Χοροί κυπριακοί

Λαϊκοί χοροί της Κύπρου- αντρικοί και γυναικείοι

Image

Μέσα στους αιώνες η Κύπρος διαμόρφωσε τις δικές της παραδόσεις σε όλους τους τομείς και, βέβαια, και στον χορό. Οι παραδοσιακοί λαϊκοί χοροί της Κύπρου που επέζησαν ως σήμερα (οπότε μελετήθηκαν και κατεγράφησαν) έχουν προέλευση που χάνεται μέσα στον χρόνο. Βέβαια υπήρξαν και στον τομέα αυτό επηρεασμοί από έξω, που σε πολλές περιπτώσεις συνέβαλαν λιγότερο ή περισσότερο στην τελική διαμόρφωση των κυπριακών χορών, που ωστόσο φαίνεται ότι έχουν διατηρήσει και στοιχεία από την Αρχαιότητα. Ακόμη, σε αρκετές περιπτώσεις, είναι εμφανή κοινά στοιχεία των κυπριακών λαϊκών χορών με ελληνικούς χορούς και ιδίως χορούς των ελληνικών νησιών και των Μικρασιατικών παραλίων.

 

Και σ' ό,τι μεν αφορά τα μέτρα και τους μουσικούς ρυθμούς των κυπριακών χορών, υπάρχει επαρκής αναφορά στο λήμμα μουσική δημοτική και χορός. Για τον λόγο αυτό εδώ γίνεται γενική μόνο αναφορά στους διάφορους κυπριακούς χορούς και δίνονται γενικότερες πληροφορίες.

 

Βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κυπριακών χορών είναι τα ακόλουθα: Χορεύονται πάντοτε με συνοδεία βιολιού και λαγούτου που είναι όργανα ξενόφερτα. Το παραδοσιακό (και αρχαιότατης προέλευσης) πιδκιαύλιν (αυλός) σπανιότατα σήμερα συνοδεύει χορούς (όπως ο συρτός), σε παλαιές εποχές όμως τόσο αυτό όσο κι άλλα τοπικά όργανα συνόδευαν τους χορούς. Κατά τη σύγχρονη όμως εποχή οι μελωδίες των κυπριακών χορών παίζονται και με άλλα όργανα, όπως το ακορντεόν και ορχήστρα. Στη συνείδηση όμως του λαού οι παραδοσιακοί χοροί του είναι συνδεδεμένοι με τις φιγούρες του βκιολάρη και του λαουτάρη, που συχνά «πλουμίζονταν» όταν έπαιζαν, δηλαδή εισέπρατταν την αμοιβή τους σε νομίσματα που τους έριχναν σε πιάτο οι ακροατές τους. Δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι ότι οι κυπριακοί χοροί είναι αντικρυστοί ανά ζεύγη, δηλαδή χορεύονται από δυο χορευτές (είτε άντρες είτε γυναίκες αλλ' όχι σε ζεύγη) απέναντι ο ένας από τον άλλο (αντικρυστά). Χορός ζεύγους είναι ο χορός του αντροΰνου, δηλαδή των δυο νεόνυμφων κατά το γλέντι που ακολουθεί τον γάμο. Τούτο είναι πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο που προήλθε από μια αυστηρή και κλειστή κοινωνία, της οποίας τα ήθη επέβαλλαν το σμίξιμο του ζεύγους μόνο μετά την εκκλησιαστική τελετή του γάμου. Υπάρχουν όμως και ατομικοί αντρικοί χοροί, που είναι χοροί δεξιοτεχνίας (χοροί μασ'αιρκού, τατσ'ιάς, ποτηρκών, δρεπανιού). Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των κυπριακών χορών είναι ο αυτοσχεδιασμός, που φαίνεται ότι οφείλεται στο ότι χορεύουν δυο μόνο άτομα, οπότε υπάρχει έντονο το ζήτημα της σύγκρισης μεταξύ των δύο χορευτών.  Αλλά πάντως ο αυτοσχεδιασμός δεν ξεφεύγει ποτέ από το αυστηρό πλαίσιο της κλειστής κυπριακής κοινωνίας.  Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντρικοί χοροί εκφράζουν λεβεντιά και περηφάνεια, ενώ οι γυναικείοι χοροί, πιο αργοί, εκφράζουν ταυτόχρονα και ένα αίσθημα συστολής ή ακόμη και υποταγής της γυναίκας, και πάλι προερχόμενο από την παραδοσιακή δομή της κυπριακής κοινωνίας.

