Χάρτιγκ σερ Τζων sir John Harting

Οι διαπραγματεύσεις Μακαρίου-Χάρτιγκ

Image

Μετά την αποτυχία της τριμερούς διασκέψεως του Λονδίνου και την ελληνική αποτυχία στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών τον Σεπτέμβριο του 1955, το Λονδίνο θεώρησε ότι μπορούσε πλέον να έλθει σε συνεννόηση απ' ευθείας με τους επαναστατημένους Ελληνοκυπρίους (πράγμα, πάντως, που συνήθως αρνείτο μέχρι τότε, θεωρώντας ανύπαρκτο το Κυπριακό πρόβλημα) κι ανέθεσε στον νέο κυβερνήτη να προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις αυτές. Ο σερ Τζων Χάρτιγκ έφθασε στην Κύπρο κι ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 3 Οκτωβρίου του 1956 κι αμέσως την επόμενη ημέρα άρχισε τις συνομιλίες με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, που περιελάμβαναν επτά συνολικά συναντήσεις τους. (Βίντεο: Η συναντηση Μακαρίου Χάρτιγκ)

Οι διαπραγματεύσεις αυτές Μακαρίου-Χάρτιγκ διεξήχθησαν σε δυο φάσεις. (Βίντεο: Συνάντηση Μακαρίου -Χαρτιγκ)

Η πρώτη φάση περιελάμβανε συνολικά τέσσερις συναντήσεις (4 Οκτωβρίου 1955, 7 Οκτωβρίου 1955, 11 Οκτωβρίου 1955 και 21 Νοεμβρίου 1955). Στη συνέχεια έγιναν συμπληρωματικές συνομιλίες μεταξύ εκπροσώπων των δυο πλευρών (Νίκου Κρανιδιώτη εκ μέρους του Μακαρίου και Τζων Ρένταγουαιη εκ μέρους του κυβερνήτη) κι ακολούθησαν ζυμώσεις στην Κύπρο, στην Αθήνα και στο Λονδίνο, όπως επίσης επαφές μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας, που περιελάμβαναν ανταλλαγές μηνυμάτων μεταξύ των πρωθυπουργών των δυο χωρών Άντονυ Ήντεν και Κωνσταντίνου Καραμανλή και υποβολή υπομνήματος από την ελληνική κυβέρνηση. Η Βρετανία υπέβαλε σχέδιο λύσης του Κυπριακού, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα (για πρώτη φορά) το δικαίωμα του λαού της Κύπρου για αυτοδιάθεση, το οποίο σχέδιο βελτίωσε στη συνέχεια. Η δεύτερη φάση περιελάμβανε τρεις συναντήσεις Μακαρίου-Χάρτιγκ στη Λευκωσία και πάλι (9 Ιανουαρίου 1956, 13 Ιανουαρίου 1956, 27 Ιανουαρίου 1956· η τελευταία έγινε ύστερα από σύντομο ταξίδι του Χάρτιγκ στο Λονδίνο). Την επομένη (28 Ιανουαρίου 1956) ο Χάρτιγκ απέστειλε στον Μακάριο γραπτώς τις τελικές προτάσεις της βρετανικής κυβέρνησης. Ο Μακάριος, ύστερα από μυστική συνάντηση που είχε με τον Γρίβα στο μοναστήρι του Κύκκου, απάντησε γραπτώς στον Χάρτιγκ στις 20 Φεβρουαρίου 1956, ζητώντας διάφορες διευκρινίσεις σε αρκετά σημεία των προτάσεων Χάρτιγκ. Ο κυβερνήτης απάντησε γραπτώς στις 24 Φεβρουαρίου 1956. Με νέα επιστολή του, στις 25 Φεβρουαρίου 1956, ο Μακάριος διατύπωνε τις παρατηρήσεις του και ζητούσε κι άλλες διευκρινίσεις. Ακολούθησε επίσκεψη στην Κύπρο του Βρετανού υπουργού Αποικιών Λέννοξ Μπόυντ, ο οποίος είχε συνάντηση με τον Μακάριο στις 29 Φεβρουαρίου 1956, στην παρουσία και του κυβερνήτη Χάρτιγκ, καθώς και του Βρετανού μόνιμου υφυπουργού Εξωτερικών σερ Τζων Μάρτιν. (Βίντεο: Συνάντηση Μακαρίου -Λέννοξ Μπουντ).

