Τουρκοκρατία

Ο χαρακτήρας της οθωμανικής διακυβέρνησης (φορολογία-πληθυσμός–κοινωνία- οικονομία).

Image

Οι περίοδοι της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας δεν ήταν περίοδοι ευημερίας για τον κυπριακό λαό. Αντίθετα, με την εφαρμογή του φεουδαρχικού συστήματος, οι περισσότεροι Κύπριοι είχαν περιπέσει στη χαμηλότερη βαθμίδα της φεουδαρχικής κοινωνίας, την τάξη των δουλοπάροικων, και ετύγχαναν μιας ανηλεούς εκμετάλλευσης από τους Ευρωπαίους ευγενείς τιμαριούχους και τις ξένες διοικήσεις που τους επεβλήθησαν. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Βενετοκρατίας μερικοί τουλάχιστον Κύπριοι είχαν στρέψει τις ελπίδες τους προς την ανερχόμενη τότε Οθωμανική αυτοκρατορία για απαλλαγή τους από την άθλια κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει. Οι ελπίδες τους αυτές, όταν η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, άρχισαν πολύ γρήγορα να κλονίζονται και να αντικαθίστανται από την απογοήτευση και την απόγνωση, παρά τις εξαγγελθείσες από την αρχή της Τουρκοκρατίας, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες, προθέσεις του σουλτάνου και της Πύλης για βελτίωση της τύχης τους.

 

Μερικά μέτρα που ελήφθησαν κατά καιρούς είχαν ευνοϊκό αντίκτυπο για τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού. Το πρώτο απ' αυτά τα μέτρα ήταν η αποδέσμευση των Κυπρίων δουλοπάροικων από τους πρώην φεουδάρχες κυρίους τους και η παραχώρηση σ' αυτούς του δικαιώματος να αποκτούν γη χωρίς να έχουν πλήρη κυριότητα πάνω σ' αυτή (αυτό το δικαίωμα παραχωρήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας), αλλά να μπορούν να τη μεταβιβάζουν στους κληρονόμους τους.

 

Το δεύτερο ήταν η αποκατάσταση της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που επί Φραγκοκρατίας και Βενετοκρατίας ήταν υποδουλωμένη στη Λατινική Εκκλησία. Η αποκατάσταση αυτή συνοδεύτηκε με τη σταδιακή ανάκτηση πολλών περιουσιακών της στοιχείων, όπως ναών, μοναστηριών, κτιρίων και κτημάτων και με την ενίσχυση του ρόλου της στην εκπροσώπηση των ραγιάδων Ελλήνων απέναντι στην Πύλη και την τοπική διοίκηση. Η Πύλη, σε μια προσπάθειά της να ανακόψει τις αυθαιρεσίες των τοπικών διοικητικών της οργάνων εις βάρος των υπόδουλων Χριστιανών, αναγνώρισε τον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου το 1641 ή το 1660 ή το 1669 σαν τον εκπρόσωπο των Ελλήνων Κυπρίων με το δικαίωμα να απευθύνεται προς τις τοπικές αρχές, αλλά και προς την ίδια την Πύλη και τον σουλτάνο, όταν καταπιεζόταν ο πληθυσμός ή παραβιάζονταν τα θρησκευτικά δικαιώματα των Χριστιανών ραγιάδων. Πολλές φορές η παρέμβαση του αρχιεπισκόπου και των επισκόπων προς την Πύλη έφερνε θετικά αποτελέσματα, ταυτόχρονα δε έδινε στην Κυπριακή Εκκλησία μεγαλύτερη δύναμη και κύρος έναντι της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Όταν αργότερα μάλιστα δόθηκε στην Εκκλησία το δικαίωμα να κατανέμει τη φορολογία σε συνεργασία με τον δραγομάνο του σεραγίου- τον οποίο πρότεινε η ίδια και διόριζε ο σουλτάνος- να συγκεντρώνει τις εισπράξεις και να τις καταθέτει στη διοίκηση, η δύναμή της αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, τόσο ώστε να προκαλεί τον φθόνο και την αντίδραση της τοπικής μουσουλμανικής διοίκησης, που κατάφερε πρώτα να εξουδετερώσει τον πανίσχυρο δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο* το 1804-1809 και λίγο αργότερα και τον αρχιεπίσκοπο και εθνομάρτυρα Κυπριανό*, τους αρχιερείς και τους προύχοντες με τις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821.

