Αγροτική ζωή

Από τη Βενετοκρατία στην Οθωμανοκρατία

Στα τέλη του 15ου αι., στα 854 χωριά (casali) της Κύπρου ζούσαν 47.685 πάροικοι και 77.066 φραγκομάτοι, ενώ η Λευκωσία είχε 16.000, η Αμμόχωστος 6.500 και η Κερύνεια 450 κατοίκους (σύνολο 147.701) και στις αρχές του 16ου αι. τα 839 χωριά είχαν 95.000 φραγκομάτους και 70.000 πάροικους κι οι πόλεις 32.000 κατοίκους (σύνολο 197.000). Οι Οθωμανοί -Τούρκοι  εκμεταλλεύτηκαν την ογκούμενη δυσαρέσκεια των αγροτών από τις αρχές του 16ου αι. και ιδίως στα τέλη της Βενετοκρατίας, για την αποκτηνωτική κατάστασή τους λόγω της αυξανόμενης αναλγησίας των αρχόντων, και δέχονταν αρκετούς φυγάδες πάροικους από την Κύπρο, ενώ άλλοι κατέφευγαν στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη στη Ρόδο (500 στα 1518). Στα 1562 ο Γενικός Προβλεπτής Β. Σαγρέδο τονίζει τη διαφθορά των αρχόντων και την καταπίεση των χαμηλών λαϊκών τάξεων, που οδηγούσε σε έκρηξη. Οι φρουρές των παραλίων απετελούντο από πάροικους τη μέρα και φραγκομάτους τη νύχτα, που όμως σε μεγάλο βαθμό είχαν εξαγοράσει αυτή την υποχρέωση, καθιστώντας τη φρούρηση αβάσταχτο βάρος (Hill, III, σσ. 798-800). Το κίνημα του διδασκάλου Ιακώβου Διασσορίνου* κατά των Βενετών στα 1561-1563, κίνημα με εθνικό ελληνικό χαρακτήρα, που είχε οπαδούς σ' όλες τις τάξεις κι έληξε με το στραγγαλισμό του, είχε απήχηση και στην ύπαιθρο. Αλλά πιο σίγουρη θεωρήθηκε η βοήθεια των Τούρκων για λύτρωση των παροίκων, που στα 1564-1565 έστειλαν δυο αντιπροσώπους στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσουν αλλαγή κυρίου, αλλά οι Τούρκοι τους παρέδωσαν στο Βενετό βαΐλο (Hill, III, σσ. 838-842). Νέα αποστολή παροίκων φτάνει στην Πύλη στα 1569. Οι μηχανικοί που σχεδίασαν τα βραχύτερα τείχη της Λευκωσίας λίγο πριν από την οθωμανική εισβολή και οι ξένοι παρατηρητές (π.χ. ένας Γάλλος πράκτορας) την ίδια εποχή υπολογίζουν στην εχθρική κατά των Βενετών στάση των παροίκων (50.000 κατά τον Γάλλο) και τη φιλική προς τους Τούρκους στάση τους. Όταν, τέλος, οι Τούρκοι κήρυξαν τον πόλεμο κι η εισβολή αναμενόταν, η Βενετία διέταξε την ελευθέρωση των παροίκων, που γέμισαν ελπίδες για μια νέα ζωή, μια και οι κύριοί τους συγκατατέθηκαν στην εκτέλεση της διαταγής. Αλλά οι ρέκτορες στην Κύπρο, από στενό συμφέρον και μυωπικότητα, ματαίωσαν το ιστορικό αυτό μέτρο που θα συμφιλίωνε τους Ελληνοκύπριους αγρότες προς τη βενετική άρχουσα τάξη κι ίσως θα καθιστούσε την άμυνα κατά του ασιατικού κινδύνου αποτελεσματική (Est. de Lusignan, Description..., φφ. 247β, 239β και Chorograffia, φ. 98a. G. Hill, III, σσ. 958-961).