Την ώρα της συνάντησης του Άγγλου υπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία, η πόλη
συγκλονίσθηκε από τις διαδοχικές εκρήξεις 19 βομβών που τοποθετήθηκαν (κάποιοι υποστηρίζουν με εντολή του Γρίβα) κάποιοι υποστηρίζουν με εντολή του ίδιου του Αρχιεπισκόπου.  Ο Μακάριος παρά το βαρύ κλίμα ζήτησε από τον Άγγλο υπουργό κάποιες διευκρινίσεις, αλλά εκείνος εκνευρισμένος από την ενέργεια της ΕΟΚΑ προτίμησε τη διακοπή των συνομιλιών του από την Κύπρο. Αναχώρησε από τον χώρο των συνομιλιών ευχόμενος στον Μακάριο «Ο Θεός ας
σώζει τον λαό σου».

Λίγες μέρες αργότερα, στις 9 Μαρτίου 1956, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνελήφθη κι εστάλη στην εξορία στα νησιά των Σεϋχελλών, στη μέση του Ινδικού Ωκεανού, ενώ ο στρατάρχης Χάρτιγκ εστράφη με μανία κατά της ΕΟΚΑ, επιδιώκοντας τη στρατιωτική συντριβή των Ελλήνων Κυπρίων.

 

Το Σχεδιο Χαρτιγκ 

Ποιο ήταν όμως το περιβόητο σχέδιο Χάρτιγκ (ή διαφορετικά προτάσεις Χάρτιγκ) που αργότερα από πολλούς θεωρήθηκε ως χαμένη ευκαιρία για τους Κυπρίους;

 

Το σχέδιο αυτό ξεκίνησε μέσα από μια δήλωση αρχών που θα μπορούσε να γίνει από τη βρετανική κυβέρνηση και μια αντιδήλωση που θα μπορούσε να γίνει από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η τελική διατύπωση της βρετανικής δήλωσης, που εστάλη στον Μακάριο στις 28 Ιανουαρίου 1956 (μετά την έβδομη συνάντηση), όπως διαμορφώθηκε ύστερα από τις συνομιλίες που έγιναν, έχει ως εξής (επίσημη μετάφραση):

 

Κυβέρνησις τς Ατς Μεγαλειότητος μετέχει τν ρχν, ατινες νεσωματώθησαν ες τόν Καταστατικόν Χάρτην τν Ἡνωμένων θνν, τόν Χάρτην το Πότομακ καί τόν Χάρτην το Ερηνικο, τούς ποίους χει προσυπογράψει. Δέν εναι, θεν, θέσις τς Βρεττανικς Κυβερνήσεως τό τι   ρχή τς ατοδιαθέσεως οδέποτε δύναται νά φαρμοσθ ες τήν Κύπρον.   ποψίς της εναι τι τώρα   ρχή ατη δέν εναι πρότασις δυναμένη νά φαρμοσθ  ἓνεκεν τῆς παρούσης καταστάσεως εἰς τήν  νατολικήν Μεσόγειον.  Κυβέρνησις τς Ατς Μεγαλειότητος χει τώρα προσφέρει μέτρα ερείας ατοκυβερνήσεως. άν Κυπριακός λαός συμμετάσχῃ ες τήν συνταγματικήν ξέλιξιν, Κυβέρνησις τς Ατς Μεγαλειότητος προτίθεται να ργασθ διά μίαν τελικήν λύσιν,   ποία θά κανοποίει τούς πόθους το Κυπριακο λαο, θά συνδε πρός τά στρατηγικά συμφέροντα τς Κυβερνήσεως τς Ατς Μεγαλειότητος καί τν συμμάχων της και θά λάμβανε π' ψιν τάς πάρχουσας συμμαχίας ες τάς ποίας μετέχει Κυβέρνησις τς Ατς Μεγαλειότητος. Κυβέρνησις τς Ατς Μεγαλειότητος θά εναι διατεθειμένη νά συζήτησ τό μέλλον τής Νήσου μετ' ντιπροσώπων το Κυπριακο λαο, ταν ατοκυβέρνησις ποδειχθ  κανή νά διασφάλισῃ τά συμφέροντα λων τν τμημάτων τς κοινότητος.

