Τουρκοκρατία

Λαϊκή τέχνη-λαϊκός πολιτισμός  

Image

 

Υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δεν ήταν δυνατό να υπάρξει στην Κύπρο άνθηση γραμμάτων και τεχνών. Αντίθετα, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου ήταν η ολοκληρωτική έλλειψη πνευματικής ζωής. Ούτε καν σχολεία δεν λειτούργησαν, παρά μόνο κατά το β' μισό της περιόδου, με την ευθύνη της Εκκλησίας (βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα εκπαίδευση). Αλλά και τα σχολεία που λειτούργησαν, στις πόλεις (για τα οποία γίνεται αναφορά στα σχετικά κεφάλαια των λημμάτων για τις 6 πόλεις) και σε αρκετά χωριά (και πάλι γίνονται αναφορές στα λήμματα για τα χωριά όπου λειτούργησαν τέτοια σχολεία κατά τον 19ο αιώνα), ήταν κι αυτά ανεπαρκή. Κάποιου σχετικού επιπέδου εκπαίδευση πρόσφεραν λίγα μόνο, και υποτυπώδη σχολεία στις κύριες πόλεις. Τα σχολεία στην ύπαιθρο δεν ήταν καν σχολεία. Συνήθως δίδασκαν αμόρφωτοι ιερείς, που μετέδιδαν στα παιδιά τις ελάχιστες δικές τους γνώσεις, και σπανιότερα δάσκαλοι που είχαν κάμει κάποιες σπουδές στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού.

 

Ο αναλφαβητισμός χαρακτήριζε το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Το πρόβλημα ήταν ακόμη οξύτερο, επειδή πρόβλημα (ελληνικής τουλάχιστον) εκπαίδευσης υφίστατο και πιο πριν, κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα βιβλία που εξεδόθησαν με την ευθύνη της Εκκλησίας κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα (με σημαντικότερο, τουλάχιστον στον τομέα του διαφωτισμού, το έργο του αρχιμανδρίτη Κυπριανού Ἱστορία Χρονολογική τῆς Νήσου Κύπρου, Βενετία, 1788), δεν ήταν δυνατό ν' απευθυνθούν στις μάζες του πληθυσμού, που έτσι κι αλλιώς δεν γνώριζαν ούτε καν ανάγνωση. Ακόμη και ιεράρχες (επίσκοποι κλπ.) δεν γνώριζαν ούτε καν γραφή.

 

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες δεν μπορούσε παρά να αναπτυχθεί μόνο η λαϊκή τέχνη από τους λαϊκούς τεχνίτες, όπως και η λαϊκή ποίηση, το λαϊκό τραγούδι, ο λαϊκός χορός.

 

Τα μεσαιωνικά ποιήματα, ιδίως εκείνα του ακριτικού κύκλου, αλλά κι άλλα νεότερά τους, συνέχισαν ν' απαγγέλλονται ή και να τραγουδιούνται κι επιβίωσαν μεταδιδόμενα διά του συνεχούς προφορικού λόγου. Αλλά κι άλλα μακροσκελή ποιήματα δημιουργήθηκαν από λαϊκούς ποιητές, που σχετίζονταν με συγκλονιστικά γεγονότα της περιόδου, όπως ο Θρήνος* της Κύπρου, μεγάλο αφηγηματικό ποίημα από 906 δεκαπεντασύλλαβους στίχους που ως θέμα του έχει την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους, το τραγούδι της έριδας των δραγομάνων Γεωργή και Μαρκουλλή, το τραγούδι του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Τέτοια αφηγηματικά ποιήματα αποτελούν, μεταξύ άλλων, και πηγές πληροφοριών για τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται.

