Οθωμανοκρατία

Η τουρκική κατάκτηση της Κύπρου

Image

Η Κύπρος κατακτήθηκε από τους  Οθωμανούς Τούρκους το 1570-71, επί ημερών του Οθωμανού σουλτάνου Σελίμ Β' (1566-1574). Ελέχθη κι εγράφη μάλιστα από διάφορους ότι ο Σελίμ Β', στον οποίο εδόθη το επίθετο Σαχρός = Μέθυσος), είχε αποφασίσει να κατακτήσει την Κύπρο εξαιτίας της μεγάλης φήμης των ωραίων κρασιών της (Hammer- Purgstall, Geschichte des Osmanischen Reiches, 1827-1835, vol. Ill, pp. 563-564). Ο Άγγελος Καλλέπιο (A. Calepio), πάλι, προσθέτει ότι ο σουλτάνος κατέκτησε την Κύπρο εξαιτίας και των φημισμένων γερακιών της (Falco eleonorae, γνωστά με τις ονομασίες μαυρομμάτης και φαρκόνιν) που χρησιμοποιούνταν σε κυνήγια ύστερα από εκπαίδευση. Αλλά ο Άγγελος Καλέπιο δίνει και άλλους, πιο πιθανούς, λόγους για τους οποίους ο σουλτάνος αποφάσισε την κατάκτηση της Κύπρου, όπως την εξοικονόμηση χρημάτων για το κτίσιμο του περίφημου τεμένους στην Αδριανούπολη, την εξασφάλιση των λιμανιών της Κύπρου για την ασφαλέστερη διεξαγωγή του εμπορίου με τη Συρία και την Αίγυπτο και την ασφαλέστερη μετάβαση των πιστών στη Μέκκα, ως επίσης και λόγω επηρεασμού του από ένα φανατικό μουφτή. Ο μουφτής επέμενε ότι ο σουλτάνος δεν ήταν δυνατό να κτίσει ένα τέμενος αν προηγουμένως δεν εκτελούσε μια επιτυχημένη επιχείρηση εναντίον των Χριστιανών απίστων και του υπενθύμιζε τα πολεμικά κατορθώματα προγενεστέρων σουλτάνων, όπως του Μωάμεθ Β' (κατακτητή της Κωνσταντινουπόλεως. Η τελική πολιορκεία της Πόλης αρχίζει στις 2 Απριλίου 1453), του γιου του Βαγιαζίντ, ακόμη και του δικού του πατέρα, του σουλτάνου Σουλεϊμάν (βλέπε Α. Calepio στο Excerpta Cypria του Cobham, 1908, pp. 125 κ.ε.).

 

Ο φανατικός μουφτής, που ήταν ο Abu Sa'ud el Amadi, υποστήριζε ότι το τζαμί της Αδριανουπόλεως (που σώζεται στη Θράκη και που, παρά τις προσδοκίες, δεν ξεπέρασε σε μεγαλοπρέπεια την Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως) δεν έπρεπε να κτιστεί με χρήματα των «πιστών» αλλά με χρήματα των «απίστων». Ο σουλτάνος πιεζόταν να χτυπήσει την Κύπρο κι από διάφορους πασάδες του, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δυο πασάδες που ηγήθηκαν τελικά της εκστρατείας, ως αρχηγοί του στρατού και του στόλου, αντιστοίχως οι Λαλά Μουσταφά και Πιαλή (βλέπε λήμμα Μεχμέτ Σοκόλοβιτς και Κύπρος).

 

Πάντως, πέρα από το γλυκό κυπριακό κρασί, τα κυνηγετικά γεράκια και τα άλλα, η κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς ήταν αναπόφευκτη γιατί οι Τούρκοι, ιδίως μετά την εξάπλωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τη Μικρά Ασία μέχρι τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την παρουσία της Βενετίας στην ανατολική Μεσόγειο σαν σφήνας στο σώμα της αυτοκρατορίας τους. Οι Βενετοί έπρεπε να απολέσουν την Κύπρο, γιατί αυτή ήταν δυνατό να καταστεί επικίνδυνη εστία των στόλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο και συνεπώς συνιστούσε απειλή. Και δεν φαίνεται να ήταν τυχαίο το ότι ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές της ιδέας για κατάκτηση της Κύπρου από τον σουλτάνο ήταν ο αρχιναύαρχός του (καπετάν πασάς) Πιαλή πασάς. Οι πιέσεις για διάφορους λόγους (θρησκευτικούς, οικονομικούς και άλλους) προς τον σουλτάνο ήταν επιπρόσθετοι και ενισχυτικοί. Δεν μπορεί, επίσης, ν' αγνοηθεί η φιλοδοξία του ιδίου του Σελίμ να επιτύχει ένα σημαντικό κατόρθωμα. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Σελίμ σχεδίαζε την κατάκτηση της Κύπρου αρκετά πριν ανέλθει στον θρόνο. Από το 1550 (16 χρόνια πριν ο Σελίμ γίνει σουλτάνος) οι αρχές της Βενετίας είχαν ειδοποιηθεί από τον Βενετό Βερνάρδο Ναβαγκέρο, που είχε επιστρέψει από την Κωνσταντινούπολη, ότι θα είχαν ν' αντιμετωπίσουν πόλεμο αν ο Σελίμ γινόταν σουλτάνος (πρβλ. George Hill, A History of Cyprus, vol. Ill, 1972, p. 879). Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι από τότε ο Σελίμ φανέρωνε τη φιλοδοξία του να επιτύχει κάποια σημαντική κατάκτηση, ότι συχνά συζητούσε το θέμα με ανθρώπους που έφθαναν ώς αυτόν από την Κύπρο ή και με Κυπρίους εξόριστους, κι ότι συγκέντρωνε κάθε είδους στρατιωτικές πληροφορίες για την Κύπρο και την ικανότητά της για άμυνα. Ο Μαρκαντώνιος Ντονίνι, διπλωματικός αξιωματούχος της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη, σημειώνει ότι ο Σελίμ είχε αποφασίσει οριστικά την κατάκτηση της Κύπρου από το 1562, δηλαδή 4 χρόνια πριν γίνει σουλτάνος (G. Hill, ο.π.π., όπου και παραπομπές στις πηγές).