 

Ένα τρίτο θετικό μέτρο για τους   Έλληνες Κυπρίους ήταν η διατήρηση ορισμένων θεσμών, όπως των αρχών τοπικής διοίκησης (δημογερόντων, κοτζαμπάσηδων) και η εισαγωγή κάποιων άλλων απλών δικαιωμάτων περιορισμένης συμμετοχής με εκλεγμένους εκπροσώπους (ύστερα από μια σχετικά πολύπλοκη διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι εξέλεγαν διπλάσιο ή τριπλάσιο αριθμό εκπροσώπων και ο διοικητής διόριζε απ' αυτούς εκείνους που προτιμούσε) στην τοπική διοίκηση, στα συμβούλια των γερόντων ή τις δημογεροντίες, και, μετά την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων του 19ου αιώνα, στο Μεγάλο Συμβούλιο της Λευκωσίας, στα επαρχιακά διοικητικά συμβούλια, στα δικαστήρια και στα υποτυπώδη δημαρχεία. Οι μεταρρυθμίσεις εκείνες είχαν γίνει ύστερα από παραστάσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας προς την Πύλη σε μια προσπάθειά τους να συμβάλουν στην ενίσχυση της παρακμάζουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την απάλειψη ορισμένων βασικών αιτίων που προκαλούσαν αντιδράσεις από τους υπόδουλους Χριστιανούς και είχαν σαν αποτέλεσμα τον εσωτερικό κλονισμό και την εξασθένηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η περιορισμένη πάντως επιτυχία της εισαγωγής των μεταρρυθμίσεων δεν έφερε σημαντική αλλαγή στην τύχη των υπόδουλων Χριστιανών ούτε σ' άλλες επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ούτε και στην Κύπρο.

 

Σαν σοβαρό αντιστάθμισμα των πιο πάνω πλεονεκτημάτων για τον κυπριακό Ελληνισμό σε σύγκριση με τις δυο προηγούμενες περιόδους δουλείας (τη Φραγκοκρατία και τη Βενετοκρατία), μπορούν να αναφερθούν πολλά άλλα μειονεκτήματα της οθωμανικής διακυβέρνησης της Κύπρου, που είχαν σοβαρότατες αρνητικές συνέπειες για τον κυπριακό Ελληνισμό, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Η αρπακτικότητα και η διαφθορά κυβερνητών και άλλων διοικητικών οργάνων ήταν μια χρόνια αδυναμία του διοικητικού συστήματος και μια σοβαρή πληγή για τους κατοίκους. Πάρα πολλοί κυβερνήτες αποδείχτηκαν είτε ανίκανοι για μια χρηστή διοίκηση είτε στυγνοί εκμεταλλευτές, που προσπαθούσαν να αποκομίσουν όσο το δυνατό περισσότερα κέρδη από τη θέση τους, την οποία εξ άλλου εξασφάλιζαν για δυο συνήθως χρόνια, αφού πλειοδοτούσαν για την εκμίσθωσή της από τον μεγάλο βεζίρη ή τον καπουδάν πασά, που είχαν την ευθύνη για τη διοίκηση. Το ίδιο συνέβαινε και με άλλες ανώτερες διοικητικές θέσεις. Επί πλέον η εκμίσθωση σαν θεσμός επεκτεινόταν και στη φορολογία του νησιού, που μέχρι να φθάσει στο στάδιο της κατανομής και της συλλογής από τους κατοίκους αυξανόταν υπέρμετρα, ώστε να καλύψει τα κέρδη όλων των άμεσα αναμεμειγμένων ενοικιαστών και υπενοικιαστών των προσόδων.