 

Εξάλλου το σχέδιο δήλωσης που ο κυβερνήτης πρότεινε γραπτώς στον Μακάριο να κάνει, γράφοντάς του ότι μπορούσε να τροποποιήσει τη φρασεολογία αλλ' όχι και το περιεχόμενο, έχει ως εξής:

 

Ατο Μακαριότης   ρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Μακάριος, λαβών γνσιν τς δηλώσεως τς Κυβερνήσεως τς Ατς Μεγαλειότητος περί το μέλλοντος τς Κύπρου, δήλωσε πρός τόν Κυβερνήτην, τι εὑρίσκει τήν δήλωσιν ταύτην ποδεκτήν ς βάσιν πί τς ποίας θά συνεργασθ μετά τς Κυβερνήσεως τς Κύπρου ες τήν εσαγωγήν συντάγματος καί τήν νάπτυξιν ατοκυβερνήσεως, καί τι θά συμβουλεύσ τούς συμπατριώτας του νά πράξουν τό διον. Ατο Μακαριότης δήλωσε περαιτέρω πρός τόν Κυβερνήτην, τι συμφωνεῖ, τι   πεξεργασία συντάγματος καί   νάπτυξις ατοκυβερνήσεως δέν δύνανται νά προχωρήσουν ντός τμοσφαίρας βίας καί ναταραχῆς. θεν διεβεβαίωσεν τήν Ατο  ξοχότητα ὃτι θά χρησιμοποιήσῃ λην τήν πιρροήν του διά νά τεθ τέρμα ες πράξεις βίας καί νομίας ες τρόπον στε εσαγωγή τς συνταγματικς Κυβερνήσεως νά δύναται νά πραγματοποιηθ κανονικς.

 

Με τις προτεινόμενες αυτές συμφωνημένες επίσημες δηλώσεις των δυο πλευρών θα ετίθεντο οι βάσεις για διαπραγματεύσεις που θ' ακολουθούσαν, για πρακτική εφαρμογή των συμφωνηθέντων, που σύμφωνα προς τη βρετανική δήλωση δεν θα ήσαν αντίθετα προς τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τον Χάρτη του Πότομακ και τον Χάρτη του Ειρηνικού. Βέβαια η εισαγωγή ενός σχετικά φιλελεύθερου συντάγματος και η παραχώρηση μέτρων ευρείας αυτοκυβέρνησης στους Κυπρίους δεν ήσαν καινούργια θέματα αλλά είχαν στο παρελθόν προταθεί αρκετές φορές προς τους Κυπρίους, όμως είχαν απορριφθεί από τους Έλληνες του νησιού οι οποίοι αξίωναν άμεση αυτοδιάθεση και ένωση τελικά της Κύπρου με την Ελλάδα. Επί πλέον όμως τώρα η βρετανική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει επίσημα και το δικαίωμα του λαού της Κύπρου για εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στο νησί, αλλά σε γρηγορότερο διάστημα.