 

Θα πρέπει επίσης να προστεθεί και το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι Κύπριοι, που υπέφεραν ιδιαίτερα υπό το σκληρό καθεστώς των (Χριστιανών) Βενετών, επανειλημμένα είχαν στείλει κρυφά εκπροσώπους τους στον σουλτάνο, προσκαλώντας τον να έλθει και να κατακτήσει την Κύπρο. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, σ. 275) γράφει χαρακτηριστικά ότι:

 

...Ἀνάμεσα εἰς τούς Κυπρίους τούς ἰδίους ἦτον ἕνα μέρος ἀρκετόν λαοῦ πολλά δυσαρεστημένον, ὁποῦ  ἐπεθύμει ἐναλλαγήν τῆς ἐξουσίας. Αὐτό ἦτον ἕνα πλῆθος, τό ὁποῖον παλαιόθεν εἶχον ὑποτάξη οἱ εὐγενεῖς τῆς Κύπρου, ὑποχρεωμένον εἰς σκλαβίαν, καί μάλιστα νά πληρώνῃ καί νά κυβερνᾷ τήν διωρισμένην καβαλλαρίαν διά τήν φύλαξιν τῶν αἰγιαλῶν. Οἱ Βενετζιάνοι γενόμενοι κύριοι τῆς Νήσου, ἄφησαν ἀχαλίνωτον τήν τυραννίαν τῶν ἀρχόντων, διά φόβον τῆς ἀποστασίας. Ὁ βεζίρης Μεεμέτ ἐπί τοῦ μπαΐλου Βραγαδίνου ἐφανέρωσεν αὐτῷ, πῶς ἀπό τήν Κύπρον ἦλθον δύο χωριάται μέ γράμματα, καί μέ γνώμην πολλῶν χωριανῶν παροίκων, διηγούμενοι τάς τυραννίας ὁποῦ  ὑπόφεραν, καί ὅτι ἐπεθύμουν νά ἐξουσιάζωνται ἀπό τόν σουλτάνον...

 

Οι δυο αυτοί Κύπριοι, εκπρόσωποι μεγάλης μερίδας λαού, που εστάλησαν στον σουλτάνο και ζήτησαν απ' αυτόν να κατακτήσει την Κύπρο, παραδόθηκαν από τους Τούρκους στον εκπρόσωπο της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη (τον βαΐλο Βίκτωρα Βραγαδίνο), κι εξαφανίστηκαν (προφανώς εκτελέστηκαν από τους Βενετούς). Το γεγονός, που αναφέρεται από τον Α. Calepio, συνέβη κατά το 1564 ή 1565 (όταν ο Βίκτωρ Βραγαδίνος ήταν βαΐλος στην Κωνσταντινούπολη). Μια δεύτερη παρόμοια περίπτωση αναφέρεται ότι συνέβη κατά το 1569. Πιθανώς υπήρξαν κι άλλες παρόμοιες μυστικές αποστολές Κυπρίων κι εκκλήσεις στον σουλτάνο, που δεν αποκαλύφθηκαν. Οι Τούρκοι γνώριζαν, πάντως, ότι ο λαός της Κύπρου ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος από την τυραννική κυριαρχία των Βενετών κι αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην περίπτωση ενός βενετοτουρκικού πολέμου στο νησί. Το ίδιο γνώριζαν και οι Βενετοί, που δεν εμπιστεύονταν τους Κυπρίους τους οποίους κι απέκλεισαν από στρατιωτικά καθήκοντα.