 

ΟΙ ΑΝΤΡΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

 

Οι χορευτές χορεύουν ο ένας απέναντι από τον άλλο, συμβαίνει όμως να αλλάζουν και θέσεις. Σε παλαιότερες εποχές καλός χορευτής εθεωρείτο εκείνος που χόρευε σε όσο το δυνατό πιο περιορισμένο χώρο (πάνω στο μάρμαρον, όπως έλεγαν, δηλαδή σε χώρο τόσο όσο κάλυπτε μια πλάκα του δαπέδου, ή ακόμη πάνω στο βελόνιν). Οι χορευτές «κρατούν» τον ρυθμό και με το τσάκρισμαν των δακτύλων τους (στράκες) και καλοί εθεωρούντο εκείνοι που το τσάκρισμάν τους ήταν δυνατό. Έτσι, πριν αρχίσουν τον χορό, οι χορευτές «σκονίζουν» τα δάκτυλα τους, αγγίζοντας το χώμα, για ν' ακούγονται πιο δυνατά.

 

Οι αντρικοί χοροί, οι καρτζ'ιλαμάες, είναι μια σειρά χορών με μικρές διαφορές, που αποτελούν ουσιαστικά φάσεις ενός συνόλου και είναι γνωστοί ως πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτοςμπάλος). Η σειρά αυτή συμπληρώνεται από άλλους χορούς: συρτός, ζεϊμπέκκικος και μάντρα.

 

Οι χορευτές αρχίζουν πάντοτε με τον πρώτο καρτζ'ιλαμά κι ακολουθούν οι υπόλοιποι. Σε μερικές περιοχές, κυρίως στα ορεινά, ο δεύτερος και ο τρίτος αποτελούν ένα χορό, έτσι που ο τέταρτος να θεωρείται τρίτος. Συνήθως μεταξύ τρίτου και τέταρτου (σε μερικά μέρη μετά τον τέταρτο) χορεύεται ο τραουδιστός. Λέγεται έτσι επειδή κατά τη διάρκειά του λέγονται τραγούδια (κυρίως από τους χορευτές εναλλάξ, ή ακόμη κι από τους οργανοπαίκτες, αλλά κάποτε κι από το κοινό). Τα τραγούδια αυτά είναι ολιγόστιχα τσ’ιαττιστά της στιγμής. Στον μπάλο τραγουδούν εναλλάξ οι δυο χορευτές, ή μόνο ο καλοφωνάρης από τους δυο. Και στους δυο αυτούς χορούς (τραουδιστόν και μπάλο) οι χορευτές σταματούν τον χορό τη στιγμή του τραγουδιού κι αρχίζουν αμέσως μετά.

 

Οι ατομικοί χοροί επίδειξης και δεξιοτεχνίας συνήθως χορεύονται μεταξύ συρτού και μάντρας. Ο κυπριακός συρτός διαφέρει από τους ελληνικούς συρτούς στο ότι είναι περισσότερο ατομικός (δυο χορευτές) ενώ οι ελληνικοί νησιώτικοι συρτοί είναι ομαδικοί (πολλοί χορευτές και σε κύκλο).

 

Γενικά οι αντρικοί χοροί έχουν λίγα βήματα που κατά κανόνα γίνονται στις μύτες των ποδιών, πράγμα που δίνει περισσότερη ευλυγισία και μεγαλύτερες δυνατότητες πηδηγμάτων και «φιγούρων» αυτοσχεδιασμού.

 

Οι ατομικοί ανδρικοί χοροί χορεύονται περίπου στις ίδιες μελωδίες. Ο χορός του δρεπανιού χορεύεται με ζωηρότητα από ένα χορευτή/θεριστή που κρατεί ένα δρεπάνι με το οποίο κάνει θεαματικές κινήσεις και φιγούρες. Ο χορός αυτός ξεκινά από την εργασία του θερισμού των δημητριακών, εργασία σκληρή αλλά τόσο ζωτικής σημασίας αφού πρόκειται για τη συλλογή των καρπών που θα εξασφαλίσουν την επιβίωση.

 

Ο χορός του μασ'αιρκού χορεύεται από ένα χορευτή που κάνει τις χορευτικές του φιγούρες κραδαίνοντας ένα μαχαίρι ή ένα σουγιά. Το μαχαίρι καρφώνεται στο έδαφος κι ο χορευτής χορεύει γύρω και πάνω απ' αυτό.  Ένας άντρας βοηθά τον χορευτή στις δύσκολες φιγούρες, όπως το λύγισμα του σώματος προς τα πίσω ώστε να πιάσει το μαχαίρι από τη γη με τα δόντια του. Πολλές φορές ο χορευτής τελειώνει μαχαιρώνοντας εικονικά τον άντρα που τον βοήθησε. Ακολουθεί μιμική αναπαράσταση εκδοράς και καθαρισμού του (ο άντρας/βοηθός γίνεται σφάγιο) και, τέλος, ο χορευτής τον φορτώνεται «σφαγμένο» στην πλάτη για να χορέψει έτσι τις τελευταίες του φιγούρες. Ο χορός αυτός είναι παρόμοιος με τον χορό του χασάπη που απαντάται στη Λέσβο.