 

Το παρασκήνιο 

Στο μεταξύ παρασκηνιακά είχαν γίνει συζητήσεις περισσότερο λεπτομερείς, όπου μεταξύ άλλων είχε λεχθεί ότι το μεταβατικό στάδιο της ευρείας αυτοκυβέρνησης, μέχρι την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης, θα ήταν 10 χρόνια (που θα μπορούσαν ωστόσο να μειωθούν σε 7 χρόνια). Εξάλλου ο Χάρτιγκ, δίνοντας γραπτές διευκρινίσεις στον Μακάριο (στις 14 Φεβρουαρίου 1956) εισηγείτο μεταξύ άλλων την εκπόνηση ενός φιλελεύθερου Συντάγματος δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης, με Έλληνα Κύπριο πρωθυπουργό που θα εκλεγόταν από τη Βουλή και θα εγκρινόταν από τον κυβερνήτη (ο θεσμός του -Άγγλου- κυβερνήτη θα διατηρείτο καθ' όλη την μεταβατική περίοδο της αυτοκυβέρνησης, μέχρι την εφαρμογή της πλήρους αυτοδιάθεσης). Ο πρωθυπουργός θα σχημάτιζε υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο θα υπήρχε και αντιπροσώπευση των Τουρκοκυπρίων (παρασκηνιακά γινόταν λόγος για 9μελές υπουργικό συμβούλιο, με συμμετοχή ενός μόνο Τούρκου υπουργού, υπεύθυνου για τις τουρκοκυπριακές υποθέσεις). Η δημόσια ασφάλεια, η άμυνα και οι εξωτερικές υποθέσεις θα παρέμεναν στην εξουσία του κυβερνήτη, ο οποίος θα ήταν κι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Η εκπροσώπηση στη Βουλή θα ήταν ανάλογη προς τη σύνθεση του πληθυσμού.

 

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σχέδιο Χάρτιγκ, όπως τελικά διαμορφώθηκε ύστερα από τις συνομιλίες και τις λοιπές διαβουλεύσεις, εύρισκε τον Μακάριο σχεδόν σύμφωνο στις γενικές του γραμμές. Ωστόσο πολλά ζητήματα χρειαζόταν να διευκρινιστούν ακόμη και να προσυμφωνηθούν, σε αρκετά μάλιστα υπήρχαν διαφωνίες, όπως λ.χ. στο αίτημα του αρχιεπισκόπου για άμεση παροχή αμνηστίας σε όλα τα μέλη της ΕΟΚΑ (αντάρτες, καταζητούμενους, κρατούμενους, κατάδικους), πράγμα που δεν δεχόταν ο κυβερνήτης, αλλά συζητούσε. Η ελληνική κυβέρνηση, επίσης, δεν απέρριπτε τις προτάσεις Χάρτιγκ τις οποίες θεωρούσε ως καλή βάση για ρύθμιση του Κυπριακού, βέβαια με περιθώρια αρκετών βελτιώσεων. Μάλιστα έγιναν και συγκεκριμένες ελληνικές εισηγήσεις στη Βρετανία. Εξάλλου στις 25 Δεκεμβρίου 1955 (ημέρα Χριστουγέννων) εστάλη στην Κύπρο από την Αθήνα ο Αλέξης Λιάτης, διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών, για να βολιδοσκοπήσει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο αλλά και τους κύκλους που τον αντιπολιτεύονταν, κατά πόσο θα ήσαν διατεθειμένοι ν' αποδεχθούν ένα βελτιωμένο σχέδιο Χάρτιγκ. Η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν ν' αναλάβει ανοικτά τις ευθύνες της κι ανέμενε την καταφατική απάντηση του Μακαρίου ώστε να σπεύσει αργότερα να την υποστηρίξει (παρά το ότι η ελληνική κυβέρνηση παρασκηνιακά διαβουλευόταν με τη βρετανική).

