Άσσια

Image

Κατεχόμενο, σήμερα, χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, 2 περίπου χμ. ανατολικά της Αφάνειας και 9 περίπου χμ. βορειοδυτικά της Λύσης. Βρίσκεται στη γεωγραφική περιφέρεια της Μεσαορίας, 60 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

 

Από γεωλογικής απόψεως στα βόρεια του χωριού συναντώνται οι αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου (άμμοι, άργιλλοι, ιλύς), στα νότια οι αποθέσεις της Πλειστόκαινης (ψαμμίτες, άμμοι, κλπ.) και στο ακραίο νότιο και νοτιοδυτικό τμήμα οι αποθέσεις της Πλειόκαινης (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, αμμώδεις μάργες, κλπ.). Πάνω στις γεωλογικές αυτές αποθέσεις αναπτύχθηκαν τα αλλουβιακά (προσχωσιγενή) εδάφη, στα βόρεια, εδάφη τέρρα ρόζα, στα νότια, και λίγες ερυθρογαίες, στο ακραίο νότιο και νοτιοδυτικό τμήμα.

 

Το τοπίο της Άσσιας διαμορφώθηκε από τις προσχώσεις του Γιαλιά με τον ίδιο τρόπο όπως ολόκληρη η ανατολική Μεσαορία διαμορφώθηκε από τις προσχώσεις των ποταμών Πηδιά και Γιαλιά. Τα υλικά που μεταφέρει ο Γιαλιάς από την οροσειρά του Τροόδους είναι λεπτόκοκκα γιατί διανύουν μεγάλες αποστάσεις μέχρις ότου φθάσουν στην περιοχή. Από τα τέλη της Πλειστόκαινης γεωλογικής περιόδου το επίπεδο της Μεσαορίας άρχισε να ανεβαίνει εξαιτίας κυρίως των υλικών που μετέφεραν οι ποταμοί. Τα λεπτόκοκκα υλικά που μετέφερε ο Γιαλιάς για αιώνες, ιδιαίτερα καθώς πλημμύριζε, εναποθέτονταν και στις καμπίσιες εκτάσεις γύρω από την Άσσια. Τα τεχνητά υδάτινα κανάλια που άνοιξαν οι κάτοικοι της περιοχής για να αρδεύουν τα κτήματά τους βοήθησαν στην ίση κατανομή των υλικών και στη γενική ανύψωση της περιοχής. Ένα κλασσικό παράδειγμα παρέχει η εκκλησία της Παναγίας της Θεοτόκου στην Άσσια. Οι C.V. Bellamy και A.J. Jukes -Browne στο βιβλίο τους The Geology of Cyprus, 1905, σσ. 48-49, γράφουν: Η εκκλησία βρίσκεται τώρα 8-10 πόδια κάτω από την επιφάνεια της παρακείμενης γης. Αυτή η οικοδομή είναι βυζαντινής προέλευσης και πιθανόν να είναι, τουλάχιστον όσον αφορά τα θεμέλιά της, 800 τόσων χρόνων. Αυτό δείχνει πως η περιοχή ανυψωνόταν ένα πόδι κάθε 100 χρόνια.

 

Από πλευράς ανάγλυφου η Άσσια είναι ένας εκτεταμένος κάμπος που οι λίγες ανεπαίσθητες εξάρσεις του εδάφους βρίσκονται στο νότιο τμήμα του χωριού. Για παράδειγμα, στα ΝΔ. του χωριού (απόσταση 0,5 χμ.) το υψόμετρο ανεβαίνει στα 85 μ., ενώ στα νότια, στην περιοχή Ορτά Πουρούν, (διοικητικά όρια Αμμοχώστου - Λάρνακας) το υψόμετρο φθάνει τα 141 μ.

 

Με μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 300 χιλιοστόμετρα, πολύ πιο κάτω από τη μέση όμβρηση της Κύπρου (489 χιλιοστόμετρα) στην Άσσια, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, αναπτύχθηκαν ποικίλες καλλιέργειες, κυρίως σιτηρά, νομευτικά φυτά, πεπονοειδή, λίγα λαχανικά, φυλλοβόλα - οπωροφόρα και λίγα αμπέλια. Το 1971 καταγράφηκαν στο χωριό 46 σκάλες με αμπέλια. Σύμφωνα με την καταγραφή εσπεριδοειδών το 1966 στην Άσσια υπήρχαν 23 σκάλες με λεμονιές. Όμως σε μια έκταση 24.000 περίπου σκαλών γης, όπου οι αρδευόμενες εκτάσεις δεν ξεπερνούσαν τις 300 σκάλες, ήταν επόμενο να αναπτυχθούν οι ξηρικές καλλιέργειες, ιδιαίτερα των σιτηρών. Μεταξύ των ξηρικών καλλιεργειών την πρώτη θέση κατείχε η καλλιέργεια του κριθαριού και ακολουθούσαν το σιτάρι, τα κτηνοτροφικά φυτά και η βρώμη. Μια σημαντική έκταση μερικών χιλιάδων σκαλών παρέμενε υπό αγρανάπαυση. Στα παλιά χρόνια κατά την εποχή του θερισμού έφθαναν στη Μεσαορία και ιδιαίτερα στην Άσσια θεριστές από άλλα χωριά της Κύπρου, που βοηθούσαν τους Ασσιώτες σιτοπαραγωγούς. Επίσης παλαιότερα, στο χωριό καλλιεργούνταν βαμβάκι, σησάμι και αρτυσιά.