 

Ο χορός της τατσ’ιάς είναι επίσης χορός δεξιοτεχνίας. Ο χορευτής κρατεί μιαν τατσ’ιά (πολύ λεπτό στρογγυλό κόσκινο) μέσα στην οποία τοποθετεί ένα, δύο ή και τρία ποτήρια γεμάτα νερό. Χορεύοντας στροβιλίζει με δύναμη την τατσ’ιά, κάνοντας διάφορες φιγούρες, έτσι που η φυγόκεντρος δύναμη να συγκρατεί τα ποτήρια αλλά και το νερό σ' αυτά, από το οποίο δεν πρέπει να χυθεί ούτε σταγόνα.

 

Ο χορός των ποτηρκών (ή αλλιώς χορός της καντήλας) ή αραπιές, απαιτεί επίσης δεξιοτεχνία κι ευλυγισία. Ο χορευτής τοποθετεί ένα μαντήλι ως σκέπασμα σε ένα ποτήρι μισογεμάτο από νερό, αναποδογυρίζει το ποτήρι και το στερεώνει στο κεφάλι του, μαζί με το μαντήλι.  Έτσι χορεύει, ισορροπώντας στο κεφάλι του το αναποδογυρισμένο ποτήρι με το νερό. Μπορεί να δοκιμάσει και πολύ δύσκολες φιγούρες, όπως το να λυγίσει προς τα πίσω το σώμα, αφού πέσει στα γόνατα, έτσι που η πλάτη του ν' ακουμπήσει στη γή, αλλά το κεφάλι να παραμένει πάντοτε σε όρθια θέση αφού πάνω του ισορροπεί το ποτήρι. Σήμερα συνηθίζεται να προστίθενται πάνω στο ποτήρι και άλλα ποτήρια, όσα περισσότερα αντέχει ο χορευτής (ακόμη και 10 ή 15 ή και περισσότερα, που ένας βοηθός στερεώνει προσεκτικά, ένα προς ένα, σε σύντομα σταματήματα του χορευτή).

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΙ ΧΟΡΟΙ

 

Οι γυναικείοι χοροί είναι επίσης οι αντικρυστοί (καρτζ’ιλαμάες), πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, κι ένας ακόμη χορός, ο συρτός. Στους καρτζ’ιλαμάες τα πατήματα γενικά του πρώτου ταιριάζουν με του τέταρτου και, συχνά, του δεύτερου με του τρίτου καθώς και με του συρτού.

 

Οι γυναικείοι κυπριακοί χοροί είναι ήρεμοι, σεμνοί, σοβαροί. Εκφράζουν μια συγκρατημένη περηφάνεια και σ' αντίθεση προς τους αντρικούς, και υποταγή. Ενώ οι πηδηχτοί χοροί των αντρών χορεύονται στις μύτες των ποδιών, οι γυναικείοι χορεύονται με γερό πάτημα του πέλματος κι είναι περισσότερο «προσγειωμένοι». Σε μικρές περιοχές της Κύπρου ο γυναικείος συρτός χορευόταν και ομαδικά, σε κύκλο. Ακόμη χορευόταν σε αρκετές περιοχές άλλο ένα είδος συρτού, ο λεγόμενος άρμα χορός. Ο μπάλος επίσης μπορούσε να χορεύεται από τις γυναίκες, ως πέμπτος καρτζ'ιλαμάς, και πριν από τον συρτό.

 

Οι γυναίκες χορεύουν επίσης σε μικρό περιορισμένο χώρο. Χαρακτηρίζονται δε κι από τις εκάστοτε θέσεις των χεριών. Συχνά το ένα χέρι, λυγισμένο, ακουμπά στην κόξαν (στη μέση). Κάποτε, συνήθως, στον δεύτερο καρτζ'ιλαμάν, και τα δυο χέρια ακουμπούν στη μέση, γι’ αυτό κι ο χορός αυτός ήταν γνωστός και με την ονομασία κόξες. Στον τρίτο οι χορεύτριες κρατούν από ένα μαντήλι, και με τα δυο τους χέρια, ελαφρά τεντωμένα μπροστά, γι’ αυτό ο χορός αυτός λέγεται και μαντήλινμαντηλούδιν). Στον πρώτο και στον τέταρτο τα χέρια είναι μπροστά, στο ύψος των ώμων, σε μια ήρεμη εξισορρόπηση των κινήσεων του σώματος. Άλλοτε πάλι τα χέρια είναι ενωμένα μπροστά, ή κρέμονται ακίνητα, σε αντίθεση προς τους αντρικούς χορούς όπου τα χέρια είναι ανοικτά σαν μεγάλες φτερούγες. Στον γυναικείο συρτό (όπως συμβαίνει και στον αντρικό) χορεύει πρώτα η μια γυναίκα, ενώ η δεύτερη την βοηθά κρατώντας της το μαντήλι, κι ύστερα οι ρόλοι αντιστρέφονται.

 

Στους γυναικείους πρώτον, δεύτερον και τρίτον, αρκετές φορές οι οργανοπαίκτες τραγουδούσαν δίστιχα στις χορεύτριες.