 

Όσα προηγήθηκαν του πολέμου. Οι τουρκικές προθέσεις και οι αντιδράσεις των Βενετών: Είναι γεγονός ότι οι Βενετοί, που διέθεταν ένα άρτιο δίκτυο κατασκόπων σ' ολόκληρη την Ανατολή, γνώριζαν καλά τις τουρκικές προθέσεις και τις βλέψεις τους για την Κύπρο που δεν ήταν, εξάλλου, καινούργιες. Ήδη από την εποχή του σουλτάνου Βαγιαζίντ Β'* (1481-1512), και πριν ακόμη αρχίσει η βενετική κυριαρχία (που άρχισε επίσημα το 1489), εκδηλώθηκαν καθαρά οι προθέσεις των Οθωμανών. Την άνοιξη του 1488 ο Βαγιαζίντ έστειλε τον στόλο του κατά της Αμμοχώστου με στόχο να την καταλάβει, αλλά η πόλη σώθηκε με την έγκαιρη επέμβαση του καιροφυλακτούντος ναυτικού των Βενετών. Αργότερα, το 1498, το 1499 και το 1500, ο στόλος του Βαγιαζίντ βρισκόταν τακτικά στα νερά της Κύπρου, ενώ το 1501 έγινε τουρκική επιδρομή στο νησί. Τον Οκτώβριο του 1501 ο Βαγιαζίντ ζήτησε, με ειδικό απεσταλμένο του, από τον Μαμελούκο σουλτάνο του Καΐρου Κανσούχ αλ-Κχούρι τη συγκατάθεσή του για να καταλάβει την Κύπρο. Ο Αιγύπτιος σουλτάνος αρνήθηκε, επειδή η Κύπρος ήταν φόρου υποτελής στον ίδιο, και κατέβαλλε σ' αυτόν ετήσιο υποτελικό φόρο. Λίγο αργότερα ο Βαγιαζίντ μπλέχτηκε σε άλλες πολεμικές περιπέτειες (κατά της Περσίας), οπότε συνήψε ειρήνη με τους Βενετούς (6.10.1503) και ξέχασε την Κύπρο.

 

Στη συνέχεια οι Αιγύπτιοι άρχισαν ν' απειλούν το βενετοκρατούμενο νησί της Κύπρου.   Όμως οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου ηττήθηκαν, το 1516 και το 1517, από τον Οθωμανό σουλτάνο Σελίμ Α' Γιαβούζ (Σκληρός), γιο και διάδοχο του Βαγιαζίντ. Ο Σελίμ Α' (1512-1520) ζήτησε λιμενικές διευκολύνσεις στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον των Μαμελούκων της Αιγύπτου, οι δε αξιωματούχοι του νησιού ζητούσαν εναγωνίως οδηγίες από τη Βενετία. Το ισοζύγιο των δυνάμεων των δυο σουλτάνων (Οθωμανού και Μαμελούκου της Αιγύπτου) επέτρεπε στους Βενετούς να ελίσσονται μεταξύ των δύο και να ισορροπούν με σχετική ευκολία στο τεντωμένο σχοινί.   Όμως η κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Σελίμ Α', το 1517, διαφοροποίησε ριζικά την κατάσταση. Δεν υπήρχε πλέον ισοζύγιο δυνάμεων, αλλά μια μόνη δύναμη Μουσουλμάνων που περιτριγύριζε την Κύπρο από τη Μικρά Ασία μέχρι τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο.

 

Οι Βενετοί θορυβήθηκαν βέβαια από την εξέλιξη αυτή, και με απεσταλμένους τους στον Σελίμ αντιμετώπισαν διπλωματικά τη νέα κατάσταση. Κατόρθωσαν να διασφαλίσουν τα εμπορικά τους προνόμια στην Αίγυπτο και να μη προκαλέσουν την προσοχή του σουλτάνου στην Κύπρο. Ο σουλτάνος φάνηκε διαλλακτικός και απαίτησε όπως ο κυπριακός ετήσιος φόρος που στελνόταν στο Κάιρο καταβάλλεται πλέον στην Κωνσταντινούπολη, πράγμα που έγινε. Αργότερα ο σουλτάνος έθεσε διάφορες αξιώσεις σχετικές με την Κύπρο (όπως για παράδειγμα να του αποστέλλεται καλής ποιότητας κίτρινο κυπριακό μετάξι) που ικανοποιήθηκαν.

 

Ο διάδοχος του Σελίμ Α', ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β' ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566), αγνόησε εντελώς την Κύπρο, ασχολούμενος με άλλες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις κι επεκτείνοντας την αυτοκρατορία του σε Ανατολή και Δύση. Επί των ημερών του η Οθωμανική αυτοκρατορία έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της (περιλαμβανομένων των τεχνών). Μεταξύ των συνεχών πολέμων του Σουλεϊμάν ήταν η κατάπνιξη εξέγερσης στη Δαμασκό (1520), η κατάληψη του Βελιγραδίου (1521), η κατάληψη της Ρόδου (1522), η κατάπνιξη επανάστασης στην Αίγυπτο (1524), εκστρατεία στην Ουγγαρία και ήττα των Ούγγρων (1526), εκστρατεία στην Αυστρία (1532), κατάληψη της Βαγδάτης (1534), ήττα των Οθωμανών στην Τύνιδα από τον βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο Ε' (1535), πολιορκία της Κέρκυρας που ανθίσταται με επιτυχία (1537), νίκη κατά του βενετοΐσπανικού στόλου κοντά στην Πρέβεζα (1538), κατάληψη του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας (1540), εκστρατεία κατά της Ουγγαρίας (1541) και ενσωμάτωσή της στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1543), εισβολή στην Τρίπολη της Λιβύης (1551), νίκη κατά του ισπανικού στόλου στο Αλγέρι (1552), κατάληψη της Τρίπολης της Λιβύης (1556), απόκρουση των Ισπανών στην Τρίπολη (1560), αποτυχημένη πολιορκία της Μάλτας (1564-1565), πόλεμος στην Ουγγαρία (1566) και θάνατος του Σουλεϊμάν. Όλα αυτά τα πολεμικά γεγονότα, που στα ενδιάμεσά τους υπογράφονταν διάφορες συνθήκες ειρήνης με τους Ευρωπαίους, κράτησαν μόνιμα την προσοχή των Οθωμανών μακριά από την Κύπρο. Μάλιστα κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του ο Σουλεϊμάν Β' είχε ν' αντιμετωπίσει και την εμφύλια διαμάχη μεταξύ των γιων του, η οποία τελικά έφερε στον θρόνο τον τριτότοκο από τους γιους του, τον Σελίμ Β', κατακτητή της Κύπρου.