Έτσι οι πάροικοι στράφηκαν αποφασιστικά προς τους Οθωμανούς  ως ελευθερωτές και τους βοήθησαν σημαντικά στην εκστρατεία (1 Ιουνίου 1570 - Σεπτ. 1571) και στην εδραίωση του νέου καθεστώτος, παρέχοντάς τους πληροφορίες για τα οικονομικά και φορολογικά θέματα. Ιδίως βοήθησαν τους Τούρκους οι χωρικοί των ορεινών περιοχών ύστερα από δαψιλείς υποσχέσεις. Οι cernide ή αγροτικά στρατιωτικά σώματα υπό Αλβανούς, Ιταλούς και Έλληνες καπετάνιους παραδόθηκαν, και αυτό στα Λεύκαρα προκάλεσε άγρια τιμωρητική επέμβαση των Βενετών, που αύξησε το αντιλατινικό αίσθημα (αν και μερικοί Λευκαρίτες αντιστάθηκαν στους Τούρκους). Γι' αυτό τα Λεύκαρα πήραν κάποια προνόμια από τον κατακτητή. Βλέποντας την κατάρρευση του καθεστώτος τους, αρκετοί καπετάνιοι παραδόθηκαν στους Τούρκους και εντάχθηκαν στον οθωμανικό στρατό ως Χριστιανοί σπαχήδες, διατηρώντας έτσι μέρος της περιουσίας των κι αντισταθμίζοντας, ως ένα σημείο, τον ρόλο των παροίκων στο νέο καθεστώς. Ειδικά στην καταγραφή περιουσιών και εισοδημάτων και την επιβολή φόρων (που άρχισε αμέσως μετά την εισβολή), προπάντων μετά την παράδοση της Αμμοχώστου (1 Αυγ. 1571).

Τώρα, όμως, οι πάροικοι αντιμετωπίζουν αρκετούς χθεσινούς Βενετούς κυρίους των και πάλι ως κυρίους υπό τουρκικό ένδυμα (διότι αρκετοί τούρκεψαν γρήγορα, άλλοι αργότερα) ή ως Χριστιανούς -στελέχη του νέου καθεστώτος, πάλι γαιοκτήμονες όπως πριν. Ίσως πρέπει ν' αποδοθεί σ' αυτούς η κολόβωση και ο περιορισμός των ευεργετικών, για τους ραγιάδες, μέτρων των κατακτητών αμέσως μετά την πτώση της Λευκωσίας (9 Σεπτεμβρίου 1570).

Ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου 1571 παρατηρείται σκληρή μεταχείριση των χωρικών από τους «νέους» κυρίους και καλλιεργείται μόνο, ή κυρίως, η δυτική ορεινή περιοχή, όπου δεν έφτανε η δύναμή τους ακόμη. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το «προοδευτικό» σύστημα οθωμανικής φορολογίας που δέχτηκαν οι Κύπριοι, περιοριζόταν από την αναγωγή όλης της αγροτικής γης σε κρατική, που για να την αποκτήσουν οι τώρα ελεύθεροι χωρικοί έπρεπε να πληρώσουν στο κράτος φόρο, ίσο προς το 1/3 ή 1/4 ή 1/10 της ετήσιας παραγωγής του κτήματος που έπαιρναν. Στα 1573 απαγορεύτηκε η κερδοσκοπία στη γη, για να ενθαρρυνθεί ή καλλιέργειά της και διατάχθηκαν οι Γενίτσαροι που αγόρασαν, κατά την εκστρατεία, γη από τους ραγιάδες να τους την επιστρέψουν στην τιμή αγοράς της. Ανάμεσα στους γεωργούς και στο κράτος, τον πραγματικό κύριο της γης σε τελευταία ανάλυση, μεσολαβούσαν οι σπαχήδες και οι ζαΐμηδες ως φοροεισπράκτορες και διοικητικοί αξιωματούχοι, και η χαλάρωση των διατάξεων για τους φυγάδες μαζί με τη χειραφέτηση των παροίκων, επέτρεψε την εσωτερική μετανάστευση αρκετών στις πόλεις. Από τις αγγαρείες, ωστόσο, διατηρήθηκε η υποχρεωτική εργασία μια μέρα την εβδομάδα στους κρατικούς ζαχαρόμυλους —όσο υπήρχαν ως τις αρχές του 15ου αιώνα —και στους χέρσους αγρούς. Καταργήθηκε ο φόρος του αλατιού, αλλά επιβλήθηκε η καταβολή του 1/5 της παραγωγής εις είδος από τους πάροικους, όπως και από όλους τους ραγιάδες, κάποτε όμως έφτανε στα 45% ή 67%, ανάλογα με την ποσότητα παραγωγής και την απόσταση από το κέντρο. Επιβλήθηκε επίσης και ετήσιο «ενοίκιο» για τις κρατικές γαίες που κατείχαν, κάποτε ψηλότερο από τα δοσίματα σε είδος. Γι' αυτά και για τους φόρους kharaj ή jizye, ispenje, που έδιδαν το 1/3 των κρατικών εσόδων, κ.ά. και για την καταβολή του φόρου σε χρήμα αντί σε είδος, οι χωρικοί αναγκάζονταν να δανειστούν από τους τοκογλύφους. Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα η καταβολή σε είδος σταδιακά αυξήθηκε στο 1/3 σε μερικές περιοχές. Χωρίς την επέμβαση του αρχιστράτηγου Λαλά Μουσταφά οι φοροενοικιαστές που περιστοίχιζαν τους εισβολείς —πιθανώς και Λατίνοι ευγενείς— θα διατηρούσαν τις αγγαρείες, που τις κατάργησε τον Αύγουστο του 1570. Η υποχρεωτική εγκατάσταση και μικρασιατικών αγροτικών, κυρίως, πληθυσμών και επαγγελματιών στα έτη 1572-1579 (γύρω στις 6-8 χιλιάδες συνολικά), πρόσθεσε νέα χέρια για την ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας του νησιού, που ως τα 1583 μπορούσε να εξάγει σιτάρι στη Δαμασκό κ.α.