 

Σχετικά ανεπτυγμένη ήταν και η εκτροφή αιγοπροβάτων. Σύμφωνα με την καταγραφή ζώων και πτηνών (1973) στην Άσσια εκτρέφονταν 2.776 πρόβατα και 1.450 κατσίκες. Ο αριθμός των πουλερικών (12.769) ήταν ο έκτος σ' ολόκληρη την επαρχία Αμμοχώστου, μετά το Παραλίμνι, τη Λύση, την Ακανθού, το Λευκόνοικο και την Κοντέα. Αρκετά ανεπτυγμένη ήταν η αγελαδοτροφία. Σύμφωνα με την επισκόπηση αγελαδοτροφίας του 1973 στην Άσσια εκτρέφονταν 437 αγελάδες και μοσχάρια, που ήταν ο μεγαλύτερος αριθμός σ' ολόκληρη την επαρχία Αμμοχώστου.

 

Από βιομηχανικής πλευράς πριν από την εισβολή, στην Άσσια αναπτύχθηκε η βιομηχανία ειδών ενδύσεως, καθώς και η βιομηχανία τούβλων και άλλων υλικών οικοδομής. Θα πρέπει να προστεθούν και τα δημιουργήματα της χειροτεχνίας, γιατί η Άσσια φημιζόταν για τα κεντήματά της (τα γνωστά Ασσιώτικα).

 

Η θέση του χωριού, στον κάμπο της Μεσαορίας, μεταξύ της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου, δεν βοήθησε μόνο στην πληθυσμιακή αύξηση της Άσσιας αλλά και στη δημιουργία ενός ευχερούς συγκοινωνιακού δικτύου.

 

Το χωριό είναι  τοποθετημένο πάνω στον παλιό δρόμο Λευκωσίας- Αμμοχώστου. Συνδέεται με τη Λευκωσία, στα δυτικά, μέσω Αφάνειας, με την Αμμόχωστο, στα ανατολικά, μέσω Κοντέας και με την Τρεμετουσιά, στα νότια, μερικώς με ασφαλτόστρωτο και μερικώς με σκυρόστρωτο δρόμο. Ακόμη συνδέεται με την Αγκαστίνα στα βορειοδυτικά με σκυρόστρωτο δρόμο καθώς και με το Στρογγυλό και τη Μουσουλίτα στα βορειοανατολικά πάλι με σκυρόστρωτους δρόμους.

 

Η Άσσια, λόγω του αλλόκοτου σχήματος των διοικητικών της ορίων, συνορεύει με σημαντικά χωριά της Μεσαορίας όπως είναι η Αγκαστίνα, η Αφάνεια, η Αγυιά, η Τρεμετουσιά, το Άρσος, η Βατυλή, ο Στρογγυλός, η Μουσουλίτα και ο Μαραθόβουνος.

 

Το χωριό μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 σημείωνε συνεχώς μια σταθερή πληθυσμιακή αύξηση. Η πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η Άσσια μεταξύ του 1960 και του 1973, ανέρχεται στο ποσοστό των 23,8%. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 989 
1891 1.009 
1901 1.173 
1911 1.382 
1921 1.676 
1931 1.755 
1946 2.041 
1960 2.209 
1973 2.734 

 

Η γεωγραφική θέση του οικισμού μεταξύ των δυναμικών αστικών κέντρων και το ευχερές συγκοινωνιακό δίκτυο είναι οι δυο βασικοί παράγοντες που βοήθησαν στη ραγδαία πληθυσμιακή ανάπτυξή του. Όμως τα τελευταία χρόνια πριν από την εισβολή η ενσταυλισμένη κτηνοτροφία και η ανάπτυξη βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο χωριό, μαζί με μερικές άλλες εξωγεωργικές απασχολήσεις έδειχναν πως μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τις πηγές απασχόλησης του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του χωριού. Η Άσσια το 1973 ήταν ο έκτος μεγαλύτερος οικισμός της Αμμοχώστου (μετά την Αμμόχωστο, το Παραλίμνι, τη Λύση, τη Δερύνεια και τη Βατυλή).

