Αχέλεια

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Πάφου, στη γεωγραφική περιφέρεια της παράκτιας πεδιάδας Πάφου, 7 περίπου χμ. στα ΝΑ. της πόλης Πάφου. Είναι κτισμένο σ' ένα υψόμετρο κάπου 35 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, λίγα μόνο μέτρα στ' ανατολικά της κοίτης του ποταμού της Έζουσας.

 

Πάνω στις πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου αναπτύχθηκαν κυρίως προσχωσιγενή εδάφη, που δέχονται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 450 χιλιοστόμετρα. Από στοιχεία μεταξύ 1976 -1980, οι βροχερότεροι μήνες είναι ο Δεκέμβριος (97,2 χιλιοστόμετρα) και ο Ιανουάριος (95,8), και ακολουθούν ο Φεβρουάριος (59,6), ο Μάρτιος (52,5), ο Οκτώβριος (42,6), ο Νοέμβριος (40,6) και ο Απρίλιος (23,6). Στην ίδια περίοδο το βροχερότερο εικοσιτετράωρο σημειώθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1976 με 79,8 χιλιοστόμετρα.

 

Το ανάγλυφο της Αχέλειας είναι καμπίσιο με μια πολύ ανεπαίσθητη κλίση προς τη θάλασσα. Σε μια απόσταση 3 περίπου χμ. μεταξύ του οικισμού και της θάλασσας, το υψόμετρο πέφτει κάπου 30 μέτρα. Στα ΒΑ. του χωριού στην τοποθεσία Μορόκαμπος το υψόμετρο φθάνει τα 80 μέτρα. Το κύριο γεωμορφολογικό χαρακτηριστικό είναι η πλατειά κοίτη του ποταμού της Έζουσας, που τοπικά είναι γνωστός ως ποταμός της Αχέλειας.

 

Η Αχέλεια είναι μεταξύ των χωριών που ευεργετήθηκαν από το αρδευτικό έργο της Πάφου, ιδιαίτερα από το φράγμα του Ασπρόκρεμμου* και τις γεωτρήσεις που ανορύχθηκαν κατά μήκος των ποταμών της περιοχής. Το κεντρικό κανάλι, μήκους 11,8 χμ., που αρχίζει από τον Ασπρόκρεμμο, περνά από τα βόρεια του χωριού, προτού καταλήξει κάτω από το χωριό Γεροσκήπου.

 

Ακόμη στο χωριό, το 1979, συμπληρώθηκε σχέδιο αναδασμού σε μια μικρή έκταση 79 περίπου σκαλών γόνιμης γης, που το μεγαλύτερο μέρος αρχικά ανήκε στο μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου. Συνολικά ευεργετήθηκαν 12 ακτήμονες ή μικροϊδιοκτήτες, στους οποίους δόθηκαν συμπαγείς κλήροι που η έκτασή τους κυμαίνεται μεταξύ 5,5 και 25,3 σκαλών.

 

Πάνω στα εύφορα προσχωσιγενή εδάφη της Αχέλειας καλλιεργούνται λαχανικά, αμπέλια, εσπεριδοειδή, σιτηρά, φιστίκια, κτηνοτροφικά φυτά, πατάτες, ελιές, φυλλοβόλα (κυρίως αμυγδαλιές) και άλλα. Καλλιεργούνται επίσης τα όσπρια και τα αβοκάντο.

 

Αρκετές από τις φυτείες, ιδιαίτερα τις δενδρώδεις, είναι προστατευμένες με ανεμοθραύστες κυρίως από κυπαρίσσια.

 

Η μόνη βιομηχανική δραστηριότητα στην Αχέλεια είναι η παραγωγή σκύρων κατά μήκος της κοίτης του ποταμού της Έζουσας.

 

Ο πληθυσμός της Αχέλειας γνώρισε αυξομειώσεις μεταξύ 1881 και 2001. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 56 
1891 40 
1901 63 
1911 55 
1921 61 (52 Ελληνοκύπριοι και 9 Τουρκοκύπριοι)
1931 83 (68 Ελληνοκύπριοι και 15 Τουρκοκύπριοι)
1946 52 (51 Ελληνοκύπριοι και 1 Τουρκοκύπριος)
1960 97 (89 Ελληνοκύπριοι και 8 Τουρκοκύπριοι)
1973 89 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1976 92 
1982 92 
1992 74 
2001 113 

 

Τα πολύ λίγα σπίτια του οικισμού βρίσκονται κατά μήκος του κύριου δρόμου καθώς και κατά μήκος κάποιου άλλου στενού δρόμου κάθετου στο δρόμο Πάφου - Λεμεσού. Κατά μήκος του κύριου δρόμου Πάφου - Λεμεσού βρίσκονται και οι κύριες εγκαταστάσεις της κυβερνητικής έπαυλης Αχέλειας.