Η «επανάσταση», όμως, «των τιμών» εξουδετέρωσε τις βελτιώσεις, κι οι αυξημένοι πλέον και βίαια εισπρασσόμενοι φόροι οδήγησαν σε δυσαρέσκεια και επαναστατική διάθεση τους ραγιάδες, ιδίως τους αγρότες. Αυτή ήταν η βασική αιτία των δεκάδων επαναστατικών κινημάτων ή αποπειρών κινημάτων από το 1572 ως το 1670, που υποκινούνταν και από τους εξελληνισμένους φυγάδες στη Δύση σε συνεργασία με τις τότε μεγάλες δυνάμεις Ισπανία, Σαβοΐα, Βενετία, Φλωρεντία, Γαλλία κ.ά (1572, 1573, 1579, 1585,1587/8-1590,1598,1600-1601,1606,1607,1609,1613-1626, 1631-1633, 1640-1641, 1648, 1664, 1665, 1668 κλπ.). Οι Χριστιανοί μαχητές - αγρότες στη βόρεια, κυρίως, οροσειρά εξεγείρονταν κατά των τουρκικών αρχών, και μετά από κάθε ήττα τους — αποτέλεσμα έλλειψης οπλισμού, που μάταια περίμεναν από τη Δύση! —αρκετοί από αυτούς αναγκάζονταν να εξισλαμισθούν επιφανειακά, παράλληλα προς χιλιάδες άλλους χωρικούς που έπρατταν το ίδιο για ν' αποφύγουν την πληρωμή των φόρων λόγω εσχάτης πενίας. Όσο ελαττωνόταν ο αριθμός των Χριστιανών μαχητών, αύξανε εκείνος των «Τούρκων» μαχητών και αντίστροφα. Η κύμανση ήταν συχνή ανάλογα προς τις περιστάσεις και τις προσδοκίες για ελευθέρωση από το νέο ζυγό. Παρόλο που οι αριθμοί που μας δίνουν οι πηγές μπορεί να ενέχουν στοιχείο υπερβολής, δείχνουν την πορεία των εξελίξεων:

 ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ                ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ           ΧΡΟΝΟΣ

 

65.000                                                                3-4.000                     1587/8

 

30-35.000                                                           6-8.000                     1600-1609

 

28.000                                                                   2.500                     1613

 

10.000+ 10.000 έφεδροι                                     10.000                     1609-1626

