Χοιροκοιτίας μάχη

Τα γεγονότα

Το βράδυ του Σαββάτου 6 Ιουλίου του 1426 προς την Κυριακή φάνηκε στον ουρανό, πάνω από τον πύργο της Χοιροκοιτίας, ένα περίεργο φωτεινό σημάδι, σαν ένα μεγάλο αστέρι λέγει ο Μαχαιράς, που στο κυπριακό στρατόπεδο θεωρήθηκε κακός οιωνός για τη μάχη που δόθηκε την επόμενη ημέρα που ήταν Κυριακή.

 

Το πρωί της Κυριακής, 7 Ιουλίου του 1426, άρχισε με φιλονικίες και επεισόδια στο κυπριακό στρατόπεδο, λόγω ελλείψεως προμηθειών που οδήγησε σε βίαιη αρπαγή τους από την αποθήκη. Επικρατούσε επίσης αταξία. Ωστόσο το στράτευμα συγκεντρώθηκε στον κάμπο όταν ήλθε η είδηση από τους σκοπούς ότι οι Μαμελούκοι είχαν πλησιάσει αρκετά. Το πεζικό παρατάχθηκε σε σχηματισμό μάχης και αποτελείτο από ανάμεικτους και διαφορετικούς άνδρες (Κυπρίους απελεύθερους, Αρμένηδες, Σύρους, εκχριστιανισθέντες Άραβες κλπ.), πράγμα που συνέτεινε ακόμη περισσότερο στην αταξία και ασυνεννοησία. Οι περισσότεροι, εξάλλου, ήταν απειροπόλεμοι κι είχαν και κακή διοίκηση, όπως γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς που ήταν αυτόπτης μάρτυς γιατί είχε πάρει μέρος. Ο βασιλιάς τοποθετήθηκε επικεφαλής του στρατού, στο κέντρο της παράταξης, έχοντας στα δεξιά του τον αδελφό του Ερρίκο ντε Λουζινιάν, πρίγκιπα της Γαλιλαίας, και στ' αριστερά του τους ευγενείς Ιωάννη ντε Γκρινιέρ και Μπατίν ντε Νόρες.

 

Μόλις στην κορφή του απέναντι λόφου φάνηκαν οι Μαμελούκοι, ο βασιλιάς τράβηξε το σπαθί του. Τα τύμπανα άρχισαν να χτυπούν δυνατά και με αλαλαγμούς ο ένας στρατός έπεσε επί του άλλου. Μέσα στην πολλή ζέστη του καλοκαιριού η σύγκρουση ήταν βίαιη κι αιματηρή. Μετά την πρώτη αυτή σύγκρουση και οι δυο στρατοί υπεχώρησαν για ν' ανασυνταχθούν. Ένας νεαρός Τούρκος που βρισκόταν στην υπηρεσία του βασιλιά Ιανού και πολεμούσε δίπλα του (κατά τον Αμάτι ήταν γιος του Τεκκέ, εμίρη της Αττάλειας), επέμενε να γίνει αμέσως νέα επίθεση των Κυπρίων κατά των υποχωρούντων εχθρών. Ωστόσο πολλοί από τους άνδρες του κυπριακού πεζικού δεν κατέστη δυνατό να συγκεντρωθούν, γιατί παράτησαν τα όπλα και τις ασπίδες τους κι έφυγαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Αυτοί ήταν εντελώς άπειροι κι υπήρξαν μεγάλες απώλειες από τις ομάδες τους γιατί είχαν σκοτωθεί πολλοί. Πολλοί άλλοι, εξαντλημένοι από τη μάχη και τη ζέστη, είχαν ξαπλώσει εδώ κι εκεί και δεν μπορούσαν πλέον να κινηθούν.

 

Όταν οι Μαμελούκοι είδαν τον στρατό των Κυπρίων να υποχωρεί, πίστεψαν πως επρόκειτο για κάποια παγίδα και συντάχθηκαν για να την αντιμετωπίσουν. Σύντομα όμως αντελήφθησαν πως επρόκειτο πράγματι για άτακτη υποχώρηση κι αντεπιτέθηκαν αυτοί.

 

Ο βασιλιάς Ιανός είχε προβλήματα και με το δικό του άλογο που είχε τρομάξει, οπότε το άλλαξε. Σε μια στιγμή βρέθηκε όμως αντιμέτωπος με ομάδα Μαμελούκων που του επετέθησαν και τον πλήγωσαν. Πριν όμως τον σκοτώσουν, αντελήφθησαν πως ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς οπότε τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον απομάκρυναν από το πεδίο της μάχης, στέλλοντάς τον με συνοδεία στις Αλυκές (Λάρνακα, όπου βρισκόταν ο αιγυπτιακός στόλος). Τελικά η μάχη έληξε με συντριβή των Κυπρίων. Πολλοί σκοτώθηκαν και μεταξύ αυτών ο Ερρίκος, αδελφός του βασιλιά, καθώς και ευγενείς, μέλη γνωστών μεγάλων οικογενειών, όπως ο Αίμερυ Μπαπίν, ο Ερρίκος ντε Μοντολίφ, ο Βαρθολομαίος ντε Ναβάρρο, ο Ιανός ντε Προβόστο και άλλοι. Σκοτώθηκαν ακόμη πολλοί απλοί άνθρωποι που είχαν καταταγεί στο πεζικό, εκ των οποίων ο Μαχαιράς αναφέρει διάφορα ονόματα (Χρονικόν, παρ. 687) ανθρώπων που ήταν άλλος ράφτης, άλλος μαγαζάτορας, άλλος κατασκευαστής σχοινιών, πραματευτής, τσαγκάρης, μάγειρος, αρωματοποιός κλπ. Αρκετοί άλλοι, πάλι, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Οι αιχμάλωτοι, περιλαμβανομένου του ίδιου του βασιλιά Ιανού, εστάλησαν στο Κάιρο όπου τους ανέμεναν πολλές ταπεινώσεις και άλλες δυσκολίες.