 

Ο Σελίμ Β' (1566-1574) είχε λιγότερες ικανότητες από τον πατέρα του, και λιγότερες επιτυχίες. Κατέκτησε τη Χίο, σταθεροποίησε την οθωμανική κυριαρχία στη Μολδαβία και στη Βλαχία, εξουδετέρωσε εξέγερση στην Υεμένη. Σημαντικότερη επιτυχία του ήταν η κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71. Ο στόλος του έπαθε όμως πανωλεθρία και καταστράφηκε ολοσχερώς από τις ενωμένες Χριστιανικές δυνάμεις στη ναυμαχία του Λεπάντε (Ναυπάκτου) το 1571.   Όμως σε πολύ σύντομο χρόνο δημιούργησε νέο στόλο και η Βενετία αναγκάστηκε ν' αναγνωρίσει την οθωμανική κυριαρχία στη Μεσόγειο και να υπογράψει ειδική συνθήκη (1573).

 

Οι επιτυχίες αυτές των Οθωμανών οφείλονταν ως ένα μεγάλο βαθμό στις ικανότητες του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ Σοκόλοβιτς, ο οποίος σχετίστηκε και με την όλη υπόθεση της τουρκικής κατάκτησης της Κύπρου (βλέπε γι' αυτόν χωριστό λήμμα).

 

Όταν στις 17 Φεβρουαρίου 1568 υπογράφτηκε συνθήκη που έθετε τέρμα στον Ουγγρικό πόλεμο, ήταν πλέον καθαρό ότι επόμενος στόχος των Οθωμανών θα ήταν η Κύπρος. Οι συνεχείς αναφορές των Βενετών πρακτόρων που έφθαναν στην ίδια τη Βενετία υπογράμμιζαν τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε την Κύπρο.

 

Στην ίδια την Κύπρο οι Βενετοί είχαν πάρει όλα τα μέτρα άμυνας που έκριναν ως απαραίτητα. Και που δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικά (με εξαίρεση την Αμμόχωστο) ή και καθόλου έγκαιρα (για παράδειγμα οι νέες οχυρώσεις της Λευκωσίας, αυτές που σώζονται ως σήμερα, άρχισαν μόλις το 1567 και δεν είχαν συμπληρωθεί όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τους Τούρκους το καλοκαίρι του 1570). Υπήρξαν διαφορετικές γνώμες των ειδικών που κατά καιρούς στέλνονταν στην Κύπρο. Άλλοι υποστήριξαν ότι έπρεπε να οχυρωθεί η Λάρνακα, άλλοι υποστήριξαν ενίσχυση της Κερύνειας, άλλοι εγκατάλειψή της. Οι Βενετοί δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να δαπανήσουν μεγάλα ποσά για οχύρωση της Κύπρου ολόκληρης, ούτε να επιστρατεύσουν μεγαλύτερους αριθμούς πολεμιστών. Ταυτόχρονα δεν εμπιστεύονταν τους ίδιους τους Κυπρίους, που υπέφεραν κάτω από την τυραννική τους διακυβέρνηση, και τους οποίους απέκλεισαν από τη στρατιωτική υπηρεσία (πλην ελαχίστων ντόπιων, βασικά αστών και ευγενών, και των ανδρών τους). Έτσι, μη μπορώντας να επανδρώσουν ικανοποιητικά τα διάφορα φρούρια, οι Βενετοί ανατίναξαν και γκρέμισαν αρκετά απ' αυτά (Αγίου Ιλαρίωνος, Βουφαβέντο, Καντάρας, Λεμεσού, Πάφου κλπ.), για να μη καταληφθούν και χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό. Ουσιαστικά η άμυνά τους περιορίστηκε στον άξονα Αμμοχώστου-Λευκωσίας-Κερύνειας, κι ενισχύθηκαν σημαντικά οι οχυρώσεις των πόλεων αυτών (με ανέγερση εντελώς νέων οχυρώσεων στη Λευκωσία). Οι δυνατότητες άμυνας σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της Κύπρου ήταν ανύπαρκτες, η δε αντιμετώπιση των εισβολέων ανατέθηκε σε διακινούμενες μονάδες ιππικού και πεζικού, που κι αυτές ήταν αριθμητικά ανεπαρκείς.