 

10.000                                                                 11.000                     1628-1632

 

15-18.000                                                                                            1641

 

60.000                                                                    5.000                    17.4.1664

 

40.000                                                                    5.000                    9.12.1664

 

40-60.000                                                               4.058              1668-1670

 

 

 

Η αύξηση των Χριστιανών μαχητών στα χρόνια 1641-1664 κ.ε. οφείλεται πιθανώς στα προνόμια που τότε παίρνει η Εκκλησία από την Πύλη, και οι κυμαινόμενοι είναι οι Κρυπτοχριστιανοί χωρικοί, που παίζουν διπλό παιχνίδι. Στη διάρκεια της έριδας των δραγομάνων Μαρκουλλή και Γεωργή (1669-1674) οι εξισλαμισμοί των αγροτών ήσαν μαζικοί, κατά τις μαρτυρίες των πηγών, για αποφυγή των φόρων, έτσι που ο Τούρκος διοικητής είπε στον περιηγητή Hustrel (1670) ότι αν συνεχιστεί αυτό το ρεύμα, η Πύλη δεν θα έχει από πού να εισπράξει φόρους, γι' αυτό και πολλοί δεν γίνονταν δεκτοί στο Ισλάμ.

Οι άοπλοι Χριστιανοί χωρικοί φρουροί των λόφων και των ακτών στα 1670, είδος ντερβεντζήδων ή αρματολών, είναι οι τελευταίοι που αναφέρονται. Από τώρα και στο εξής οι εξεγέρσεις των χωρικών σταματούν γι' αρκετό καιρό, προφανώς σε μια προσπάθεια προσαρμογής κι αυτών και των αρχηγών τους —επισκόπων και προκρίτων— στο σταθερό πια οθωμανικό καθεστώς. Οι νεόφερτοι (1573-1579) Μικρασιάτες αγρότες, Χριστιανοί, Κρυπτοχριστιανοί και Τούρκοι, συμβιώνουν φιλικά στο εξής με τους εντόπιους κάτω από το βάρος των ίδιων σκληρών συνθηκών ανομβρίας, θεομηνιών, φτώχειας, ακρίδων, επιδημιών κ.ά. δεινών. Στα 1625 βρίσκουμε μεικτό πανηγύρι Ελλήνων και Τούρκων στην Αγία Νάπα Αμμοχώστου (13 Σεπτεμβρίου). Στα 1670 κ.ε. η φορολογική καταπίεση του Μαρκουλλή, των αγάδων και της ομάδας του (η περίφημη γράφτουσα), σπρώχνει πολλούς, Καρπασίτες κυρίως, να μεταναστεύσουν στην απέναντι Κιλικία, από όπου γύρισαν σε λίγα χρόνια. Τότε «τούρκεψαν» αρκετά χωριά της χερσονήσου, όπως ο Άγιος Ανδρόνικος (κατά το ήμισυ), η Πλατανισός, η Γαλλόπορνα κλπ., όπως και σ' όλη την Κύπρο. Ωστόσο, στα 1683-1687 το κίνημα του Μεχμέτ Αγά Μπογιατζήογλου βρήκε απήχηση στους βασανισμένους χωρικούς και στα 1700, σύμφωνα με ανέκδοτη βρεττανική πηγή, ξέσπασε άλλο κίνημα Λινοβάμβακων, δηλαδή Κρυπτοχριστιανών χωρικών, που κατεστάλη, όπως το προηγούμενο.

