Βενιζέλος Ελευθέριος

Image

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες πολιτικούς του νεότερου ελληνισμού, γεννήθηκε στις Μουρνιές Κρήτης (κοντά στα Χανιά) στις 23 Αυγούστου του 1864 και πέθανε στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου του 1936. Σε ηλικία 2 χρόνων, έφυγε με την οικογένειά του εξαιτίας της επανάστασης του 1866 στην Κρήτη και μπόρεσε να επιστρέψει μόνο το 1872, με την χορήγηση αμνηστίας στους εξόριστους Κρητικούς από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, ο Ελευθέριος παρακολούθησε τα μαθήματα δημοτικού σχολείου στη Σύρο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του, ενώ στα Χανιά παρακολούθησε γυμνασιακά μαθήματα που τα συνέχισε στην Αθήνα. Σπούδασε στη συνέχεια νομικά στην Αθήνα και πήρε το δίπλωμα του το 1886. Επιστρέφοντας στην Κρήτη, άρχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα και παράλληλα αναμείχθηκε στην πολιτική για να εκλεγεί το 1887 βουλευτής Κυδωνίας, ως μέλος των «ξυπόλητων», της δεξιάς πτέρυγας των Φιλελευθέρων. Αναμείχθηκε παράλληλα σε διάφορες κινήσεις για οριστική απελευθέρωση της Κρήτης από τον τουρκικό ζυγό, αλλά διαφώνησε με την κρητική επανάσταση του 1895 που δεν είχε οργανωθεί σωστά και σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση. Στο μεταξύ είχε χάσει τον πατέρα και τη μητέρα του, ενώ πέθανε και η σύζυγός του Μαρία (την είχε νυμφευθεί το 1891), αφήνοντάς του δυο μικρά παιδιά, τον Κυριάκο και τον Σοφοκλή.

 

Οι σφαγές του 1897 στα Χανιά και στο Ρέθυμνο ανάγκασαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο να ενωθεί με τους επαναστάτες Κρητικούς στη Μαλάξα και στο Ακρωτήρι, οι οποίοι τον αναγνώρισαν ως αρχηγό τους. Ο βομβαρδισμός των θέσεων των επαναστατών από τον ενωμένο στόλο των μεγάλων δυνάμεων, που ανταποκρίθηκαν θετικά σε έκκληση των Τούρκων για βοήθεια, ξεσήκωσε διαμαρτυρίες στην Ευρώπη. Η τελική απογοητευτική κατάληξη της επανάστασης εκείνης που δεν έφερε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα αλλά μια κατάσταση αυτονομίας (που ο Βενιζέλος ανήγγειλε ότι την θεωρούσε προσωρινή), έφερε ωστόσο τον Έλληνα πρίγκιπα Γεώργιο στην Κρήτη ως διοικητή, ύστερα από πρόταση της Ρωσίας. Στην κυβέρνηση του πρίγκιπα Γεωργίου ο Βενιζέλος συμμετείχε ως σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης, από το 1899 (Απρίλιος/ Μάιος), μέχρι το 1901 (Μάρτιος) που απελύθη εξαιτίας σοβαρών διαφωνιών του. Πιο πριν, είχε δυο φορές υποβάλει παραίτηση, που δεν είχε γίνει αποδεκτή. Τότε ο Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία της αντιπολίτευσης και προχώρησε στην πρακτική εφαρμογή των δικών του ιδεών. Τον Μάρτιο του 1905 κήρυξε στον Θέρισο της Κρήτης την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ούτε η εξέγερση αυτή έφερε την ένωση, όμως αντικατέστησε τον πρίγκιπα Γεώργιο. Λίγο αργότερα (12/25 Οκτωβρίου του 1908) η κρητική συνέλευση κήρυξε την ανεξαρτησία της Κρήτης κι όρισε 5μελή επιτροπή να κυβερνήσει το νησί εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων. Ο Βενιζέλος ανέλαβε ως υπουργός Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Δυο χρόνια αργότερα, υπό τις συνεχείς απειλές της Τουρκίας για πόλεμο, ο Βενιζέλος εξελέγη πρωθυπουργός.