 

Δεν υπήρχε τίποτε εξάλλου που έμενε αφορολόγητο επί Τουρκοκρατίας, γεγονός που άφηνε πολλά περιθώρια για αυθαιρεσίες και εκμετάλλευση των κατοίκων. Η παραχώρηση της γης στους καλλιεργητές γινόταν υπό μορφή μακρόχρονης ενοικίασης με την πληρωμή του 1/3 ή 1/5 ή 1/10 της παραγωγής. Η φορολογία αυτή, γνωστή ως δεκάτη*, επεκτεινόταν σ' όλα σχεδόν τα γεωργικά προϊόντα και αποτελούσε τη σημαντικότερη πρόσοδο της Πύλης από κάθε επαρχία και από την Κύπρο, νησί κατ' εξοχήν γεωργικό. Υπήρχε επίσης ο κτηματικός φόρος (verghi), ο κεφαλικός φόρος (haraj ή spenja), που επιβαλλόταν στους   Έλληνες ραγιάδες και ο οποίος από το 1855 και μετά αντικαταστάθηκε από τον φόρο απαλλαγής από τη στρατιωτική υπηρεσία (bedel askerié). Πολλές έκτακτες φορολογίες επιβάλλονταν για να καλύψουν τα έξοδα αποστολής στρατευμάτων για καταστολή στάσεων στην Κύπρο, ή για σκοπούς αποζημιώσεων, ή για αυξημένες ανάγκες της Πύλης ένεκα πολέμων ή χρεών της. Υπήρχε ακόμη και η αγγαρεία για 4 μέρες τον χρόνο από κάθε άρρενα ενήλικα. Φορολογία επιβαλλόταν επίσης για την κατοχή ζώων.   Όπως φαίνεται από στατιστικές της τελευταίας δεκαετίας της Τουρκοκρατίας, η άμεση φορολογία βάρυνε πολύ περισσότερο τα ισχνά βαλάντια των κατοίκων παρά η έμμεση φορολογία. Ο μέσος όρος αυτών των άμεσων φόρων κατά την πενταετία 1873-77 υπολογίστηκε σε 14.451.870 γρόσια (ή £120.607 με την ισοτιμία της εποχής) και των έμμεσων σε 4.584.180 γρόσια (£38.257). Έτσι το σύνολο της φορολογίας έφθανε τα 19.036.050 γρόσια (£158.864) που αναλογούσε περίπου μία λίρα για κάθε κάτοικο, ανεξάρτητα από την ηλικία του, που με τα δεδομένα της εποχής κρίνεται πάρα πολύ ψηλή φορολογία.

 

Η διαφθορά των κρατικών οργάνων ήταν εξ ίσου εμφανής και στην απονομή της δικαιοσύνης, η οποία χώλαινε σοβαρά καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ακόμη και μετά την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων του τανζιμάτ. Η κακή απονομή της δικαιοσύνης εκδηλωνόταν στις περιπτώσεις που αφορούσαν τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα σε μεικτές υποθέσεις με Μουσουλμάνους διαδίκους, οπότε η μαρτυρία των Χριστιανών δεν γινόταν αποδεκτή, καθώς επίσης και σε υποθέσεις, στις οποίες οι διάδικοι ανήκαν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, π.χ. πλούσιοι με φτωχούς ή προνομιούχοι με μη προνομιούχους. Σ' αυτές τις περιπτώσεις όποιος είχε την ισχυρότερη επιρροή ή τη δυνατότητα να δωροδοκήσει τους δικαστές μπορούσε να κερδίσει τη δίκη. Βασικός λόγος για την κακή απονομή της δικαιοσύνης ήταν το γεγονός ότι οι δικαστές ήταν καδήδες και μάλιστα χαμηλά αμειβόμενοι, που δίκαζαν με βάση τον ιερό μουσουλμανικό νόμο (κάτι που δεν ήταν αρεστό στους Χριστιανούς) και που συμμετείχαν κι εκείνοι μέσα στο γενικότερο κλίμα της αποδιοργάνωσης και της παρακμής των θεσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 

