταν δε η αντεπίθεση των Μουσουλμάνων στη Συροπαλαιστίνη πέτυχε να εκδιώξει εντελώς απ' εκεί τους Σταυροφόρους και, μέχρι τα τέλη του 13ου αιώνα, να διαλύσει πλήρως τις ηγεμονίες τους, η Κύπρος απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα γιατί παρέμεινε πλέον το «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Χριστιανικής Ευρώπης στην Ανατολή.

 

Η βασική οδός του εμπορίου περνούσε ακόμη από την Κύπρο, στην οποία είχε συγκεντρωθεί πρωτοφανής πλούτος (που όμως δεν τον εκαρπούνταν ο ντόπιος πληθυσμός). Οι συνεχείς διακινήσεις των χιλιάδων προσκυνητών από τη Δύση στους Αγίους Τόπους γίνονταν επίσης μέσω της Κύπρου. Ακόμη κι εστεμμένοι χρησιμοποιούσαν τον δρόμο αυτόν, μερικοί δε, όπως ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β'*   κι ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος* ο «Άγιος», χρησιμοποίησαν την Κύπρο ως στρατιωτική τους βάση κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων τους κατά των Μωαμεθανών. Στρατιωτική βάση που χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο, ως χώρος ξεκούρασης ή διαχειμασμού, κι ως σημείο ανεφοδιασμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων.

 

Βέβαια, κατ' ακολουθίαν, η Κύπρος αποτέλεσε στόχο των Μωαμεθανών και αρκετές φορές κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας δέχθηκε τις επιθέσεις των. Όμως, σ' αντίθεση προς τα σταυροφορικά κρατίδια στη Συροπαλαιστίνη, η Κύπρος είχε ένα ακόμη πλεονέκτημα: ήταν νησί. Κι ως τέτοιο, αποτελούσε ιδιαίτερα δύσκολο στόχο για τους Μουσουλμάνους, δεδομένου μάλιστα ότι αυτοί βρίσκονταν σε αρκετά μειονεκτική θέση από την άποψη θαλασσινής δύναμης, σε σχέση προς τους Ευρωπαίους που ήταν ισχυροί στη θάλασσα. Επιθέσεις, βέβαια, γίνονταν κατά της Κύπρου. Αλλ' ακόμη και το 1426, όταν οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου κατόρθωσαν να υπερισχύσουν όταν εισέβαλαν στην Κύπρο, πολύ σύντομα απεσύρθησαν οι ίδιοι κι αναχώρησαν, γνωρίζοντας ότι, λόγω αποστάσεως, δεν μπορούσαν να κρατήσουν για πολύ το νησί. Μόνο αρκετά αργότερα (β' μισό του 16ου αιώνα) μπόρεσε μια αυτοκρατορία (η Οθωμανική) να εισβάλει στην Κύπρο και να την κατακτήσει, όταν πλέον οι γενικότερες συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές.

 

Αυτή η συνεχής διακίνηση, η μεταφορά τόσων αγαθών۠ και ο συγκεντρωμένος πλούτος, απετέλεσαν βέβαια και πόλο έλξης για τους λογής λογής τυχοδιώκτες και, φυσικά, για τους πειρατές. Και πράγματι, υπάρχουν πολλά παραδείγματα τυχοδιωκτών που έφθασαν στην Κύπρο από την Ευρώπη σ' αναζήτηση της τύχης τους, και που τη βρήκαν (άλλοι καλή κι άλλοι κακή). Η πειρατεία, πάλι, ανθούσε στις θάλασσες γύρω από την Κύπρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Μάλιστα η καταστροφική εισβολή των Μαμελούκων της Αιγύπτου στην Κύπρο το 1426 έγινε λόγω άρνησης του τότε βασιλιά του νησιού, του Ιανού, να πάρει μέτρα κατά των πειρατών που χτυπούσαν τα αιγυπτιακά καράβια και που εύρισκαν καταφύγιο στην Κύπρο. Αλλά κι η Κύπρος η ίδια χρησιμοποιήθηκε από το δικό της καθεστώς, επανειλημμένα, για «επίσημες» επιδρομές στις ακτές της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μικρός Ασίας, ακόμη και της Αιγύπτου, και για λεηλασίες.

 

Πέρα όμως απ' όλα αυτά τα εμπορικά και τα πολιτικοστρατιωτικά ζητήματα, η Κύπρος ήταν, για μια ακόμη φορά κατά την τόσο μακρά πορεία της μέσα στους αιώνες, σταυροδρόμι πολιτισμών. Ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός συνάντησε τον βυζαντινό πολιτισμό στην Κύπρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας , κι οι δυο μαζί διασταυρώθηκαν με τον πολιτισμό των Αράβων και του Ισλάμ γενικότερα. Αλλά και πάλι ο ντόπιος πληθυσμός ελάχιστα συμμετείχε και στο ζήτημα αυτό. Κι επειδή δεν είχε μερίδιο ούτε στις πολιτιστικές ανταλλαγές, επειδή οι σκλάβοι δεν είχαν μερίδιο σε τίποτα, αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος για τον οποίο διατήρησε τον δικό του λαϊκό πολιτισμό και διέσωσε την ισχυρή βυζαντινή παράδοση.