Κατά τον 18ο αιώνα, οι εσωτερικές αλλαγές στο καθεστώς, η εκτόπιση των γαιοκτημόνων σπαχήδων και ζαΐμηδων από τους νεόπλουτους εϊσνεμπήδες, αγιάνηδες και μουλτεζίμηδες ενοικιαστές ή σφετεριστές των φόρων και των κτημάτων και τοκογλύφοι της υπαίθρου, δημιουργεί πολύ χειρότερες συνθήκες για τους χωρικούς, που προσπαθούν να απαλλαγούν από τη νέα μάστιγα. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της νέας τάξης ήταν ο αρπακτικότατος Χατζημπακκή Αγάς, ξυλοκόπος από τα Κλαυδιά και ο διοικητής Χιλ Οσμάν. Η τυραννία του Χιλ Οσμάν προκάλεσε την εξέγερση Ελλήνων και Τούρκων, αστών και χωρικών, Εκκλησίας και αγάδων, και τον φόνο του από το λαό (26 Οκτωβρίου 1764). Επειδή, όμως, οι αρχές ζητούσαν [στα 1766] φόρους [και αποζημιώσεις για τις ζημιές του κινήματος του 1764] από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, οι Λινοβάμβακοι [=Κρυπτοχριστιανοί] ανάμεσα στους δεύτερους, ντυμένοι σαν Έλληνες, γράφει μια πηγή της εποχής, αγνοώντας τουρκικά κι αραβικά, πεισματάρηδες κι αποφασιστικοί, αντίθετα από τους γεννημένους Μουσουλμάνους, δεν ανέχονταν να τους συμπεριφέρονται σαν να ήσαν Χριστιανοί... αντιστάθηκαν με όλα τα μέσα στις καταπιέσεις των τυράννων τους. Είχαν οπαδούς ανάμεσα στους συμπατριώτες των και συχνά άρχιζαν εξεγέρσεις στο νησί (G. Niehbur, Reisen... Hamburg, 1837, III, σσ. 26-27, 20).

Προφανώς η φορολογική εξίσωση ή προσέγγιση των αποστατών με τους Χριστιανούς, που κρατούσε τους πρώτους στο καθεστώς Ραγιά αντί Μουσουλμάνου, ήταν η αιτία των αγροτικών εξεγέρσεων της εποχής αυτής. Το αγροτικό κίνημα του Χαλίλ Αγά στα 1765-1766, τυπικό αντι-Αγιανικό κίνημα, αποσκοπούσε στην απαλλαγή και των Τούρκων και των Ραγιάδων [=Χριστιανών και εξισλαμισμένων] από κάθε φόρο! Η ήττα του Χαλίλ έγινε δυνατή με τη συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων προυχόντων, και των επισκόπων, που με τα (νέα) προνόμια του 1754 απέκτησαν ξεχωριστή δύναμη, με την οποία κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τον Χατζημπακκή (βλέπε λήμμα Αβδούλ Χαμίτ και Κύπρος).

Μετά το ανάλογο κίνημα του Μαούρογλου στα 1768 και την εξέγερση των Αλβανών και Γενιτσάρων και ελληνικών φατριών στα 1799, κλασσικό αγροτικό κίνημα ήταν εκείνο των αρχών του Μαρτίου 1804 κ.ε., κατά το οποίο μάζες «Τούρκων», προφανώς Λινοβάμβακων, όπως στα 1766, και Ελλήνων χωρικών κυρίως από τη Μεσαορία, μπήκαν στη Λευκωσία και απαίτησαν από το δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο* να παρουσιάσει τα φερμάνια που καθόριζαν τις αυξήσεις στη φορολογία, για τις οποίες, όπως για τη σιτοδεία, διαμαρτυρήθηκαν έντονα και έβαλαν φωτιά (10 Μαρτίου 1804) στην είσοδο του κονακιού του. Έπειτα πολιόρκησαν τη Λευκωσία. Ενωμένοι Τούρκοι και Έλληνες προύχοντες και η Εκκλησία μετακάλεσαν στρατό (2.000) από τη Μικρά Ασία για την καταστολή της εξέγερσης (1804-1806) στην οποία υπήρξαν πολλά θύματα ανάμεσα στους Τούρκους, που προκάλεσαν πόλωση και ένταση του τουρκικού φανατισμού, εφόσον ο στρατός εκτελούσε σε τελευταία ανάλυση εντολές της ελληνικής ηγεσίας, γιατί αυτή τον πλήρωνε. Τα τεράστια χρέη που συνήψε τότε η Εκκλησία για τη συντήρηση του στρατού, βάρυναν κυρίως τους ραγιάδες αγρότες, από τους οποίους για επτά χρόνια παρακρατούσε ειδικό φόρο για τα χρέη (300.000 γρόσια κάθε χρόνο). Οι ζυμώσεις της περιόδου αυτής στην ύπαιθρο περιλαμβάνουν την εναλλαγή παράταξης από τους ποπαγιίτηδες, τους λεβέντες κ.ά. στρατιωτικές και παραστρατιωτικές ομάδες, που έδρευαν προπάντων στην ύπαιθρο, Σίντα, Βατιλή κ.α.