 

Φαίνεται ότι η Βενετία προτίμησε, αντί να σπαταλήσει μεγάλα ποσά χρημάτων για εκτέλεση αμυντικών έργων στην Κύπρο, να στείλει στο νησί στρατό και στόλο όταν θα παρίστατο ανάγκη. Και πράγματι, όταν άρχισε η τουρκική επίθεση, ετοιμάστηκε μεγάλη εκστρατεία για την Κύπρο, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.   Όμως η εκστρατεία αυτή απεδείχθη ολότελα ανεπιτυχής. Οργανώθηκε κακά, ξεκίνησε πολύ αργά, κατέληξε σε διαφωνίες και καβγάδες μεταξύ των αρχηγών της, περιπλανήθηκε αρκετά στις θάλασσες, έφθασε μέχρι την Κρήτη και τελικά διαλύθηκε. Λίγοι μόνο από τους συμμετέχοντες απεδείχθησαν αρκετά γενναίοι ώστε να συνεχίσουν και να φθάσουν στην Κύπρο, όπου όμως δεν μπόρεσαν να διαφοροποιήσουν την κατάσταση. Αλλά και στην ίδια την Κύπρο εκδηλώθηκαν διχογνωμίες και σοβαρές φιλονικίες μεταξύ των Βενετών αρχηγών (ιδίως μεταξύ του Νικολάου Δάνδολο, τοποτηρητή και επικεφαλής της άμυνας της Λευκωσίας που χαρακτηρίστηκε ως ανίκανος και δειλός, και του Αστόρρε Βαγλιόνε, του γενναίου υπερασπιστή της Αμμοχώστου). Οι καβγάδες και η σύγχυση συνέβαλαν στην εξασθένιση της άμυνας της Κύπρου.

 

Για τα δραματικά γεγονότα του βενετοτουρκικού πολέμου στην Κύπρο, την ήττα των Βενετών και την τουρκική κατάκτηση του νησιού, έχουμε αρκετές μαρτυρίες και μάλιστα από ανθρώπους που έζησαν τον πόλεμο, όπως ο Φαμπριάνο Φαλκέττι, ο Ιωάννης Σωζόμενος, ο Τζιάκομο Ντιέντο, ο Πάολο Παρούτα, ο Άγγελος Γάττος, ο Άγγελος Καλλέπιο. Υπάρχουν, επίσης, αρκετές άλλες μαρτυρίες από άλλες πηγές κι από τα αρχεία της Βενετίας.

 

Οι σημαντικότερες πολεμικές αναμετρήσεις ήταν δύο: η πολιορκία της πρωτεύουσας Λευκωσίας, που διήρκεσε 44 ημέρες, και η πολιορκία της άριστα οχυρωμένης Αμμοχώστου που η γενναιότητα των υπερασπιστών της την έκανε ν’ αντέξει 11 ολόκληρους επικούς μήνες. Ωστόσο για τις δυο αυτές πολεμικές επιχειρήσεις δεν γίνεται εδώ λεπτομερής περιγραφή, γιατί τέτοια περιγραφή γίνεται στα σχετικά κεφάλαια των δυο λημμάτων για τις αντίστοιχες πόλεις, όπου και παραπέμπουμε.

 

Πριν επιχειρήσει την εκστρατεία στην Κύπρο, ο σουλτάνος Σελίμ Β' έστειλε επιστολή στη Βενετία και με υπεροπτικό και προκλητικό ύφος απαιτούσε να του εκχωρηθεί η Κύπρος, διαφορετικά θα την έπαιρνε με το σπαθί του (βλέπε κείμενο της επιστολής στο σχετικό λήμμα για τον σουλτάνο αυτόν). Η Βενετία πήρε την επιστολή στο τέλος του Μαρτίου του 1570, οπότε και θορυβήθηκε και εξοργίστηκε. Αρνήθηκε βέβαια να παραδώσει την Κύπρο αλλά προσπάθησε ν' αντιδράσει ψύχραιμα, επικαλούμενη συνθήκη ειρήνης που λίγο πιο πριν είχε υπογραφεί. Αλλά ο Σελίμ ετοίμαζε κιόλας το εκστρατευτικό του στράτευμα στο οποίο ετέθησαν επί κεφαλής ο Λαλά Μουσταφά πασάς (αρχηγός στρατού ξηράς) και ο Πιαλή πασάς (αρχηγός στόλου). Και οι δύο αυτοί πασάδες ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του πολέμου κατά της Κύπρου και προσωπικοί εχθροί του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ ΣοκόλοβιτςΣόκολλι) που αντιτασσόταν στον πόλεμο αυτό. Ταυτόχρονα, και οι δυο βαρύνονταν με την πολεμική αποτυχία του 1565, γιατί είχαν πάρει μέρος, ο ένας ως αρχιστράτηγος κι ο άλλος ως ναύαρχος, στην ολέθρια για τους Τούρκους εκστρατεία κατά της Μάλτας, κι είχαν μάλιστα περιπέσει για λίγο σε δυσμένεια. Θεωρούσαν και οι δυο σχετικά εύκολη την επιχείρηση κατά της Κύπρου και πιθανώς προσπαθούσαν να εξιλεωθούν για την αποτυχία του 1565.