Η έλλειψη κρατικής φροντίδας για έργα κοινής ωφελείας ήταν πολύ εμφανής στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο.  Ό,τι εισπρασσόταν από το νησί υπό μορφή προσόδων από την τοπική διοίκηση, αφού αφαιρούντο τα έξοδα της διοίκησης, κατετίθετο στο θησαυροφυλάκιο του σουλτάνου. Η διοίκηση δεν είχε τακτικό πρόγραμμα για την ανάπτυξη των πόρων του νησιού, για την κατασκευή έργων κοινής ωφελείας ή για τη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών των κατοίκων. Το 1873 ξοδεύτηκαν για δημόσια έργα £35. Αναφέρεται (Hill, IV, σ. 76) πως το σημαντικότερο έργο που κατασκευάστηκε κατά την Τουρκοκρατία στην Κύπρο ήταν το υδραγωγείο της Λάρνακας, που κατασκεύασε ένας καλός κυβερνήτης του νησιού, ο Αμπού Μπεκρ (1746-48). Το οδικό δίκτυο παραμελήθηκε και ο μόνος δρόμος που με επανειλημμένες φορολογίες κατασκευαζόταν μέχρι την τελευταία χρονιά της Τουρκοκρατίας το 1878 (χωρίς να συμπληρωθεί) ήταν ο δρόμος από τη Λευκωσία προς τη σημαντικότερη εμπορική πόλη της Κύπρου, τη Λάρνακα. Ως προς τα δημόσια κτίρια (σεράγιο, κονάκια, διοικητήρια επαρχιών) χρησιμοποιήθηκαν υφιστάμενα από τη Φραγκοκρατία και Βενετοκρατία κτίρια, με λίγες μόνο επιδιορθώσεις, πολλά δε τέτοια κτίρια, συμπεριλαμβανομένων και φρουρίων, βρίσκονταν σε μέτρια ή κακή κατάσταση συντήρησης, όταν αναλάμβαναν τη διοίκηση της Κύπρου οι Άγγλοι το 1878. Λιμάνια και αποβάθρες δεν κατασκευάστηκαν, παρ' όλη την επαναδραστηριοποίηση του ανατολικού μεσογειακού εμπορίου τον 19ο αιώνα. Το λιμάνι της Αμμοχώστου, το πιο σημαντικό της Κύπρου, είχε σχεδόν αποκλειστεί από την άμμο και τις ακαθαρσίες. Για την ελληνική εκπαίδευση δεν υπήρχε καμιά κρατική φροντίδα και για πολλά χρόνια υπήρξε μια παντελής απουσία σχολείων. Όσα σχολεία λειτούργησαν κατά την Τουρκοκρατία ιδρύθηκαν και συντηρούνταν από την Εκκλησία και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Για τη μουσουλμανική εκπαίδευση ξοδεύονταν από τη διοίκηση κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας γύρω στις £456 τον χρόνο για τη λειτουργία της σχολής Ρουστιέ. Στο θέμα της υγείας, πάλι με ιδιωτική πρωτοβουλία, ιδρύθηκε το λεπροκομείο στη Λευκωσία και το λοιμοκαθαρτήριο στη Λάρνακα. Μόνο μέτρο θετικό που αναφέρεται ήταν η εισαγωγή του εμβολιασμού για πρόληψη της ευλογιάς κατά τη δεκαετία του 1870.