Οι σφαγές Ελλήνων κατά το 1821 ήταν έκφραση της αρπακτικότητας της άρχουσας τουρκικής ομάδας για περιουσίες, κυρίως στην ύπαιθρο (τσιφλίκια, περιβόλια, σπίτια κλπ.), περιουσίες των εκτελεσθέντων προκρίτων που καταγράφονται σε κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής και σε τουρκικό κατάστιχο που σώζεται στα κρατικά αρχεία Σόφιας. Οι βαριοί φόροι και οι ποικίλες πιέσεις ώθησαν πολλούς χωρικούς και αστούς προς τον εξισλαμισμό, ανάμεσά τους και τους Τσιγγάνους του νησιού, που από το 1823 καταβάλλουν τους φόρους των μέσω Μουσουλμάνων χαρατζάρηδων αντί Χριστιανών όπως προηγουμένως. Η προσπάθεια του κυβερνήτη Χαλίλ Σαΐντ στα 1830 να εισπράξει το καθυστερημένο χαράτζι, προκάλεσε τον φόνο του από τον λαό και των δυο κοινοτήτων. Η επανάληψη της προσπάθειας από τον διάδοχό του Εσσεγίντ στα 1831-1833 οδήγησε στη μεγαλύτερη κοινή εξέγερση Ελλήνων, Τούρκων και Λινοβάμβακων ραγιάδων, κυρίως αγροτών, με επικεφαλής τον Κυπριανό Θησέα* στη Λάρνακα, τον Ιωαννίκιο* Λαζίμανο Καλόγερο από τον Άγιο Ηλία Καρπασίας στην Καρπασία, και τον Γκιαούρ Ιμάμη* στην Πάφο, με επίδραση των ιδεών της ελληνικής Επανάστασης, και Γάλλων της «γ' τάξεως» που ζούσαν στη Λάρνακα. Ο αρχιεπίσκοπος Πανάρετος διαφώνησε με το κίνημα, που το θεώρησε ολέθριο για τον τόπο και τον λαό (C.P. Kyrris, 'Symbiotic Elements in the History of the Two Communities of Cyprus [1570-1878], Proceedings of the International Symposium on Political Geography, Nicosia, 1976,σσ. 127-166. Κυπριακός Λόγος V ΙΙΙ,46-47 Iούλ. - Οκτ. 1976, σσ. 243-282, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία. Του ιδίου, '' Ανατομία της Κυπριακής Τουρκοκρατίας", Διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου Ι, 'Η Ζωή στην Κύπρο τoν ΙΗ' και ΙΘ' Αιώνα, Λευκωσία, 1984, σσ. 66-82, κι άλλες εργασίες διαφόρων στον ίδιο τόμο. G. Hill. A History of Cyprus, IV, The Ottoman Province,  The British Colony. 1571-1948. C.U.P.. 1952).