 

Ο Σελίμ είχε πάρει από καιρό την απόφαση κατάκτησης της Κύπρου (όπως ανεφέρθη πιο πάνω) αλλ' ανέμενε την κατάλληλη ευκαιρία. Σαν τέτοια θεωρήθηκε μια μεγάλη έκρηξη που σημειώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1569 στον ναύσταθμο της Βενετίας (πιθανώς έργο εμπρηστών) που κατέστρεψε τεράστιες ποσότητες πολεμικών εφοδίων των Βενετών. Η Πύλη θεώρησε ότι η Βενετία βρισκόταν σε δυσχερή θέση (από άποψη στρατιωτική) και διέταξε την έναρξη των προετοιμασιών για την εκστρατεία. Οι προετοιμασίες δεν διέφυγαν της προσοχής του εκπροσώπου της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη Μαρκαντώνιου Βάρβαρου που ειδοποίησε αμέσως τη Βενετία, η οποία όμως δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην προειδοποίηση. Κατά τους πρώτους μήνες του 1570 οι προθέσεις των Τούρκων έγιναν σαφέστερες. Στην Κύπρο οι Βενετοί αξιωματούχοι πραγματοποίησαν μυστική διαβούλευση στο χωριό Άσσια τη νύχτα της 15 Απριλίου 1570 ενώ λίγο αργότερα έφθασε και στην Κύπρο αντίγραφο της επιστολής του Σελίμ προς τη Δημοκρατία της Βενετίας, με την οποία αξίωνε την παράδοση της Κύπρου, οπότε εντάθηκαν οι πολεμικές προετοιμασίες.

 

Ο στρατός του Λαλά Μουσταφά (που είναι γνωστός και ως Καρά Μουσταφά [καρά=μαύρος] λόγω της αραβοσυριακής καταγωγής του) διέσχισε κατά πλάτος τη Μικρά Ασία και συγκεντρώθηκε στα παράλια της Ανατολίας, απ' όπου τα καράβια του Πιαλή πασά τον μετέφεραν στην Κύπρο κατά τις πρώτες μέρες του Ιουλίου (2-3 Ιουλίου) του 1570.

 

Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Λαλά Μουσταφά που κατέκτησαν την Κύπρο δεν είναι επακριβώς γνωστές. Σύμφωνα με τον Μοροζίνι αρχικά αποβιβάστηκαν στο νησί 20.000 πεζοί και 3.000 ιππείς. Από διάφορες πηγές συνάγεται ότι η ολική δύναμη που πολιόρκησε και κατέλαβε τη Λευκωσία (στρατιώτες, τεχνικοί, βοηθητικοί κλπ.) ανερχόταν στις 100.000 άνδρες περίπου. Ο Α. Γάττος λέγει ότι στην Αμμόχωστο ο Λαλά Μουσταφά διέθετε συνολικά 297.000 άνδρες (250.000 πεζοί, 7.000 ιππείς και 40.000 σκαπανείς, βοηθητικοί και άλλοι). Αν υποθέσουμε ότι στην Αμμόχωστο συγκεντρώθηκε σχεδόν το σύνολο των τουρκικών δυνάμεων, μπορούμε να υπολογίσουμε ότι στην εκστρατεία κατά της Κύπρου πήραν μέρος περί τους 300.000 άνδρες, εκτός από τις ναυτικές δυνάμεις. Μερικές πηγές μιλούν για ένα σύνολο 200.000 ανδρών (G. Hill, A History of Cyprus, vol. Ill, 1972, p. 962). Αλλ' οπωσδήποτε ανάμεσα στους επιτιθέμενους πρέπει να υπολογιστούν και τα δυσαρίθμητα μπουλούκια πειναλέων Τούρκων που είχαν σπεύσει στην Κύπρο για να λάβουν μέρος στη λεηλασία και στο κέρδος, ορμώμενοι από τη Μικρά Ασία και τη Συρία, μάλιστα με πρόσκληση του ίδιου του Λαλά Μουσταφά.

 

Θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι ο αριθμός των επιτιθέμενων Τούρκων δεν ήταν σταθερός αλλά κυμαινόταν μεταξύ 200.000 και 300.000 (ο ίδιος ο Λαλά Μουσταφά είπε ότι μόνο μπροστά στα τείχη της Αμμοχώστου απώλεσε 80.000 άνδρες!).

 