 

Ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τον κυπριακό Ελληνισμό είχε η εθνολογική και κοινωνική διαφοροποίηση του πληθυσμού του νησιού που συντελέστηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Με την οθωμανική κατάκτηση υφίσταται σοβαρότατο πλήγμα η Λατινική Εκκλησία καθώς επίσης και η φραγκική και βενετική αριστοκρατία που υπήρχε στο νησί από την εποχή της Φραγκοκρατίας και μετά. Οι Ευρωπαίοι που κατοικούσαν στην Κύπρο, άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν ή σκοτώθηκαν κατά τις επιχειρήσεις του 1570/1, άλλοι, όχι πολλοί πάντως, αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό και ακολούθησαν την ίδια μ' αυτόν μοίρα, κι άλλοι τέλος ασπάσθηκαν εκούσια ή βίαια τον ισλαμισμό και ταυτίστηκαν, φαινομενικά τουλάχιστον για αρκετά χρόνια, με τους νέους κυριάρχους του νησιού, διατηρώντας ταυτόχρονα τις περιουσίες τους ή παίρνοντας ανώτερα αξιώματα στη νέα διοίκηση. Διατηρήθηκαν εν τούτοις, όχι όμως χωρίς απώλειες, η μαρωνιτική και η αρμενική μειονότητα.

 

Οι σοβαρότερες όμως αλλαγές που έγιναν αφορούν την αριθμητική μείωση του αρχαίου γηγενούς ελληνικού πληθυσμού του νησιού και την εμφάνιση της μουσουλμανικής μειονότητας, γνωστής αργότερα και ως τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ο ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου υπέστη σοβαρές απώλειες κατά την Τουρκοκρατία που οφείλονταν στον εξισλαμισμό ενός άγνωστου αριθμού Ελληνοκυπρίων, που είτε ως κρυπτοχριστιανοί ή λινοβάμβακοι (βλέπε σχετικό λήμμα) διατήρησαν για αιώνες ολόκληρους και πιθανόν και μέχρι σήμερα τη διφυή υπόστασή τους (Χριστιανοί στα κρυφά και Μουσουλμάνοι στα φανερά), είτε ως αρνησίθρησκοι αφομοιώθηκαν και ταυτίστηκαν πλήρως με τη μουσουλμανική μειονότητα. Άλλος λόγος για τη μείωση του ελληνικού πληθυσμού ήταν οι δύσκολες κοινωνικές συνθήκες (αυτές αφορούσαν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, Ελλήνων και Μουσουλμάνων, ιδιαίτερα όμως των Ελλήνων), που επικρατούσαν στην Κύπρο περισσότερο τους δυο πρώτους αιώνες και λιγότερο κατά τα τελευταία 50 χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι συνθήκες αυτές χαρακτηρίζονταν από τη φτώχεια και τους λιμούς, την ανασφάλεια, τους θανάτους από επιδημίες και εσωτερικές αναστατώσεις καθώς επίσης και τις αποδημίες σε άλλες χώρες ή περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (π.χ. στην Αίγυπτο) για εξασφάλιση καλύτερης διαβίωσης.

 

Η εμφάνιση εξάλλου και η δημιουργία της μουσουλμανικής μειονότητας αποτελεί μια πολύ σημαντική από εθνολογική, δημογραφική, κοινωνική και αργότερα και από πολιτική πλευρά εξέλιξη. Ο αρχικός πυρήνας αυτής της μειονότητας αποτελείτο από 3.500 περίπου στρατιώτες, που άφησε σαν φρουρά του νησιού ο Λαλά Μουσταφά πασάς μετά την κατάληψη της Κύπρου, αφού τους μοίρασε ως φέουδα μερικά από τα καλύτερα κτήματα. Κοντά σ' αυτούς προστέθηκαν κι άλλοι επήλυδες από την Ανατολία, που εστάλησαν από την Πύλη, για να καλύψουν τα πληθυσμιακά κενά που δημιούργησε η οθωμανική εισβολή και κατάληψη του νησιού. Ένας αριθμός απ' αυτούς τους κατοίκους ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ υπήρχαν πάρα πολλοί Χριστιανοί ανάμεσά τους. Ένα μεγάλο μέρος της μουσουλμανικής μειονότητας, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, προερχόταν από τους εξισλαμισμούς λίγων Φράγκων και περισσοτέρων Ελλήνων Κυπρίων καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