Η ζωή στην ύπαιθρο τον 19ο αιώνα:  Η ζωή στην ύπαιθρο κατά τον 19ο αιώνα και η γεωργική παραγωγή περιγράφονται στις προξενικές εκθέσεις, από τις οποίες μαθαίνουμε και τα κύρια προϊόντα: δημητριακά, χαρούπια, κρασιά και οινοπνευματώδη, βαμβάκι, μετάξι, αλάτι, λάδι, σταφίδα, ξίδι, μαλλί, τυριά, αμπελοπούλια. Τα μέσα καλλιέργειας εξακολουθούσαν να είναι πρωτόγονα και η μόνη σημαντική πρόοδος ήταν το σύστημα εξάλειψης της ακρίδας που επινόησε ο Iταλοκύπριος Ρικάρντο Ματέι στα 1870. Το οδικό δίκτυο στην ύπαιθρο ήταν πρωτόγονο επίσης (πρβλ. και λήμμα Αβδούλ Αζίζ και Κύπρος). Το σύστημα της αγρανάπαυσης ήταν απαραίτητο για να υπάρξει παραγωγή σε ανεκτά επίπεδα. Η έκταση γης που κατείχαν οι πιο πολλοί γεωργοί ήταν μικρή, και τα μεγάλα αγροκτήματα ήσαν λίγα, η τοκογλυφία ήταν διαδεδομένη και η καλλιέργεια γινόταν από όλη την οικογένεια ή και συνεταιρικά με άλλες οικογένειες ή άτομα (πομισιαρκά), όπως και παλαιότερα, οπότε, όχι σπάνια, χωρικοί αναλάμβαναν την καλλιέργεια εκκλησιαστικής γης συνεταιρικά με την ενοριακή τους εκκλησία, στην οποία κατέβαλλαν ορισμένο μέρος της παραγωγής με συμφωνητικόν, ή και αγόραζαν κτήματα όλοι οι χωριανοί για την εκκλησία τους, ιδίως σε καιρούς δυσπραγίας. Στον συνεταιρισμό αυτό η εκκλησία κατέβαλλε τη γη και τα ζώα, οι χωρικοί την εργασία, ενώ σε άλλες συχνές συνεταιριστικές συμφωνίες με γαιοκτήμονες, οι τελευταίοι έδιναν τη γη, τον σπόρο και το χρήμα, και οι ακτήμονες γεωργοί την εργασία και τα βόδια, τα οποία όμως άλλοτε μπορούσαν να αγοραστούν από τους γεωργούς με δάνειο του γαιοκτήμονα που αποπλήρωναν με δόσεις. Υπήρχαν πολλοί ακτήμονες ημερομίσθιοι γεωργικοί εργάτες που προτιμούσαν το μεροκάματο από τον συνεταιρισμό, αλλά στατιστικά στοιχεία για την περίοδο της Tουρκοκρατίας δεν έχουμε. Τα άλογα και οι μούλες χρησιμοποιούνταν και (κυρίως) για γεωργικούς σκοπούς και για τη λειτουργία νερόλακκων για πότισμα (ανακατόλακκων) με το αλακάτι.

Η συμβολή των γυναικών: Ουσιαστική ήταν η συμβολή των γυναικών στις αγροτικές εργασίες: σπορά, θέρισμα, μάζεμα των καρπών, τυροποιία (συχνά συνεταιρική ανάμεσα σε ομάδα οικογενειών) κλπ., εκτός της αροτρίασης, πάντα με το γνωστό πανάρχαιο αλέτρι, που ήταν έργο των ανδρών. Αντίθετα προς ό,τι πιστεύεται, τα διαζύγια ανάμεσα στους αγρότες ήσαν αρκετά ή πολύ συχνά, όπως προκύπτει από πλήθος εγγραφές στα αρχιεπισκοπικά κατάστιχα. Η σκληρή δουλειά στα χωράφια, εκτός από το όμοια εξαντλητικό νοικοκυριό, συντελούσε στο να γερνούν πρόωρα οι Κύπριες ήδη από τα 30-35 τους, όπως μαρτυρούν πολλές πηγές (π.χ. ο W. Turner στα 1815: Cl. D. Cobham. Excerpta Cypria, 1908, σ. 428).

Η υφαντική στο σπίτι κι άλλες παρεμφερείς εργασίες των γυναικών (οι κότες, οι κατσίκες και τα πρόβατα στην αυλή ή στο χωράφι) ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε μεσαίου αυτάρκους αγροτικού νοικοκυριού ως τα μέσα του 20ου αιώνα, οπότε μικρές διαφορές παρουσιάζονται στην αγροτική ζωή σε σύγκριση προς εκείνη του 19ου και του 18ου αιώνα (βλ. B.J. Surridge, Επισκόπησις της εν Κύπρω Αγροτικής Ζωής, Λευκωσία, 1930), όπως κυρίως την παρουσιάζουν οι προξενικές εκθέσεις κ.ά. πηγές (Θεοδ. Παπαδόπουλλου, Προξενικά Έγγραφα του ΙΘ' Αιώνος, Λευκωσία, Κ.Ε.Ε., 1980. Hill, ε.α., IV. Ελ. Ράγκου στις Διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου 1, ε.α. σσ. 107-120).

