Αγροτική ζωή

Ελληνιστική περίοδος

Κατά την Ελληνιστική Περίοδο (325-50 π.Χ.), οπότε η Κύπρος, με μικρά διαλείμματα, ανήκε στους Πτολεμαίους, η κυπριακή οικονομία και ειδικότερα η γεωργία αποτέλεσαν σπουδαίο τμήμα της συνολικής Πτολεμαϊκής οικονομίας. Η Κύπρος έγινε ο κύριος σιτοβολώνας της Αιγύπτου (μαζί με τη Συρία) όταν οι πλημμύρες του Νείλου ελάττωναν την παραγωγή σιτηρών σ' επίπεδα ανεπαρκή, για τη χώρα, όπως μας πληροφορεί το διάταγμα του Κανώπου του 238 π.Χ. (επί Πτολεμαίου III): Μεγάλα ποσά χρημάτων ξοδεύονταν από το κρατικό ταμείο της Αιγύπτου για την εισαγωγή σιτηρών από την Κύπρο και τη Συρία, που πρέπει, επομένως, να ωφελούντο οικονομικά από την τέτοια απόδοση της αγροτικής οικονομίας τους. Οι πόλεις έλεγχαν σημαντική έκταση γης γύρω από τα όριά τους, ιδίως οι μεγάλες όπως η Σαλαμίνα, η Πάφος και το Κίτιον, ενώ οι μικρότερες πόλεις όπως οι Χύτροι, η Ταμασσός, οι Λήδροι και η Καρπασία ήσαν μάλλον κέντρα των αγροτικών περιφερειών που τις περιστοίχιζαν κι είχαν ημιαγροτικό χαρακτήρα κι οι ίδιες, μοιάζοντας προς τις περιοχές γύρω τους.

Καθώς η βασιλική διοίκηση των Πτολεμαίων συγκεντρωνόταν βασικά στον έλεγχο των αστικών κέντρων και στην ύπαιθρο ενδιαφερόταν κυρίως για τις ορυκτοφόρες, βασικά μεταλλοφόρες περιοχές, που τις έλεγχε με τον «οικονόμο» και τον «επί των μετάλλων» (=το ίδιο πρόσωπο με τον αντιστράτηγο σε μια τουλάχιστον περίπτωση, του Ποτάμωνος, 105 - 88 π.Χ.), ο βασιλικός έλεγχος της κυπριακής υπαίθρου ήταν ημίμεσος, πολύ περισσότερο που οι κυπριακές πόλεις διατήρησαν σημαντικό βαθμό αυτονομίας. Αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε στην Αίγυπτο, στην Κύπρο οι αστικές αρχές κάθε πόλης, και όχι οι βασιλικοί γραφειοκράτες, διηύθυναν την αγροτική οικονομία της χώρας, δηλαδή της αγροτικής - γεωργοκτηνοτροφικής περιοχής που περιέβαλλε κάθε πόλη. Σε κάθε τέτοια χώρα υπήρχαν μεγάλες ιδιοκτησίες, των οποίων οι κύριοι δεν μας είναι γνωστοί, τουλάχιστον όμως μερικοί δεν ήσαν διακεκριμένοι αξιωματούχοι του πτολεμαϊκού καθεστώτος που έπαιρναν και γαίες με βασιλική εκχώρηση. Επειδή όμως δεν είναι βέβαιος ούτε ο βαθμός ούτε η έκταση ούτε ο τρόπος ελέγχου των Πτολεμαίων στην χώρα κάθε πόλης της Κύπρου, ούτε καν αν η βασιλική πτολεμαϊκή εξουσία πάνω στο σύνολο της γης του κράτους περιλάμβανε στην Κύπρο και την χώρα που ανήκε προσαρτημένη σε κάθε πόλη, γι' αυτό δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε αν οι βασιλικές εκχωρήσεις προς τους αξιωματούχους περιλάμβαναν και γαίες στις χώρες. Όμως είναι βέβαιο ότι στις τελευταίες εγκαθίσταντο και στρατιωτικές αποικίες άγνωστης έκτασης, που ήταν κράτος εν κράτει σχετικά προς τις πολιτικές αρχές και τους γραφειοκράτες τους. Η θέση των αγροτών στις χώρες ήταν η ίδια προς εκείνη των δουλοπαροίκων του Μεσαίωνα, αντίθετα προς ό,τι γινόταν στην Αίγυπτο.