 

Όπως συνέβαινε ακόμη και μέχρι πρόσφατα, ο Κύπριος λαϊκός ποιητής διακρινόταν στην αφηγηματική ποίηση και συνέτασσε τα έργα του εμπνεόμενος από σοβαρά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά, κοινωνικά, φυσικές καταστροφές. Αυτό το είδος λαϊκής ποίησης είχε αναπτυχθεί κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως κι άλλα είδη λαϊκής ποίησης (ερωτικά κι εργατικά τραγούδια, μοιρολόγια, θρησκευτική ποίηση κλπ.). Όλα τα είδη λαϊκής ποίησης εκφράζονταν με τον προφορικό λόγο, γι’ αυτό και πολλές από τις δημιουργίες της περιόδου ασφαλώς λησμονήθηκαν και χάθηκαν πριν καταγραφούν.

 

Κοντά στον λαϊκό ποιητή, εκφραστή των πόθων και των αγωνιών του λαού αλλά και φορέα σημαντικών ειδήσεων, υφίστατο ασφαλώς κι ο λαϊκός οργανοπαίκτης, που απαντάτο να παίζει στους γάμους, στα πανηγύρια και σε άλλες εκδηλώσεις. Μουσικά όργανα ήταν το πιδκιαύλιν*, η ταμπουτσιά*, το ταμπουλέκκιν*, το λαούτον* (που αργότερα αντί κύριο όργανο έγινε συνοδευτικό του βιολιού) κ.α.

 

Η λαϊκή μουσική ήταν, βέβαια, αλληλένδετη και με τον χορό και το τραγούδι, που διαμορφώθηκαν μέσα στους αιώνες (βλέπε λήμμα μουσική δημοτική και χορός).

 

Ο λαϊκός τεχνίτης της Κύπρου ασκεί το επάγγελμά του με βάση όχι θεωρητικές καταρτίσεις αλλά την πείρα αιώνων, και διαμορφώνει δικούς του ρυθμούς αρμονικότατα δεμένους με τις τοπικές συνθήκες, την παράδοση και τα δεδομένα του τόπου. Ο κτίστης δημιουργεί δυο βασικά αρχιτεκτονικούς ρυθμούς αγροτικού σπιτιού: της πεδινής λαϊκής αρχιτεκτονικής και της ορεινής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Η αστική αρχιτεκτονική εκφράζεται, επίσης, με την οικοδόμηση «κονακιών» ή «αρχοντικών» στις πόλεις. Η λαϊκή αρχιτεκτονική χρησιμοποιεί τα υπάρχοντα στον τόπο υλικά: την ακατέργαστη πέτρα στα ορεινά, το πλιθθάριν (πλίνθο) στα πεδινά. Αντίθετα, τα αστικά αρχοντικά σπίτια και οι εκκλησίες κτίζονται κυρίως με πελεκητή πέτρα. Τόσο οι εκκλησίες όσο και τα αρχοντικά σπίτια διακοσμούνται με σκαλιστές παραστάσεις από σκαλιστές* πέτρες. Ο Κύπριος αγγειοπλάστης* δημιουργεί επίσης πλήθος αγγείων πολλών τύπων, για όλες τις ανάγκες: από τα μικρά καπνιστήρια* μέχρι τα τεράστια αποθηκευτικά πιθάρκα*.

 

Αλλά κι όλα τα απαραίτητα είδη ένδυσης και υπόδησης όπως κι όλα τα είδη του νοικοκυριού και των γεωργικών κι άλλων εργασιών κατασκευάζονται επιτοπίως από ένα σωρό λαϊκούς τεχνίτες, όπως ο καλαθάς*, ο συριζάς*, ο πιτσιακσ΄ής*, ο ταλιαδώρος*, ο καρεκλάς*τσαεράς), ο στρατουράς*, ο τσαγκάρης* κι ο σκαρπάρης*, ο καζαντζ'ής*, ο παπλωματάς*, ο υφαντής*, ο μεταξάς* κλπ.

 

Η Κυπρία αγρότισσα, κοντά στις άλλες σκληρές εργασίες της, εκτρέφει μεταξοσκώληκες και παράγει άφθονο μετάξι που το υφαίνει στη βούφα* της. Δημιουργεί η ίδια τα απαραίτητα για το νοικοκυριό της, όχι βέβαια μόνο από μετάξι αλλά και από λινάρι (που εκαλλιεργείτο εκτεταμένα), από βαμβάκι (που επίσης εκαλλιεργείτο σε μεγάλη έκταση), από μαλλί.

