Αγροτική ζωή

Ρωμαϊκή εποχή

Κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή (50 π.Χ. - 4ος αιώνας μ.Χ.) η χώρα των πόλεων εξακολουθεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία τους και καμιά πηγή δεν αναφέρει αυτόνομα χωριά. Έχουμε μάλιστα πολλά στοιχεία για τις χώρες των περισσοτέρων πόλεων, τα όρια και την οικονομία τους, βασικά γεωργική. Χωρικοί όπως εκείνοι του Καφιζιού υπήρχαν και στη Ρωμαϊκή Εποχή στις χώρες, σαν γεωργοί αλλά και σαν δούλοι στην κυριολεξία, πηγή πλούτου για τους κυρίους των, τους οποίους υπηρετούσαν και στις πόλεις σε διάφορες εργασίες, καθώς και στα ορυχεία. Υπάρχουν περιπτώσεις «απελευθέρωσης» δούλων για να γίνουν δούλοι (οι γυναίκες ιερόδουλοι) κάποιας θεότητας ή να ζήσουν ως ελεύθεροι πολίτες με υποχρεώσεις στους τέως κυρίους των (π.χ. στη Σαλαμίνα).

Οι μικροϊδιοκτήτες γεωργοί στις χώρες ανήκαν στη μέση τάξη, αλλά αρκετοί απ' αυτούς ανήκαν στο βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων, π.χ. οι λινύφοι ή λιναράδες ή λινοϋφαντές. Οι μικρογεωργοί είχαν το δικαίωμα να κληροδοτήσουν το κτήμα τους, π.χ. ένας Εμμίδωρος προς την Αφροδίτη Ακραία στην Καρπασία, όπως προκύπτει από επιγραφή. Από τον πλούτο των επιταφίων επιγραφών στα χωριά της περιοχής Λεμεσού (Φασούλα, Μουτταγιάκα, Γερμασόγεια, Απαισιά, Ακρούντα, Πύργος, Σπιτάλι, Μαθηκολώνη) καθώς και της Μεσαορίας, συμπεραίνεται η σχετική οικονομική και κοινωνική ακμή, αυθυπαρξία και αυτονομία τους από τις γειτονικές πόλεις (Αμαθούντα, Κυθρέα, Ληδρία κλπ.). Οι λιναράδες (λινύφοι) του Καφιζιού αγόραζαν την πρώτη ύλη τους, το λινάρι, από την περιοχή των Σόλων όπου εκαλλιεργείτο σε μεγάλες ποσότητες κι αποτελούσε το κύριο προϊόν εκτός των μετάλλων, τα οποία εκμεταλλεύονταν εταιρείες ή ομάδες εταίρων (κοινωνών, από τις κώμες Λα [=Ληνού;] ...και ...και φλάσου, με πάτρωνα επικεφαλής, RDAC 1915, σ. 17 αρ. 7).

Δεν υπάρχει μαρτυρία για ύπαρξη ρωμαϊκών αγροτικών αποικιών ή αυτοκρατορικών κτημάτων ή λατιφουνδίων (latifundia) στην Κύπρο, ούτε για εξαγωγή κυπριακών σιταριών στη Ρώμη (όπως πριν στην Αίγυπτο), υπάρχουν όμως ενδείξεις για ύπαρξη γύρω από τη Σαλαμίνα γαιών της κατηγορίας Agerpublitus Populi Romani (δημόσιας γης του ρωμαϊκού λαού), που παλαιότερα ανήκαν στο Νικοκρέοντα, τον τελευταίο βασιλιά της πόλης, δημεύθηκαν από τους Πτολεμαίους κι έπειτα κληρονομήθηκαν από το ρωμαϊκό κράτος και εδιοικούντο από επίτροπο (procurator), όπως και τα μεταλλεία.

Στα μεσόγεια και ιδίως στα ορεινά, η σταθερότητα της αγροτικής δομής και ζωής από την Αρχαιότητα βεβαιώνεται και από τη διάρκεια των ονομάτων τόπων, χωριών και περιοχών με βάση τη μικρή ιδιοκτησία (Κελλιά, Κόρνος, Λευκόνοικον, Σίνδα — πρβλ. «Σοαντείων ο θίασος» — Αλάμπρα, Ανώγυρα [από το Ονογύρα], Νικόκλια, Κούκλια κλπ.).

Γενικά, κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο η γεωργία εξακολουθούσε ν' αποτελεί τη βάση της οικονομίας του νησιού, αν και το εμπόριο επεκτεινόταν σταδιακά και τα κυπριακά αγροτικά προϊόντα —δημητριακά, κρασί, λάδι, ξυλεία κ.ά. — είχαν εξασφαλισμένες αγορές σ' όλη την έκταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.