 

Στην ίδια την Κύπρο ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας εξέφρασε πολλές αμφιβολίες στη μυστική συζήτηση που είχε με τον Μακάριο για το σχέδιο λύσης, που το θεωρούσε ως βρετανική παγίδα. Το σχέδιο απέρριπταν και οι αντιπολιτευόμενοι τον Μακάριο κύκλοι, με πυρήνα τους ανθρώπους της επισκοπής Κυρηνείας, που επέμεναν στην άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Έτσι ο Μακάριος, αν και ήταν σχεδόν έτοιμος ν' αποδεχθεί αυτή τη ρύθμιση του Κυπριακού, ωστόσο δίσταζε ακόμη και προσπαθούσε για περαιτέρω βελτιώσεις και διευκρινίσεις. Κι ακριβώς αυτούς τους δισταγμούς του αρχιεπισκόπου εκμεταλλεύθηκε ο Βρετανός υπουργός Αποικιών Λέννοξ Μπόυντ για να διακόψει αμέσως τις διαπραγματεύσεις στις 29 Φεβρουαρίου 1956. Στη συνάντηση εκείνη ο αρχιεπίσκοπος ζήτησε να γίνει κάποια ανταλλαγή απόψεων πάνω στις γενικές γραμμές του συντάγματος αυτοκυβέρνησης και σε άλλα θέματα (διάρκεια μεταβατικής περιόδου, θέμα εσωτερικής ασφάλειας κλπ.). Ο Λέννοξ Μπόυντ αρνήθηκε περαιτέρω συζήτηση φοβερά εκνευρισμένος από τις βομβιστικές επιθέσεις που έγιναν στη Λευκωσία.  Ο Μακάριος επέμενε ότι υπήρχαν τρία μόνο θέματα αδιευκρίνιστα, προσθέτοντας ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαν ίσως να ρυθμιστούν και αυτά. Ο Λέννοξ Μπόυντ  από τη θέση του, είπε στον αρχιεπίσκοπο: «Είθε ο Θεός να σώσει τον λαό σου», κι απεχώρησε.

  

Κρίση στο Σουέζ  

Τους επόμενους μήνες οι προτάσεις Χαρτιγκ και η διάθεση των Βρετανών να παραχωρήσουν εντός κάποιοι χρονοδιαγράμματος το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης  απομακρύνθηκε. Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και στην περιοχή των πετρελαίων άλλαξε και η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται ότι τώρα τροποποιούσε τα σχέδιά της στα οποία η στρατηγική σημασία της Κύπρου αναβαθμιζόταν, μάλιστα με την υποχώρηση των Βρετανών από άλλες κτήσεις ή και βάσεις τους στην περιοχή και την επικράτηση του Νάσερ στην Αίγυπτο, γεγονότα που ανάγκασαν τους Βρετανούς να μεταφέρουν την έδρα του στρατηγείου Μέσης Ανατολής στην Κύπρο. Οι μεγάλες στρατιωτικές βάσεις της Βρετανίας κτίζονταν ήδη με πολύ γοργό ρυθμό στο νησί και λίγο αργότερα (Οκτώβριος του 1956) χρησιμοποιήθηκαν για τη γνωστή αγγλογαλλική επέμβαση στην Αίγυπτο (για έλεγχο της διώρυγας του Σουέζ) που κατέληξε σε αποτυχία (βλέπε λήμμα αγγλογαλλική επέμβαση) κι οδήγησε τον πρωθυπουργό  Άντονυ Ήντεν σε παραίτηση (10 Ιανουαρίου 1957).  Έτσι, η βρετανική πολιτική τροχοδρόμησε το Κυπριακό σε άλλη πορεία που προέβλεπε τη δημιουργία βαθιάς εχθρότητας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο (πολιτική του «διαίρει και βασίλευε»), με κατάληξη σε μια άλλη λύση (συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου) βάσει των οποίων η Βρετανία διατήρησε απόλυτη κυριαρχία επί μεγάλου τμήματος του νησιού (έκταση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων) και ανέλαβε και ρόλο «εγγυήτριας δύναμης» της Κυπριακής Δημοκρατίας που δημιουργήθηκε το 1960.