Ειδικότερα γνωρίζουμε από επιγραφή την περίπτωση της Καρπασίας όπου «ο Ζάτων ο ταμίας και οι πανοίκιοι γεωργοί» αφιέρωσαν ανδριάντα στον ηγεμόνα Σωφάνη (Amer. Journal of Archaeology, 65, 1961, σσ. 122- 123 αρ. 23). Οι γεωργοί της επιγραφής ήσαν προσκολλημένοι στη γη που καλλιεργούσαν και δεν είχαν το δικαίωμα να μετακινηθούν από αυτήν. Δηλαδή υπόκειντο στους ίδιους νόμους στους οποίους υπόκειντο και οι γεωργοί της Μικράς Ασίας προηγουμένως, μα και τότε κ.ε. επί Σελευκιδών. Η μαρτυρία αυτή είναι η πρώτη που έχουμε από την Κύπρο και δεν είναι γνωστό το όνομα και η ιδιότητα του ιδιοκτήτη του κτήματος και των γεωργών που το καλλιεργούσαν και πωλούνταν μαζί μ' αυτό. Επειδή όμως είναι δύσκολο να υπήρξε τώρα, επί Πτολεμαίων, εισαγωγή νεωτερισμών στο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς της Κύπρου, πολύ περισσότερο που στην Αίγυπτο διατηρήθηκε από αυτούς διαφορετικό καθεστώς γης — καλλιέργεια των βασιλικών γαιών από βασιλικούς αγρότες με ενοίκιο, χωρίς προσκόλληση στο έδαφος— είναι πολύ πιθανό ότι η «δουλοπαροικία» στην Κύπρο συνεχιζόταν από την Κλασσική Εποχή, τουλάχιστον στις βασιλικές γαίες, πιθανότατα κατ' επίδραση των αυτοκρατοριών της Ανατολής, όπου και η δουλοπαροικία και η φορολογία των αγροτικών προϊόντων και της γης ήσαν οι κύριες πηγές κρατικών εσόδων (αντίθετα προς τα ελλαδικά κράτη - πόλεις όπου η γη ήταν κατά κανόνα απαλλαγμένη από τον τακτικό φόρο και την προσκόλληση των αγροτών στη γη). Το ίδιο ισχύει και για τη φορολογία των προϊόντων της γης και τα ενοίκια απ' αυτήν στην ελληνιστική Κύπρο (H.S. Bragnall. The Administration of the Ptolemaic Egypt, Leiden, Brill, 1976, σσ. 4- 6,57, 73- 75, 79. Λ. Αντωνιάδη, Μελέτες για την Κύπρο και τις σχέσεις με τον Ελληνικό Κόσμο [κατά] την περίοδο των Αρχαίων Βασιλείων. Λευκωσία, 1980, σσ. 177- 186, 208- 209).

 Σε ένα άλλο αγροτικό κέντρο, το Καφίζιν, 7 χμ. ΝΑ. της Λευκωσίας και 6 χμ. Β. του Ιδαλίου, που ανήκε στην περιοχή του Κιτίου, βρέθηκαν επιγραφικές μαρτυρίες για τον φοροσυλλέκτη (δεκατηφόρο) Ονησαγόραν Φιλουνίου Κουρέα, που εισέπραττε τις δεκάτες (=το 1/10 της παραγωγής) από τους γεωργούς καλλιεργητές των κτημάτων (=οίκου) ενός Ανδρόκλου (ή Ανδροκλή) (πιθανόν γύρω στα 225- 217 π.Χ.) της Ιδαλιακής (φυλής ή περιοχής του βασιλείου του Κιτίου). Η περίπτωση μαρτυρεί την ύπαρξη μεγάλων ιδιοκτησιών με νομικά προσκολλημένους σ' αυτές καλλιεργητές αγρότες οι οποίοι πλήρωναν ορισμένο ποσοστό της παραγωγής τους στον αντιπρόσωπο του ιδιοκτήτη, που ήταν ο ίδιος και υπεύθυνος για τη συλλογή των βασιλικών φόρων που επιβάλλονταν στη γη. Κατά την κρίση του Mitford, οι χωρικοί στο Καφίζιν συμπεριφέρονταν χωρίς απαίτηση για κοινωνική διάκριση κι αισθάνονταν ευτυχισμένοι με τη ζωή τους.

Από βασιλικό γράμμα προς την πόλη Αρσινόη μαθαίνουμε την καταβολή από τους αγρότες του φόρου απόμοιρα (=1/6 της παραγωγής των αμπελιών), άλλου φόρου για κάθε μετρητή κρασιού, φόρων σε χρήμα, του φόρου εννόμιον (δηλαδή φόρου στις βοσκές, όπως και στην Αίγυπτο και αργότερα στο Βυζάντιον, προφανώς μέσω Ρώμης), και για απαλλαγή από κάποια φορολογική υποχρέωση προς τον βασιλιά. Φαίνεται λογικό ότι οι αγροτικοί αυτοί φόροι ίσχυαν για όλες τις κυπριακές πόλεις επί Πτολεμαίων, παρά την ειδική αναφορά του γράμματος στην Αρσινόη. Από άλλο έγγραφο αμνηστίας του Πτολεμαίου 8ου στα 145- 144 π.Χ. μαθαίνουμε ότι οι φυγάδες από τις πατρίδες τους διατάσσονται να επιστρέψουν στις εργασίες τους και σε όσες περιουσίες τους δεν είχαν ακόμη πουληθεί: οι «περιουσίες» μπορεί να περιλαμβάνουν και αγροτική γη, οπότε θα πρόκειται και για ελεύθερους γεωργούς που κατείχαν ιδιόκτητη γη (Bragnall, ο.π., σσ. 75- 79). Στη Μεσαορία και στη χώρα των Σόλων κ.α. ήσαν εγκατεστημένοι «θίασοι» στρατιωτικοί επιγόνων αξιωματούχων των Πτολεμαίων, ενώ σ' επιγραφή από τη Σίντα, που υπαγόταν στη χώρα της Σαλαμίνος, αναφέρονται «κωμήται», δηλαδή χωρικοί αφιερωτές προς ένα δικαστή Διονύσιο, μαζί με στρατιωτικούς και πολιτικούς [συναφιερωτές;], όλοι από την ενδοχώρα. Όμοια χωρικοί της Καρπασίας κάνουν αφιέρωμα σε έναν «θεωροδόκο» Άριστο Τιμοδήμου Χίον, που είχε και το αξίωμα «επί της πόλεως», διορισμένο από τον βασιλιά.