 

Κάπου 130 Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την Άσσια το 1958 και δεν επέστρεψαν στο χωριό, τουλάχιστον μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974. Αυτός είναι ο λόγος που το χωριό, κατά την απογραφή του 1960, παρουσιάζεται ως αμιγές ελληνοκυπριακό, ενώ διάφοροι επισκέπτες και συγγραφείς μιλούν για μεικτό οικισμό.

 

Τα περισσότερα σπίτια του οικισμού, ιδιαίτερα τα παραδοσιακά, είναι κτισμένα με πλινθάρι. Το σχέδιο του σπιτιού, που συνήθως ήταν πολύ απλό, το έκαμνε είτε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης είτε ο κτίστης. Βασικός στόχος του σπιτιού ήταν η ικανοποίηση των αναγκών του ιδιοκτήτη, του επαγγέλματός του και των ζώων του. Τα πιο πολλά σπίτια ήσαν τα ίδια, αποτελούνταν δε βασικά από τα δωμάτια για τις ανάγκες των ανθρώπων (ο νοτάς, το μαγειρείο, το ανώι) τα δωμάτια για τα ζώα (στάβλος), την αποθήκη για το άχυρο (ασ΄ελωνάρι, την αποθήκη για τα διάφορα προϊόντα (μαχαζένι), τους ηλιακούς, μια μεγάλη αυλή και τη μάντρα. Όλα τα σπίτια είχαν ψηλό περιτοίχισμα ώστε κανένας περαστικός να μη μπορεί να βλέπει μέσα... Τα παράθυρα άνοιγαν συνήθως μέσα στην αυλή ή μέσα στην μάντρα. Πολλές φορές αντί παράθυρα ή μαζί υπήρχαν αρσέρες δηλ. ορθογώνιες τρύπες πλευράς 1-2 ποδιών πολύ ψηλά στους τοίχους για να φέρνουν φως και αέρα. Η είσοδος γινόταν από μια μικρή σκέτη ξύλινη πόρτα κατά την Τουρκοκρατία και από την καμαρόπορτα αργότερα (Άσσια, Ζωντανή Μνήμη, Βαθιές Ρίζες, Μηνύματα Επιστροφής, Λευκωσία, 1983, σσ. 103-104).

 

Η Άσσια, σύμφωνα με τον ντε Μας Λατρί, υπήρξε φέουδο κατά τη λουζινιανο-βενετική περίοδο. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του ντε Μας Λατρί (Histoire de l’ ile de Chypre, σ. 137) αναφέρεται πως οι Mimars κατείχαν την Άσσια. Το χωριό μνημονεύεται επίσης και σ' άλλους τόμους της ιστορίας του ντε Μας Λατρί. Ιδιαίτερα στον τρίτο τόμο αναφέρεται πως όχι μόνο υπήρξε χωριό φέουδο με το όνομα Άσσια αλλά και επαρχία με το ίδιο όνομα στην οποία υπαγόταν το χωριό.

 

Την Άσσια μνημονεύει και ο Λ. Μαχαιράς (παρ. 426, 429 και 454). Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός περιλαμβάνει την Άσσια ως πρώτη στα δεκαέξι χωριά που μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους, το 1570/1, αναγκάστηκαν από τους κατακτητές να πληρώνουν ειδικό φόρο για τη συντήρηση των «Γιαννιτζάρων» (Αρχ. Κυπριανού, Ιστορία σ. 302).

 

Ο Τζέφρυ αναφέρει τα πιο κάτω για την Άσσια: Το χωριό εξυπηρετείται από δυο μεγάλες εκκλησίες συνηθισμένου ρυθμού του 19ου αιώνα, και σε μικρή απόσταση στα βόρεια βρίσκεται μια δίκλιτη εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία τη Θεοτόκο μέσα σ' ένα νεκροταφείο. Πάνω από την είσοδο της αυλής της εκκλησίας βρίσκεται μια ασπίδα με θυρεό.... Το χωριό Άσσια ήταν ο τόπος συνάντησης των «ρεττόρων» ή των αντιπροσώπων της κυβέρνησης των Βενετών τις παραμονές της τουρκικής εισβολής, όταν προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα κοινό σχέδιο εκστρατείας εναντίον των εισβολέων που ήδη περικύκλωσαν την καταδικασμένη πόλη της Λευκωσίας (G. Jeffery, A Description of the Historic Monuments of Cyprus, 1918, σσ. 198 - 199). Πρβλ. και G. Hill, A History of Cyprus, vol. III, σ. 957).

 

Ο Ρ. Γκάννις, αναφέρεται στην εκκλησία του Ιωάννη του Προδρόμου και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που τις θεωρεί κτίσματα του 1861. Επίσης αναφέρεται στην εκκλησία της Παναγίας της Θεοτόκου, που την θεωρεί οικοδόμημα του 15ου αιώνα ή ακόμη και προηγουμένων εποχών. Ο Γκάννις αναφέρει επίσης ότι κατά τον Μεσαίωνα το χωριό ανήκε στην οικογένεια των ντε Νόρες.

