Βασίλι

Image

Κατεχόμενο σήμερα χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στη γεωγραφική περιφέρεια της Καρπασίας, ένα περίπου χμ. στα ανατολικά του Λεοναρίσσου. Είναι τοποθετημένο σε μια πλαγιά με ανεπαίσθητη κλίση προς τα νότια, σ' ένα υψόμετρο 130 μ. πάνω από τη θάλασσα, στο μέσο μεταξύ της βόρειας και νότιας θάλασσας του βραχίονα της Καρπασίας.

 

Στην περιοχή του χωριού υπάρχει αδιερεύνητος αρχαιολογικός χώρος που, σύμφωνα προς τις ενδείξεις και επιφανειακές παρατηρήσεις, εκτείνεται από το νότιο – νοτιοανατολικό άκρο του χωριού προς την κοιλάδα χαμηλότερα και προς τη θάλασσα. Στην τοποθεσία «Μαζερή», νοτιοανατολικά του χωριού, υπάρχουν υπόγειοι λαξευτοί τάφοι. Τάφοι υπάρχουν επίσης στα κράσπεδα του χωριού. Προφανώς στην περιοχή υπήρχε αρχαίος οικισμός που άκμασε σε διάφορες εποχές, από τα Προϊστορικά χρόνια μέχρι και τα Ελληνιστικά.

 

Στα νοτιοανατολικά του χωριού εκτείνεται μία από τις ωραιότερες αμμώδεις παραλίες, που είναι γνωστή ως «Λούματα» διότι σε παλαιότερες εποχές οι βοσκοί έλουζαν εκεί τα κοπάδια τους. Στους αμμόλοφους ευδοκιμούν τα κρίνα του γιαλού και άλλα είδη της κυπριακής χλωρίδας.

 

Τα πετρώματα και γενικά το ανάγλυφο, λόγω του αντικλίνου της Καρπασίας, έχουν Δ.- Α. κατεύθυνση. Τα κυριότερα πετρώματα του χωριού είναι οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, οι μάργες, οι κρητίδες και οι ψαμμίτες που πάνω τους αναπτύχθηκαν ξερορεντζίνες και τέρρα ρόζα. Με μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 450 χιλιοστόμετρα καλλιεργούνταν, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, σιτηρά, χαρουπιές, ελιές, καπνός και λίγα εσπεριδοειδή. Το χωριό, εκτός από μια σημαντική έκταση ακαλλιέργητης γης, διαθέτει και μερικές δεκάδες σκάλες αρδευόμενης γης. Όσον αφορά την κτηνοτροφία, πριν από την εισβολή, εκτρέφονταν στο χωριό 672 πρόβατα και 111 κατσίκες.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακή αύξηση μέχρι το 1946. Από  τότε ξεκίνησε η σταδιακή μείωση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 183 
1891 227 
1901 277 
1911 324 
1921 336 (308 Ελληνοκύπριοι και 28 Τουρκοκύπριοι)
1931 358 (331 Ελληνοκύπριοι και 27 Τουρκοκύπριοι)
1946 471 (421 Ελληνοκύπριοι και 50 Τουρκοκύπριοι)
1960 391 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1973 362 

 

 

Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή τον Αύγουστο του 1974, στο χωριό παρέμειναν εγκλωβισμένοι οι περισσότεροι κάτοικοί του. Ο αριθμός τους ανερχόταν στους 260 τον Οκτώβριο του 1975. Το 1976 λειτούργησε για σύντομο διάστημα το δημοτικό σχολείο του γειτονικού Λεοναρίσσου, όπου φοίτησαν και παιδιά εγκλωβισμένων από το Βασίλι. Οι κάτοικοι όμως του χωριού εκδιώκονταν με γοργό ρυθμό από τους εισβολείς και προσφυγοποιούνταν στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Τον Αύγουστο του 1976 παρέμειναν μόνο 30 κάτοικοι του χωριού, ενώ μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου εκδιώχθηκαν όλοι.

 

Στο χωριό κατοίκησαν Τουρκοκύπριοι και, κυρίως, Τούρκοι έποικοι από τη Μικρά Ασία. Πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν ότι η εκκλησία του χωριού μετετράπη σε τζαμί. Οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να τουρκοποιήσουν όλα τα τοπωνύμια των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, μετονόμασαν και το Βασίλι σε Gelinçik, που σημαίνει παπαρούνα.

 

Το χωριό συνδέεται με το Λεονάρισσο στα Δ. και με τη Λυθράγκωμη και τον Βαθύλακα στα ΒΑ.

 

Σύμφωνα με τον ντε Μας Λατρί το Βασίλι υπήρξε φέουδο κατά τη Λουζινιανο - βενετική περίοδο και ανήκε στον Antonio de Bon.

 

Ο Τζέφρυ δεν βρήκε τίποτε το ενδιαφέρον στο χωριό με τα κατεσπαρμένα σπίτια του, όμως παρατήρησε πως η γειτνίασή του με το Λεονάρισσο «κάνει τα δυο χωριά να εμφανίζονται ως ένα». Τα ίδια περίπου αναφέρει και ο Γ.Σ. Φραγκούδης ο οποίος όμως ονομάζει τον οικισμό Άγιο Βασίλειο: «Μίαν ὣραν μετά ταῦτα ἀπαντῶμεν τό Λεονάρισσον, ὃπερ μετά τοῦ πλησίον Ἁγίου Βασιλείου ἀποτελεῖ σχεδόν μίαν καί τήν αὐτήν κώμην.»

 

Το χωριό βρίσκεται σημειωμένο και σε χειρόγραφο της περιόδου της Βενετοκρατίας, ως Vasili, και περιλαμβάνεται μεταξύ των χωριών που ανήκαν διοικητικά στο διαμέρισμα της Καρπασίας. Σε χάρτη της περιόδου της Βενετοκρατίας σημειώνεται ως Suasili. Προφανώς πρόκειται για λάθος, όπου το γράμμα u αντικατέστησε το γράμμα ν. Συνεπώς Svasili (= S. Vasili, Άγιος Βασίλης). Τούτο λύνει και το ζήτημα της ονομασίας του χωριού, που αποδεικνύεται ότι έφερε το όνομα του αγίου Βασιλείου. Η ονομασία του χωριού είναι σαφώς αγιολογική, γι' αυτό και η ίδρυσή του πρέπει να τοποθετηθεί στα Βυζαντινά χρόνια.