Αγροτική ζωή

Βυζαντινή περίοδος

Κατά την ακολουθήσασα Πρωτοβυζαντινή Περίοδο (324 - 653 μ.Χ.), η Κύπρος παρουσιαζόταν να εξάγει σε μεγάλες ποσότητες κρασί, ελιές, λάδι, ξηρά σύκα, παστά κρέατα κ.α. Η Περίοδος αυτή σημαδεύεται με ευημερία, οικονομική ακμή, που πρέπει να κάλυπτε και την βασική δραστηριότητα του νησιού, τη γεωργοκτηνοτροφία, όπως μαρτυρείται από τα πλούσια ανασκαφικά ευρήματα (ναοί κλπ) των αρχών του 4ου αιώνα, τη ναυτική υποστήριξη των Κυπρίων προς τον Λικίνιο στον πόλεμο κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 μ.Χ.) και την ισχυρή κυπριακή αντιπροσωπεία στην Α' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια (325 μ.Χ.), με χαρακτηριστικότερο υπερασπιστή της Ορθοδοξίας τον μέτριας μόρφωσης αγρότη επίσκοπο Τρεμιθούντος Σπυρίδωνα. Η θρυλούμενη πολυετής ανομβρία που προκάλεσε τεράστιες καταστροφές στο νησί και φυγή πολλών κατοίκων (όχι ερήμωση), δεν συνέβη, όπως από σύγχυση της παραδόσεως πιστεύεται, στα προ του 326 χρόνια, αλλά κατά και μετά τους σεισμούς των ετών 332 και 342 μ.Χ. και συνδέεται προς αυτούς, οι δε καταστροφές κι η ανομβρία είναι αποτέλεσμα των σεισμών. Η σύνδεση της επιστροφής των φυγάδων και της ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας προς την επίσκεψη της αγίας Ελένης στο νησί (326 μ.Χ.) είναι έργο της κυπριακής εκκλησιαστικής παράδοσης και δεν μαρτυρείται σε πηγές. Ό,τι αναφέρεται σε μεταγενέστερες πηγές είναι η μεταφορά «Αλβανών» ή «Μακεδόνων» ή «Ιλλυριών» στρατιωτικών εποίκων από τον δούκα της Κύπρου Καλόκαιρο στα 332, όταν εστάλη να βοηθήσει στην ανάκαμψη από τον σεισμό, οπότε κι ο ίδιος έχτισε το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στο Ακρωτήρι με τον όρο εκτροφής γάτων για την καταστροφή των ερπετών που πλήθυναν, προφανώς λόγω του σεισμού. Είναι όμως δυνατό οι έποικοι αυτοί να μεταφέρθηκαν και/ή από τον Δαλμάτιο, ανεψιό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που εστάλη να καταστείλει εξέγερση του Καλόκαιρου, και για την καταστολή και για φρούρηση των παραλίων κατά των πειρατών. Για τη συντήρησή τους επεβλήθη ειδικός φόρος στους χωρικούς, στους αστούς και στους ευγενείς. Επειδή οι τελευταίοι σύντομα εξαιρέθηκαν από τον φόρο, αυτός, αυξημένος τώρα, εβάραινε μόνο τους χωρικούς ή «πάροικους» με 52 βυζάντια ή πέρπυρα της Κύπρου το χρόνο «κατά κεφαλή». Αυτά εισπράττονταν για το κράτος από τον κύριο (=γαιοκτήμονα) του κάθε (άρρενα) πάροικου. Μπορούσαν όμως οι πάροικοι να εξαγοράσουν τον φόρο με εργασία δυο ημερών την εβδομάδα με μισθό 6 δηναρίων την ημέρα για ν' αγοράζουν μ' αυτά ψωμί οι πάροικοι, που υποχρεούνταν να δίνουν ένα μέρος από τους καρπούς της γης που καλλιεργούσαν στον γαιοκτήμονα κι ένα μέρος κρατούσαν για τον εαυτό τους και δεν πλήρωναν δεκάτη. Αυτό το καθεστώς αγροτικών σχέσεων βρήκαν οι Σταυροφόροι στα 1191/2 στην Κύπρο, κατά τον Estienne de Lusignan (Description de toute l’ Isle de Cypre..., Paris, 1580, φφ. 68α - β, 19α-β), και το συνέχισαν σε μεγάλο βαθμό, υπάγοντας τους πάροικους και τις γαίες που καλλιεργούσαν στη δικαιοδοσία των Φράγκων και άλλων (Σύρων, Αρμενίων κ.α. ετερογενών) φεουδαρχών που ο πρώτος Λουζινιανός, ο Γουΐδος, έφερε (μαζί με αστούς κ.α.) για να θεμελιώσουν το καθεστώς του στο νησί. Κατ' άλλη μεταγενέστερη πηγή, τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, οι «Αλβανέζοι», μερικές εκατοντάδες, έκαμαν παιδιά κι εγγόνια που κατοικούσαν στα χωριά. Όσοι έπαιρναν βασιλικό μισθό, δεν είχαν δικαίωμα να κατέχουν γη για καλλιέργεια διότι ήσαν στρατιώτες κι όσοι δεν έπαιρναν μισθό, κατείχαν γη και [οι τελευταίοι] κατά την διανομή των προϊόντων ακολουθούσαν τον τρόπο των ελεύθερων [χωρικών], δηλαδή διένειμαν το 1/5 ή και πιο πολύ κατά το έθιμο των χωριών όπου βρίσκονταν. Στους μισθωτούς Αλβανέζους εδόθησαν μερικά χωράφια... ελεύθερα από κάθε δόσιμον, που σπέρνονταν από αυτούς για την τροφή των αλόγων των (Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Βενετία, 1788, σ. 55).