 Τα πανηγύρια, οι γάμοι, οι λειτουργίες κ.τ.τ. ήσαν οι κυριότερες ευκαιρίες αναψυχής, ψυχαγώγησης και κοινωνικής επαφής ανάμεσα στους χωρικούς, που η ζωή τους ήταν, όπως και γενικά του μεσαιωνικού ανθρώπου (Εileen Power, Mediaeval People, 1924)σκληρή, δύσκολη, εναλλαγή υποχρεώσεων και αβεβαιοτήτων, με την υγεία τους έρμαιο των ασθενειών, χωρίς ιατρική περίθαλψη (που κι όταν άρχισε να προοδεύει στα μέσα του 19ου αι. κ.ε. εξυπηρετούσε βασικά τους εύπορους αστούς, ιδίως της Λάρνακας, όπου μαζεύονταν οι γιατροί για τις εκεί ξένες κοινότητες εμπόρων), βασιζόμενοι στα γιατροσόφια και στους πρακτικούς γιατρούς, στις ευχές και στις ευλογίες των ιερέων ή των χοτζάδων, που ήσαν κι αυτοί «σαρξ εκ της σαρκός» του αγροτικού πληθυσμού (βλ. Θ. Κάνθος στις Διαλέξεις...1, σσ. 189-221).

Κι όμως οι κλειστές αυτές αγροτικές κοινωνίες, που η οικογενειακή μονάδα τους στηριζόταν στο θεσμό της προίκας σαν προϋπόθεση επιβίωσης και προκοπής, ανέπτυξαν ένα σπουδαίο χειροτεχνικό κυρίως λαϊκό πολιτισμό, που εξέφραζε μια βαθιά, σιωπηρή σεμνή πνευματικότητα και μια δυνατή ψυχή, που πίστευε σε υψηλές παραδοσιακές αξίες. Πέρα από το μεροδούλι και την έγνοια της εξασφάλισης του επιούσιου, έγνοια μόνιμη για την πλειονότητα των Κυπρίων αγροτών ως πρόσφατα, λειτουργούσαν μέσα τους δυνάμεις και οράματα που οδηγούσαν σε σημαντικά πολιτιστικά επιτεύγματα. Και αυτά τα αλληλοπειράγματα και οι αλληλοχαρακτηρισμοί των χωρικών (βλ. Κ. Π. Κύρρης στον Κυπρ. Λόγο, Α' - Β', 1969-1970 και Χρ. Κυπριανού στη Λαογραφική Κύπρο) εκφράζουν ένα πλούτο ψυχικό και χιούμορ, καλόβολη ειρωνεία και σάτιρα, που ήταν και είναι το καθημερινό αλάτι της αγροτικής ζωής, συχνά στιχουργημένο από τους λαϊκούς ποιητάρηδες.

Τέλος, για να μη αναφερθούμε σε άλλες πλευρές της αγροτικής ζωής, σημειώνουμε ότι η αστικοποίηση αρκετών χωρικών στα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν παρουσίαζε γι' αυτούς ανυπέρβλητες δυσχέρειες, παρά τις τότε κακές συγκοινωνίες, που καθιστούσαν τις αποστάσεις μεγάλες. Π.χ. αρκετοί Αθηενίτες, Νεοχωρίτες κ.ά. μετέτρεψαν το επάγγελμα του αγωγιάτη, που ασκούσαν από τις αρχές της Τουρκοκρατίας, προπάντων μεταξύ Λάρνακας και Λευκωσίας, σε χρηματιστική και εμπορική ειδίκευση: χρησίμευαν ως μεσάζοντες για τη μεταφορά χρημάτων από τη μια στην άλλη πόλη, κέρδιζαν, κι έτσι κατέληξαν αυτοί και τα παιδιά τους σαράφηδες, έμποροι, δικηγόροι κ.τ.τ. στις πόλεις.