 

Από πληροφορίες ταξιδιωτών που πέρασαν από την Κύπρο και κάποιες απογραφές, που γίνονταν κυρίως για φορολογικούς σκοπούς, παίρνουμε μια σχετικά σαφή εικόνα της δημογραφικής εξέλιξης της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο πληθυσμός της Κύπρου κατά τα τελευταία 2-3 χρόνια της Βενετοκρατίας υπολογίστηκε στις 197.000 έως 200.000 κατοίκους. Αυτός ο πληθυσμός γύρω στα 1691-5 υπολογίστηκε από τον Coronelli σε 144.000 (112.000 Χριστιανοί και 32.000 Μουσουλμάνοι), το 1738 από τον Pococke σε 72.000 έως 90.000 (48.000-60.000 Χριστιανοί και 24.000 έως30.000 Μουσουλμάνοι), το 1777 από τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό σε 84.000, το 1801 από τον Clarke σε 60.000 περίπου και το 1814 από μεν τον Kinneir σε 70.000, από δε τον Light σε 90.000. Ο κυβερνήτης της Κύπρου Talaat Efendi το 1841 έκαμε μιαν απογραφή του πληθυσμού που έδωσε ένα σύνολο 108.600 κατοίκων από τους οποίους 73.200 ήταν   Έλληνες, 33.300 Μουσουλμάνοι, 500 Καθολικοί, 1.400 Μαρωνίτες και 200 Αρμένιοι. Το 1861 ο Έλληνας προξενικός πράκτορας Επαινετός αναφέρει τον πληθυσμό του νησιού σε 165.000 από τους οποίους οι 120.000 ήταν Έλληνες, οι 44.000 Μουσουλμάνοι και οι 1.000 Καθολικοί και Αρμένιοι.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η σοβαρή μείωση του πληθυσμού που παρατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα τερματίστηκε κατά τη δεκαετία του 1830-40 και άρχισε μια δημογραφική ανάκαμψη, που ήταν ασφαλώς αποτέλεσμα των κάποιων βελτιώσεων που επιτεύχθηκαν με την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων του τανζιμάτ. Η ανάκαμψη αυτή είναι φανερή και στην πρώτη βρετανική απογραφή που έγινε το 1881 και που αντικατοπτρίζει την κατάσταση που επικρατούσε στην Κύπρο κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα μ' αυτή την απογραφή ο συνολικός πληθυσμός του νησιού ήταν 185.630. Οι Έλληνες ανέρχονταν σε 137.631 (ποσοστό 73,9%), οι Μουσουλμάνοι σε 45.458 (24,4%) και οι υπόλοιποι (1,7%) ήταν Καθολικοί (1.275), Μαρωνίτες (830), Αρμένιοι (174), Προτεστάντες (173) και άλλοι (89). Το μεγαλύτερο εξ άλλου μέρος του πληθυσμού (136.000 κάτοικοι) ζούσαν στην ύπαιθρο και το μικρότερο (31.460) στις πόλεις, που κι αυτές, εκτός από τη Λευκωσία (που είχε 11.536 κατοίκους), τη Λάρνακα (7.833) και τη Λεμεσό (6.131) στην πραγματικότητα ήταν μεγάλα χωριά: η Αμμόχωστος μαζί με τα Βαρώσια είχε 2.564 κατοίκους, η Πάφος 2.204 και η Κερύνεια 1.192.