Κέντρο των «Αλβανέζων» ή Ιλλυριών ήταν η σημερινή Τηλλυρία. Παρόμοιο ήταν το καθεστώς των 3.350 Αρμενίων στρατιωτικών εποίκων που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο στα 578 μ.Χ. Οι προνομιούχες αγροτικές ιδιοκτησίες ελέγοντο αγρίδια και κατοικούντο από πάροικους, γι' αυτό σώζονται πλείστα τέτοια τοπωνύμια (Αγρίδια, Κρίθκια, Αγρίν, Αγριδάκιν κλπ.) στην Κύπρο, ενώ η κατοικία του ιδιοκτήτη, σε τμήμα του αγριδίου του, λεγόταν προάστειο, απ' όπου και οι ονομασίες αρκετών κυπριακών χωριών: Πραστειό. Οι ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες ζούσαν σε κώμες ή χωρία, μαζί τους όμως ζούσαν και άκληροι γεωργοί.

Από αγιολογικά και άλλα κείμενα πληροφορούμαστε την ύπαρξη, κατά τους 6ο   - 7ο αιώνες, και άλλων αγροτικών στρωμάτων όπως οι ξενοδόχοι, (π.χ. στο δρόμο Τρεμιθούντας - Λάρνακας), οι μικροϊδιοκτήτες γης που παντρεύονταν μεταξύ τους, οι πένητες ντυμένοι με κουρέλια, ακαθόριστης τάξης, «ριγώντες» από το κρύο, κι άλλοι «πτωχοί αδελφοί» για τους οποίους ο άγιος Σπυρίδων με τη βοήθεια φιλάνθρωπων αγόραζε ενδύματα και σκεπάσματα, σύμφωνα με τον βιογράφο του.

Ακριβώς για τους φτωχούς, ορφανούς, ασθενείς και άλλους πάσχοντες ξόδεψε μεγάλα ποσά, χτίζοντας και νοσοκομείο στην περιοχή Αμμοχώστου - Κωνσταντίας, ο μεγαλέμπορος, μεγαλοκτηματίας και εφοπλιστής Φιλέντολος Ολυμπίου, φιλανθρωπότατος αλλ' ασελγέστατος, λίγο πριν από το 641/2 μ.Χ., αντλώντας από τα τεράστια κέρδη του κατά τους τότε οικονομικούς θεσμούς και από το θαλάσσιο και χερσαίο εμπόριο και από τα χωρία (=γαιοκτήματά) του και τα πλοία του, στα οποία εργάζονταν βέβαια ναύτες, ναύκληροι και πάροικοι και άλλοι των κατωτέρων και μέσων τάξεων. Η αντίφαση του χαρακτήρα του Φιλεντόλου —μέγας φιλάνθρωπος και μέγας πόρνος— σημαίνει ότι από τις αγροτικές και άλλες κατώτερες τάξεις, απ' όπου αντλούσε εργατικό δυναμικό, έπαιρνε και τα θύματα των ασελγειών του, αλλά και σ' αυτές τις τάξεις επέστρεφε μέρος των κερδών του υπό μορφή φιλανθρωπικών παροχών. Γι' αυτό κι η ιεραρχία της Εκκλησίας βρέθηκε σε δίλημμα αν θα τον κήδευε με τιμές ή όχι.

Αυστηρές ταξικές διακρίσεις δεν παρουσιάζονται στα αγιολογικά κείμενα, αν και πραγματικές ταξικές διαφορές υπήρχαν σημαντικές (P. Yannopoulos, Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XII, 1983, σσ. 79-85. Κ.Π. Κύρρη, Βυζαντινά, Β', 1970, σσ. 73-79 κ.ε.).

Ότι η αγροτική ζωή στην εποχή αυτή χαρακτηριζόταν από πλήθος δεισιδαιμονίες και επιδόσεις στη μαγεία, μαρτυρείται σε αγιολογικό κείμενο που αναφέρει ιερέα -μάγο στην κώμη Τριαχίδες, όχι μακριά από την Κωνσταντία.