 

Φαίνεται ακόμη πως εκεί που είχαν καταλήξει οι διαπραγματεύσεις Μακαρίου-Χάρτιγκ δεν ικανοποιούσαν την Τουρκία, της οποίας ο ρόλος αναβαθμιζόταν επίσης αυτή την εποχή, ως πιστής και ιδιαίτερα χρήσιμης συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών. Την εποχή των διαπραγματεύσεων, στην Ελλάδα υπήρχε πολιτική κρίση και η χώρα βρισκόταν σε προεκλογική περίοδο, έτσι απ' αυτή την πλευρά ο Μακάριος δεν είχε ουσιαστική βοήθεια. Τέλος οι δισταγμοί του ίδιου του Μακαρίου οφείλονταν κυρίως στην αντίδραση του Γρίβα και του κύκλου της μητρόπολης Κυρηνείας που επέμεναν στο ακραίο σύνθημα «ένωσις και μόνον ένωσις». Αξίζει ν' αναφερθεί ότι η αντίδραση των ακραίων ενωτικών σε μια συμφωνία Μακαρίου-Χάρτιγκ είχε «υπογραμμιστεί» και δυναμικά.  Όταν, για παράδειγμα, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η συνάντηση με τον Λέννοξ Μπόυντ, η ΕΟΚΑ έρριξε μόνο στη Λευκωσία συνολικά 19 βόμβες λίγο πριν από την πραγματοποίησή της.

 

Το Σχέδιο Χαρτιγκ

 Το σχέδιο Χάρτινγκ προέβλεπε ουσιαστικά καθεστώς αποικίας του στέμματος με
ευρεία αυτοδιοίκηση. Βασικός άξονας του σχεδίου ήταν η παραχώρηση Συντάγματος,
η αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης με προϋπόθεση την άσκησή του
ύστερα από συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ύστερα δηλαδή από ένα δεκαετές
μεταβατικό στάδιο αυτοκυβέρνησης, το οποίο μπορούσε να περιορισθεί στα επτά
χρόνια.

 
Ο χρόνος άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης παρέμενε όμως υπό αίρεση, με
τη συνάρτησή του από μία σειρά γεωπολιτικούς και διεθνείς παράγοντες όπως ήταν
η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο ακόμη και στη Μέση Ανατολή, τα συμφέροντα
της Βρετανίας και των συμμάχων της και με τη σύνδεσή του με διεθνείς και
διμερείς συνθήκες, όπως ήταν η Συνθήκη της Λωζάννης και αυτή ακόμη η
αγγλοτουρκική σύμβαση του 1878. Έθετε επίσης ως προϋπόθεση για την αυτοδιάθεση
την ικανοποιητική λειτουργία του Συντάγματος της αυτοκυβέρνησης. H
αυτοκυβέρνηση θα στηριζόταν νομικά σ' ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα που θα ετοίμαζε
Άγγλος συνταγματολόγος. Οι προτάσεις προνοούσαν την εγκαθίδρυση ενός
εξαρτημένου καθεστώτος στον τύπο της Προεδρικής Δημοκρατίας, στο οποίο τον
ρόλο του Προέδρου επιφύλασσαν στον Άγγλο Κυβερνήτη. Θα υπήρχε Βουλή με
αναλογική αντιπροσώπευση και υπουργικό συμβούλιο με Ελληνοκύπριο πρωθυπουργό
και έναν Τουρκοκύπριο υπουργό αρμόδιο για τις υποθέσεις της μουσουλμανικής
μειονότητας. Το υπουργικό συμβούλιο θα ήταν εννεαμελές και ο πρωθυπουργός θα
υποδεικνυόταν από τη Βουλή με συναίνεση του Κυβερνήτη. Ο τελευταίος θα ήταν
ρυθμιστής του πολιτεύματος και φορέας ευρείας εκτελεστικής εξουσίας.