 

Τα είδη καλαθοπλεκτικής που κατασκευάζονταν ήταν επίσης μεγάλης ποικιλίας και πολλών ειδών, για την ικανοποίηση όλων των αναγκών. Ανεπτυγμένη ήταν επίσης η βυρσοδεψία*.

 

Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν το νησί ανάγκαζε τους κατοίκους του να είναι αυτάρκεις, ικανοποιούμενοι (θέλοντας και μη) με όλα όσα ήταν δυνατό να κατασκευαστούν επιτοπίως. Έτσι, ο Κύπριος ήταν αναγκασμένος να βρίσκει τρόπους να ικανοποιεί ο ίδιος κάθε στοιχειώδη ανάγκη του, αλλά ταυτόχρονα να βρίσκει και πρακτικούς τρόπους διατήρησης των τροφίμων του. Από ένα ζώο, για παράδειγμα, που σφαζόταν, κατασκευάζονταν ένα σωρό είδη που μπορούσαν να διατηρηθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα: λουκάνικα, λούντζα, χοιρομέρι, ζαλατίνα (πηκτή), κουμνιαστά*, πασκιές ή εμπασκιές*, τσαμαρέλλα*, απόχτιν*, παστά* κλπ.

 

Βέβαια εμπορικές ανταλλαγές γίνονταν, αλλά δεν ήταν τέτοιες ώστε να ικανοποιούν αυτές τις ίδιες τις ανάγκες του πληθυσμού με εισαγμένα είδη, που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν σε θέση να τα αγοράσει (για το εμπόριο της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, βλέπε στο σχετικό κεφάλαιο του λήμματος εμπόριο).

 

Οι σχέσεις με την Ευρώπη ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αντίθετα, επικοινωνία υφίστατο με τις γύρω από την Κύπρο περιοχές (Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος) και σε μικρότερο βαθμό με την (επίσης υπόδουλη) Ελλάδα. Αν και κατά τα πρώτα χρόνια μετά την τουρκική κατοχή πολλοί Κύπριοι κατέφυγαν στη Βενετία και σε άλλα μέρη της Ιταλίας, σταδιακά οι δεσμοί τους με την Κύπρο διεκόπησαν. Σημαντικότερες, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήταν οι πνευματικές κι άλλες σχέσεις της Εκκλησίας της Κύπρου με τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες και ιδίως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Ωστόσο μέσα σ' αυτές τις σκληρές συνθήκες αρκετοί Κύπριοι κατόρθωσαν να διαπρέψουν ως πνευματικοί άνθρωποι. Επρόκειτο, κατά κανόνα, για ιεράρχες ή και άλλους που μορφώθηκαν με φροντίδα της Εκκλησίας και σταδιοδρόμησαν εκτός Κύπρου. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τον Νεόφυτο Ροδινό*, τα μέλη της οικογένειας Κιγάλα*, τον Αθανάσιο* τον ρήτορα, τον Λεόντιο Ευστράτιο*, τον Γεώργιο* τον Κύπριο, τον Ηλία* τον Κύπριο, τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό*, τον οικουμενικό πατριάρχη Γεράσιμο*, τον σχολάρχη Φώτιο*, τον Αντιοχείας Ανθέμιο* κλπ.

 

Όλοι όμως αυτοί κι άλλοι μορφώθηκαν και σταδιοδρόμησαν εκτός Κύπρου. Η ίδια η Κύπρος ζούσε απλώς στο σκοτάδι.

 

Και τρεις αιώνες σκοτάδι ήταν πάρα πολλοί. Γι' αυτό και υπήρξε πραγματικός άθλος το γεγονός ότι ο κυπριακός Ελληνισμός κατόρθωσε και να επιβιώσει και να διατηρήσει τα δικά του εθνικά χαρακτηριστικά.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image