Στη διάρκεια των αραβικών επιδρομών πολλοί παραλιακοί αστικοί ή ημιαστικοί οικισμοί διαλύθηκαν και οι κάτοικοί τους μετοίκησαν σε ορεινούς τόπους, όπου εκ των πραγμάτων επιδόθηκαν, τουλάχιστον αρχικά, σε αγροτικές ασχολίες. Ακόμη έζησαν σε σπήλαια και φυσικά καταλύματα, ωσότου ιδρύσουν αγροτικούς οικισμούς που γειτόνευαν με τα πολυάριθμα κάστρα και οχυρά, πύργους και φρούρια που από το 649 κ.ε. χτίζονταν για την άμυνα του τόπου και προφανώς συνδυάζονταν και συνεργάζονταν μ' αυτά, πολύ περισσότερο παρά πριν. Η διπλή φορολογία που από το 688 (ή ίσως και από το 654) οι Κύπριοι πλήρωναν προς τους Βυζαντινούς και προς τους Άραβες (7.200 + 7.200 νομίσματα, αντί μόνο 7.200 προς τους πρώτους όπως πριν) βάρυνε κυρίως τον αγροτικό πληθυσμό.

Τα ακριτικά στρατιωτικά σώματα που μετέφεραν οι Βυζαντινοί στην Κύπρο από τη Μικρά Ασία, εισήγαγαν την ακριτική επική και λυρική ποίηση, προπάντων στα χωριά. Οι συχνές επιδρομές των Αράβων, τιμωρητικές για τις βυζαντινές «παραβιάσεις» της συμφωνίας του 688 για συγκυριαρχία και ουδετερότητα της Κύπρου και των Κυπρίων, κυρίως αναστάτωναν την ζωή των αγροτών, που πλήρωναν με τη ζωή τους ή με σκληρή αιχμαλωσία για τη βοήθεια που παρείχαν στους Βυζαντινούς. Βασικά όμως η δομή της αγροτικής κοινωνίας στα χρόνια των αραβικών επιδρομών δεν φαίνεται να υπέστη ριζική μεταρρύθμιση, αν κρίνουμε από τις μαρτυρίες κειμένων όπως του Βίου του αγίου Δημητριανού Κυθρέας, ο οποίος αναφέρει «αροτήρα βουν» αγέρωχο που ο άγιος δάμασε για τον σπόρο κατά παράκληση ενός γεωργού του επισκοπείου του, αλλά τέλος τον χάρισε σε φτωχή γριά ζητιάνα που συνάντησε στους αγρούς και που δεν μπορούσε να νοικιάσει ζώο για να πάει στην έδρα του να την συνδράμει, όπως της ζήτησε. Το δάμασμα του βου είχε μάταια επιχειρηθεί από άλλους χωρικούς, πεζούς ή έφιππους.

 

Η δυστυχία ήταν πολύ μεγάλη στις αγροτικές κοινότητες και δεν βελτιώθηκε σημαντικά με την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Βυζαντινούς στα 964, αν κρίνουμε από τις συχνές εξεγέρσεις μεταξύ 964 και 1191 με κύριο αίτιο τη σκληρή φορολογική καταπίεση που εκμεταλλεύονταν φιλόδοξοι δούκες. Στα 1042/3 ο Θεόφιλος Ερωτικός ξεσήκωσε τους Κυπρίους, βασικά τους αγρότες, εναντίον του δικαστού και πράκτορος των δημοσίων φόρων πρωτοσπαθαρίου Θεοφύλακτου που τον κατηγορούσε για βαριά φορολογία και σκληρές μεθόδους στην είσπραξή της. Η περίπλοκη εξέγερση του 1092 από τον διοικητή Ραψομάτη πρέπει να σχετιζόταν επίσης προς τη φορολογική καταπίεση των χωρικών, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα από τα μέτρα της ειρήνευσης ήταν ο διορισμός του δίκαιου και τίμιου Καλλιπάριου ως δικαστή και εξισωτή, δηλαδή διανεμητή και υπολογιστή των φόρων. Ο Ευμάθιος Φιλοκάλης που διορίστηκε (στρατιωτικός) διοικητής του νησιού γρήγορα ήλθε σε οξεία ρήξη προς τον αρχιεπίσκοπο Νικόλαο Μουζάλωνα για την αφόρητη φορολογία που επέβαλε στο λαό, προπάντων στους χωρικούς, για την οικοδόμηση φρουρίων και πύργων σε καίρια σημεία του νησιού, το οποίο έπαιζε τώρα πιο σπουδαίο ρόλο στις στρατηγικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (τέλη 11ου -αρχές 12ου αιώνα). Αυτές προκάλεσαν δηωτικές επιδρομές Σταυροφόρων και Σαρακηνών στην Κύπρο με κύρια θύματα τους χωρικούς (1155, 1158, 1161 κλπ).