Έναντι αυτού του στρατού, στην Αμμόχωστο αντιστάθηκαν περί τις 8.000 άνδρες και στη Λευκωσία περί τις 13.000. Δεν ήταν όμως όλοι έμπειροι πολεμιστές. Αντίθετα, αρκετοί είχαν στρατολογηθεί από τους ευγενείς της Κύπρου κι άλλοι ήταν πολίτες που έσπευσαν να υπερασπιστούν τις πόλεις και τις ιδιοκτησίες τους, και βέβαια τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Μερικές πηγές ανεβάζουν τους υπερασπιστές της Λευκωσίας στις 16.000, εκ των οποίων μόνο οι 6.500 ήταν εκπαιδευμένοι στρατιώτες. Πολύ λιγότερες δυνάμεις διέθετε η Κερύνεια. Δεδομένου ότι αρκετοί διαφυγόντες από τη Λευκωσία (μετά την άλωσή της) ενίσχυσαν την άμυνα της Αμμοχώστου στην οποία κατέφυγαν, και νοουμένου ότι αυτοί θα πρέπει ν' αφαιρεθούν από τον ολικό αριθμό των 8.000 που τελικά υπεράσπισαν την πόλη αυτή, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έναντι των 200.000 έως 300.000 Τούρκων οι Βενετοί παρέταξαν μια δύναμη γύρω στις 20.000 άνδρες ή και λιγότερους. Σ' αυτό τον αριθμό θα πρέπει να προστεθούν και μερικές χιλιάδες φραγκομάτοι (= Κύπριοι ελεύθεροι χωρικοί) και άλλοι που επιστρατεύθηκαν, αλλά που δεν ήταν ικανοί ούτε κι εκπαιδευμένοι στα όπλα. Περισσότερο χρησιμοποιήθηκαν για να στέκονται απλώς στις ακτές και στους λόφους ώστε να φαίνεται ότι δήθεν υπήρχε πλήθος πολεμιστών. Στους υπερασπιστές της Κύπρου περιλαμβάνονταν, εκτός από τους Ιταλούς, και επιστρατευμένοι Κύπριοι (σε μικρούς όμως αριθμούς αφού, όπως ελέχθη και πιο πριν, οι Βενετοί δεν εμπιστεύονταν τον λαό που δεν τον στράτευσαν και που, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε ιδέα από όπλα κι οπλοχρησία) και άλλοι μισθοφόροι, όπως   Έλληνες και Αλβανοί.

 

Οι πρώτες μικρές συγκρούσεις έγιναν στα παράλια, ιδίως στα παράλια της Πάφου, όπου οι Τούρκοι αποβίβασαν τις πρώτες σχετικά μικρές δυνάμεις τους, οι οποίες όμως αποκρούστηκαν κι εκδιώχθηκαν από τους ελάχιστους ιππείς των βενετσιάνικων δυνάμεων, που διέτρεχαν τις ακτές. Από κακή συνεννόηση, όμως, δεν υπήρχε ικανός αριθμός πολεμιστών για ν' αντιμετωπίσει την απόβαση του κύριου όγκου των τουρκικών δυνάμεων, που έγινε στην περιοχή των Αλυκών (σημερινή Λάρνακα) στις 3 Ιουλίου του 1570. Απ' εκεί ο Λαλά Μουσταφά έστειλε ένα τυφλό καλόγερο, που συνελήφθη, στη Λευκωσία με γράμμα του που ζητούσε από τις βενετικές αρχές να του παραδώσουν την πρωτεύουσα του νησιού. Απάντηση όμως δεν πήρε, κι ύστερα από σκέψη αποφάσισε να χτυπήσει κατ' ευθείαν πρώτα στη Λευκωσία, στην οποία είχαν αναδιπλωθεί στο μεταξύ και οι διάφορες βενετσιάνικες φρουρές από άλλα μέρη του νησιού. Ωστόσο μετά την περιοχή της Λάρνακας κατελήφθησαν αμαχητί κι αρκετά άλλα μέρη της Κύπρου. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις Κύπριοι χωρικοί παραδόθηκαν αμέσως στους Τούρκους αποκηρύσσοντας την κυριαρχία των Βενετών. Στις πηγές αναφέρεται ότι ένα τέτοιο γεγονός έγινε στα Λεύκαρα, όπου λίγο αργότερα έφθασε το ιππικό των Βενετών και τιμώρησε το χωριό για την υποταγή του, σκοτώνοντας μάλιστα πολλούς κατοίκους του, για παραδειγματισμό, πριν αποχωρήσει.

 

Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο το επεισόδιο αυτό στα Λεύκαρα, που μάλιστα αμφισβητείται από νεότερους ιστορικούς.   Όμως πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα με το πραγματικό τους πρόσωπο και στο πλαίσιο των συνθηκών της εποχής τους. Και είναι γεγονός ότι οι Κύπριοι χωρικοί είχαν υποφέρει τα πάνδεινα από τους Βενετούς, κι ασφαλώς πολλοί απ' αυτούς δεν είχαν λόγους να τους συμπαρασταθούν. Αρκετοί μάλιστα ίσως να έβλεπαν με κάποια ικανοποίηση την αλλαγή, ελπίζοντας προς το καλύτερο - αφού δεν υπήρχε χειρότερο. Αντιπροσωπείες τους, εξ άλλου, είχαν σταλεί πιο πριν κι επανειλημμένα στην Πύλη, ζητώντας από τον σουλτάνο να καταλάβει την Κύπρο, όπως εξηγήθηκε και πιο πάνω. Το φαινόμενο αυτό, της αρνητικής στάσης των χωρικών έναντι της κρατούσας δύναμης, παρατηρήθηκε και σε άλλες χώρες όταν αυτές κατακτήθηκαν από τους Τούρκους κι όπου οι ντόπιοι πληθυσμοί είχαν απελπιστεί από την πολύχρονη καταπίεση των Ευρωπαίων. Αλλά ακόμη κι αν ήθελαν ν' αντισταθούν οι χωρικοί της Κύπρου πώς ήταν δυνατό να κάνουν κάτι τέτοιο; Ούτε οργανωμένοι ήταν, ούτε μέσα άμυνας διέθεταν, ούτε αρχηγούς, ούτε τείχη, ούτε οπλισμό. Οι λιγοστοί χωριάτες του κάθε χωριού ή φέουδου πώς ήταν δυνατό να προβάλουν αντίσταση στον πολυάριθμο στρατό του Λαλά Μουσταφά; Το μόνο που θα κατόρθωναν ήταν να κατασφαγούν όλοι.