 

Η κοινωνική διαφοροποίηση που σημειώθηκε με την εγκαθίδρυση της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί καθώς επίσης και με την εξέλιξή της στα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν διαφορετική από ανάλογες που παρατηρήθηκαν σ' άλλες περιοχές που κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι κάτοικοι χωρίστηκαν στους κυβερνώντες και προνομιούχους από τη μια και στους κυβερνώμενους και ραγιάδες από την άλλη. Ένα μεγάλο πάντως ποσοστό εξισλαμισμένων Χριστιανών και άλλων Μουσουλμάνων δεν συμμετείχαν σ' όλες τις περιπτώσεις στην προνομιούχα τάξη, γι’ αυτό αρκετές φορές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη διοίκηση σε κοινές εξεγέρσεις με τους Έλληνες.

 

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ασχολείτο, όπως πάντοτε, με τη γεωργία, τη κτηνοτροφία και τη βιοτεχνία. Σύμφωνα με διάφορες πηγές της εποχής της Τουρκοκρατίας η γεωργική παραγωγή υφίστατο τις συνέπειες του φορολογικού συστήματος, της αρπακτικότητας των διοικητών, της εκμετάλλευσης των δεκατιστών και ενοικιαστών των φόρων, καθώς και των τοκογλύφων. Φοβερή πληγή αποτελούσαν οι συχνές εμφανίσεις μεγάλων σμηνών ακρίδων (που μόνο στη δεκαετία του 1870 κατορθώθηκε επί Said πασά να περιοριστούν με τη μέθοδο που εφεύρε ο Ιταλοκύπριος μεγαλογαιοκτήμονας Ριχάρδος Ματτέι). Τη γεωργία και κατά συνέπεια και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των γεωργών έπλητταν πολλές άλλες πληγές: η ανασφάλεια λόγω εσωτερικών αναστατώσεων και διάδοσης της εγκληματικότητας, συχνές ανομβρίες και σπανιότερες πολυομβρίες, έλλειψη αρδευτικών έργων, παρακμή της καλλιέργειας του ζαχαροκάλαμου, πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων και της γης και άλλων. Διατηρούνταν κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες οι βασικές καλλιέργειες των σιτηρών, της αμπέλου, της χαρουπιάς, της ελιάς, του βαμβακιού και του ριζαριού (ερυθρόδανου).

 

Με περιορισμένη γεωργική παραγωγή ήταν επόμενο ότι και η εμπορική δραστηριότητα στο νησί θα ήταν περιορισμένη. Οι Ευρωπαίοι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα από τα τέλη του 16ου αιώνα κάτω από το ευνοϊκό γι’ αυτούς καθεστώς των διομολογήσεων* (βλέπε και λήμμα προξενεία) συμβάλλουν στην αναζωογόνηση του εμπορίου, που είχε πληγεί σημαντικά μετά τον αποκλεισμό για λίγα χρόνια των Βενετών εμπόρων που ακολούθησε την κατάληψη του νησιού. Αργότερα, τον 19ο αιώνα, κατορθώνουν πολλοί   Έλληνες Κύπριοι να πάρουν κι αυτοί ένα μεγάλο μερίδιο από το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, όπου τους δινόταν μεγαλύτερη δυνατότητα, μιας και η αναρρίχησή τους σε διοικητικά αξιώματα ήταν πολύ περιορισμένη. (Για το εμπόριο βλέπε στο σχετικό λήμμα, κεφάλαιο στ) το εμπόριο κατά την Τουρκοκρατία).

 

Είναι αξιοπρόσεκτο και αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο κυπριακός Ελληνισμός κατάφερε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και κατά τις προηγούμενες περιόδους δουλείας του, και να επιβιώσει εθνικά, παρά τα τραύματα και τις απώλειες, και να δείχνει μιαν αξιόλογη ανανεωτική δύναμη μόλις του δίνονταν κάποιες δυνατότητες και ευκαιρίες για ανάκαμψη και ανάπτυξη. Αυτό του το επίτευγμα δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά παρά μόνο από το γεγονός ότι διατήρησε ακμαία την ελληνική του παράδοση και συνείδηση.

 

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image