 

Εκτός από τις εκκλησίες που αναφέρει ο Γκάννις, στην Άσσια βρίσκονται το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου Μάνιας, το παρεκκλήσι του Αγίου Θεοδώρου του Κάμπου, η εκκλησία του Προφήτη Ηλία, που μετατράπηκε σε τζαμί, η καινούργια εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου του Τράχωνα και η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Η τελευταία κτίστηκε στην αυλή του σπιτιού του λαϊκού ζωγράφου Μιχαήλ Κάσιαλου*, με έξοδα του ιδίου. Ο Κάσιαλος είχε ζωγραφίσει τις εικόνες της εκκλησίας.

 

Από την Άσσια καταγόταν ο μεγάλος άγιος της Κύπρου Σπυρίδων*. Όπως αναφέρεται στον Βίο του αγίου, «οὗτος οὖν ὁ ἃγιος Σπυρίδων ἂγροικος μέν ἦν ὡς εἰπεῖν κατά τήν ἀνατροφήν, ἐν χωρίῳ Ἀσκίᾳ καλουμένῳ γεννηθείς εἰς τήν Κυπρίων ἐπαρχίαν...»

 

Ο Ν. Κληρίδης αναφέρει για την Άσσια και τα ακόλουθα: Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας την έλεγαν Άσκια, [ή Ασκία] με την εξήγηση πως ήταν ένα χωριό που δεν είχε ούτε ένα δέντρο να κάνη λίγη σκιά το καλοκαίρι. Στα χρόνια αυτά η Άσσια ήταν φέουδο... και σταθμός για εκείνους που ταξίδευαν από τη Λευκωσία στην Αμμόχωστο ή από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία. Έκαναν στην Άσσια σταθμό για να ξεκουραστούν κι οι άνθρωποι και τ' άλογά τους. Εδώ έκανε σταθμό η βασίλισσα της Κύπρου Ελεονόρα στα 1373 που οι Γενουάτες είχαν αιχμαλωτίσει το γιο της τον Πέτρο στην Αμμόχωστο, και σχεδίαζαν να κάνουν δική τους την Κύπρο.

 

Ο Α. Σακελλάριος γράφει ότι η Άσσια «ἒχει Χριστιανούς καί Μωαμεθανούς. Ἴσως δ' ἐνταῦθα ὑπῆρχεν ἡ ἀρχαία πόλις Ἀσίνη, ἣν Στέφανος ὁ Βυζάντιος ἀναφέρει» (Τά Κυπριακά, Α', 1890, σ. 202). Εξάλλου ο Κ. Μυριανθεύς, μεταξύ άλλων, αναφέρει πως η « Ἂσσια ἒχει πολλούς κήπους ὀπωροφόρων δένδρων καί λαχανικῶν. Οἱ κάτοικοι ἐκτός τῶν σιτηρῶν καλλιεργοῦν πεπόνια, καρπούζια, γεώμηλα καί ὂσπρια» (Γεωγραφία της Κύπρου, Λευκωσία, 1945, σ. 160). Ο Π. Μιχαηλίδης αναφέρει πως η Άσσια είχε σχολείο από πολύ νωρίς. Την τοποθετεί δε «ΒΔ τῆς Βατυλῆς ἐπί ἑνός βραχίονος τοῦ ποταμοῦ Γιαλιᾶ και ἐπί τῆς ὁδοῦ τῆς φερούσης εἰς Ἀμμόχωστον» (Στοιχειώδης Τοπογραφία ἢ Πολιτική Γεωγραφία τῆς Νήσου Κύπρου, Τούλτσε, 1887, σ. 83).

 

Τοπων: Άσσια, και σε παλαιότερες πηγές Ασκία. Κατά μια εκδοχή το όνομα του χωριού προήλθε από το στερητικό α και τη λέξη σκιά, υποδηλώνει δηλαδή περιοχή άδεντρη, χωρίς σκιερά μέρη.

 

Σε παλαιούς χάρτες το χωριό σημειώνεται ως Asgia.

 

Οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να εξαφανίσουν κάθε ελληνικό τοπωνύμιο από το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, άλλαξαν και την ονομασία της  Άσσιας. Την μετονόμασαν «επίσημα» σε Paşaköy (= χωριό του πασά). Την ονομασία αυτή χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι και πολύ πριν από την εισβολή του 1974 και την κατάληψη του χωριού. Πιθανότατα η ονομασία αυτή προήλθε από το ότι κάποτε (κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας) η Άσσια ήταν διοικητικό κέντρο της περιοχής της.