 

Έτσι, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, ο στρατός του Λαλά Μουσταφά βάδισε προς τη Λευκωσία όπου κι έφθασε στις 25 Ιουλίου του 1570. Ακολούθησε πολιορκία της πόλης, που τελικά αλώθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570 (για τα γεγονότα της πολιορκίας και άλωσης της Λευκωσίας βλέπε στο σχετικό κεφάλαιο του λήμματος για την πόλη). Εδώ επαναλαμβάνουμε απλώς ότι από καταγραφή που έγινε όταν άρχισε η πολιορκία, βρέθηκε ότι μέσα στην πόλη βρίσκονταν συνολικά 56.500 άτομα (κάτοικοι, άλλοι άμαχοι και πολεμιστές). Απ' αυτούς έχασαν τη ζωή τους γύρω στις 20.000. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας δεν έλειψαν οι έριδες μέσα στην πόλη, ούτε κι ο θρησκευτικός φανατισμός. Σε μια περίπτωση έγινε έρανος για ανέγερση ναού αφιερωμένου στην Παναγία, προκειμένου να σωθεί η πόλη, αλλ' επειδή ο ναός που θα κτιζόταν θα ήταν λατινικός, οι Ορθόδοξοι αρνήθηκαν να συνεισφέρουν.

 

Την άλωση της Λευκωσίας ακολούθησε λεηλασία της που κράτησε τρεις μέρες. Στη συνέχεια ο Λαλά Μουσταφά εστράφη προς την Κερύνεια, αλλά δεν χρειάστηκε να τη χτυπήσει. Μετά τη πτώση της πρωτεύουσας, οι υπερασπιστές της Κερύνειας αποφάσισαν να την παραδώσουν στον αρχηγό των Τούρκων, κι αυτό έκαναν.

 

Η Λεμεσός και η Πάφος, όπως και η υπόλοιπη Κύπρος, δεν διέθεταν ούτε τις στοιχειώδεις οχυρώσεις και δεν πρόβαλαν αντίσταση. Έμενε η ισχυρή Αμμόχωστος, στην οποία κατέφυγαν κι αρκετοί πολεμιστές που σώθηκαν μετά τη πτώση της Λευκωσίας κι είχαν διαφύγει στα βουνά. Άλλοι πάλι κατέβηκαν από τα βουνά και παραδόθηκαν στους Τούρκους.

 

Ο Λαλά Μουσταφά έστρεψε όλες του τις δυνάμεις κατά της Αμμοχώστου και ζήτησε από τους υπερασπιστές της να του την παραδώσουν. Οι αρχηγοί της άμυνας της Αμμοχώστου, οι ηρωικότερες μορφές του πολέμου, Αστόρρε Βαγλιόνε και Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, απάντησαν περήφανα και αρνητικά. Η πόλη άντεξε μια σκληρότατη πολιορκία 11 ολόκληρων μηνών, που περιγράφεται στο λήμμα Αμμόχωστος. Καθ' όλη αυτή τη μακρά πολιορκία και επική αντίσταση, οι υπερασπιστές της ανέμεναν -μάταια- τη βοήθεια από την Ευρώπη. Τελικά η πόλη δεν αλώθηκε αλλά παρεδόθη ύστερα από συμφωνία κι αφού εξαντλήθηκε και το τελευταίο εφόδιο και πολεμοφόδιο των υπερασπιστών της.

 

Είναι γνωστό ότι μετά την παράδοση της πόλης στις 5 Αυγούστου του 1571, ο Λαλά Μουσταφά δεν κράτησε τον λόγο του, αλλ' αντίθετα σκότωσε τους αρχηγούς κι άλλους αξιωματούχους της αντίστασης, μάλιστα μερικούς μετά από φοβερά βασανιστήρια, ενώ η ίδια η πόλη λεηλατήθηκε άγρια.

 

Τη μεγαλειώδη αντίσταση και θυσία της Αμμοχώστου αισθάνθηκε έντονα η χριστιανική Ευρώπη. Ποιητές και καλλιτέχνες ύμνησαν με πολλούς τρόπους τον αγώνα της. Η συγκίνηση, εξ άλλου, που προκλήθηκε στην Ευρώπη συσπείρωσε τις χριστιανικές δυνάμεις που τελικά κινήθηκαν κι ο ενωμένος στόλος τους κατέστρεψε ολοκληρωτικά τον οθωμανικό στόλο στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (7 Οκτωβρίου 1571). Όταν μάλιστα ο Λαλά Μουσταφά επέστρεψε από την Κύπρο νικητής στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο, δεν έγινε δεκτός με θριαμβευτικές τελετές, όπως ανέμενε. Γιατί τους πανηγυρισμούς για την κατάληψη της Κύπρου διαδέχθηκαν οι οδυρμοί για τις φοβερές απώλειες στη Ναύπακτο. Σχεδόν κάθε τουρκική οικογένεια της Πόλης είχε κι ένα ή περισσότερους νεκρούς που θρηνούσε (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image