 

Το χωριό, που καλύπτεται με πολεοδομικές ζώνες, βρίσκεται στον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού, ενώ στα ΒΑ. συνδέεται με την Αγία Βαρβάρα.

 

Σε βενετικούς χάρτες η Αχέλεια εμφανίζεται ως Achlia, ενώ ο ντε Μας Λατρί χρησιμοποιεί τις ονομασίες Aschelias, Aschelia, Chelia, Chyelia και Echelle, αναφέροντας ότι η τελευταία είναι η αρχαιότερη. Κατά τη Λουζινιανο- βενετική περίοδο η Αχέλεια ήταν επαρχία που περιλάμβανε 14 χωριά, μεταξύ των οποίων και το χωριό Αχέλεια. Ο ντε Μας Λατρί αναφέρει επίσης ότι η Αχέλεια ανήκε στο τάγμα των Ιπποτών, που είχε έδρα του τη Ρόδο. Ο ίδιος συγγραφέας κάμνει συχνές αναφορές σε παραγωγή ζάχαρης στην Αχέλεια κατά τη Φραγκοκρατία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζάχαρης της Αχέλειας επωλείτο στους Βενετούς, η δε παραγωγή ανήκε, τουλάχιστον για ορισμένες χρονικές περιόδους, στον εμπορικό οίκο Μαρτίνι της Βενετίας. Ο Μας Λατρί αναφέρεται σε ζάχαρη της Αχέλειας υπό μορφή σκόνης. Ο Γ.Σ. Φραγκούδης μνημονεύει την Αχέλεια ως «ὑπό πέντε μόλις οἰκογενειῶν οἰκουμένης· παρ' αὐτήν ρέει καί ὁ της Ἀχέλειας ποταμός». Ο Α. Σακελλάριος αναφέρει τα ακόλουθα για την Αχέλεια: «Μεταξύ δέ τῆς Τίμης καί τῆς Νέας Πάφου κεῖται ἡ κώμη Ἀχέλεια, περί τήν ἡμίσειαν ἀπέχουσα τῆς θαλάσσης. Ἡ κώμη  αὒτη  ὑπό  τοῦ Δαμβίλ  καλεῖται Ἀρσέλια ἐξ’ ἧς ἐκλήθη καί ὁ παρ' αὐτήν ρέων ποταμός, ποταμός της Ἀσελίας. Ποτιζομένη δέ αὕτη ὑπό τε τοῦ ποταμοῦ καί ὑπό ἰδίων πηγῶν εἶναι κατάφυτος ἐκ ροιῶν, πορτοκαλεῶν, λεμονεῶν καί ἂλλων δένδρων, ἃτινα ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δέν ἠδυνήθη νά ἐξαφανίσῃ».

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός αναφέρεται στην Αχέλεια χαρακτηρίζοντάς την πλούσιο χωριό με εισόδημα έξι χιλ. σκούδα, ἣτοι νῦν 1788, ὡς 16 καί 17 χιλ. γρόσια. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει πως η Αχέλεια παραχωρήθηκε στον Θεβάτ (Υπάτιο) το 1376 για τις υπηρεσίες του εναντίον των Γενουατών.

 

Το τσιφλίκι της Αχέλειας, καθώς και η κυβερνητική έπαυλη της Αχέλειας, περιλαμβάνονται στα διοικητικά όρια του χωριού.

 

Κοντά στον κεντρικό δρόμο της Αχέλειας είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, του 16ου αι., η οποία ανακαινίστηκε τον 18ο αι. Άλλη εκκλησία που διατηρείται είναι του Αγίου Θεοδοσίου, στην οποία υπάρχουν τοιχογραφίες. Κοντά στη θάλασσα είναι το ερειπωμένο εκκλησάκι του Αγίου Λεοντίου. Φαίνεται ότι στην περιοχή υπήρχε μικρή πόλη των Ρωμαϊκών χρόνων. Στο λιμανάκι της Αχέλειας, γνωστό ως Μούλια, βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας της Χρυσορροϊάτισσας, την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έφεραν τα κύματα.

 

Τοπων: Αχέλεια ή Ασσ΄έλεια, ονομασία που προέκυψε από παραφθορά της γαλλικής L' Eschelle, που σημαίνει λιμάνι, αποβάθρα ή, γενικότερα, μέρος όπου δένουν καράβια. Η ονομασία της περιοχής ήταν γνωστή από την εποχή της Φραγκοκρατίας, οπότε θα πρέπει να υφίστατο εκεί μικρό αγκυροβόλιο.