 

Στη συνέχεια, ως λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας που δημιούργησε η πολιτική κρίση του 1909 - 1910 και η ανάμειξη του στρατού, ο Βενιζέλος εκλήθη στην Αθήνα. Αρχικά εξελέγη βουλευτής Αττικο - Βοιωτίας και λίγο αργότερα σχημάτισε δική του κυβέρνηση ως πρωθυπουργός της Ελλάδας. Όχι μόνο πέτυχε πολιτική σταθερότητα στην χώρα με μια σειρά τολμηρών πολιτικών και πολιτειακών αλλαγών, αλλά και διεξήγαγε με επιτυχία τους Βαλκανικούς πολέμους* που διπλασίασαν την Ελλάδα και μεταξύ άλλων πέτυχαν και την ένωση της Κρήτης που κηρύχθηκε από τον Βενιζέλο στις 5/18 Οκτωβρίου του 1912.

 

Ακολούθησε ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, που προκάλεσε σοβαρό ζήτημα συμμετοχής σ' αυτόν της Ελλάδας. Για διάφορα σχετικά ζητήματα προέκυψαν διαφωνίες του Βενιζέλου με το φιλογερμανικό παλάτι που τον οδήγησαν σε παραίτηση (21 Φεβρουαρίου /6 Μαρτίου  1915). Τάχθηκε πια ανοιχτά κατά της πολιτικής των ανακτόρων κι επήλθε ο διχασμός. Η Θεσσαλονίκη επαναστάτησε και τάχθηκε υπέρ της Αντάντ (συμμαχία Αγγλίας - Γαλλίας), κι ακολούθησε η Κρήτη. Ο Βενιζέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη κι ετέθη επικεφαλής των επαναστατών, διά μέσου των νησιών του Αιγαίου που ακολουθούσαν το ξεσήκωμα. Στη Θεσσαλονίκη σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση μαζί με τον ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή, ενώ η Αθήνα άλλαζε κυβερνήσεις (Σκουλούδη, Καλογερόπουλου, Λάμπρου, Ζαΐμη). Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απομακρύνθηκε τελικά από την Ελλάδα (αφήνοντας «τοποτηρητή» τον πρίγκιπα Αλέξανδρο), κι ο Βενιζέλος επανήλθε ως πρωθυπουργός. Αμέσως μετά η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ.

 

Αν και στο διεθνές πεδίο η αίγλη του Βενιζέλου ήταν τεράστια (μεταξύ άλλων, προτάθηκε σαν πρώτος γραμματέας της Κοινωνίας των Εθνών, θέση που δεν αποδέχθηκε), ωστόσο στο εσωτερικό οι αντιδράσεις εναντίον του, συνέπεια του εκθρονισμού του βασιλιά Κωνσταντίνου και του διχασμού, αλλά και άλλων αιτιών, συνεχώς αυξάνονταν. Μια δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο Παρίσι απέτυχε. Η απόπειρα έγινε στο σταθμό της Λυών, από Έλληνες αξιωματικούς, ενώ επέστρεφε μετά την υπογραφή της γνωστής συνθήκης των Σεβρών (10/23.8. 1920). Ο θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου (12/25.10.1920) δημιούργησε στην Ελλάδα θέμα καθεστωτικό. Ταυτόχρονα ο ίδιος γνώρισε συντριπτική ήττα στις εκλογές της 1/14.11. 1920. Απεσύρθη αμέσως, ενώ θριαμβευτικά επέστρεψε στην Ελλάδα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος στις 6 Δεκεμβρίου 1920 (6/19.12. 1920). Οι αντιβενιζελικοί ηγέτες της Ελλάδας οδήγησαν τη χώρα στη Μικρασιατική καταστροφή, με τεράστιες δυσμενείς επιπτώσεις, ενώ ο Βενιζέλος αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι. Στο Λονδίνο νυμφεύθηκε το 1921 την Έλενα Σκυλίτση κι έφυγε για γαμήλιο ταξίδι στη βόρειο και νότιο Αμερική. Παρά το ότι είχε δηλώσει ότι αποχωρούσε οριστικά από την πολιτική, εκλήθη μετά τη Μικρασιατική συμφορά κι ανέλαβε την αντιπροσώπευση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις της Λωζάνης. Ακολούθησε η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς, πολιτική αναταραχή στην Ελλάδα, έξωση του βασιλιά Γεωργίου Β', και εκλογές στις οποίες συμμετείχε και ο Βενιζέλος που εξελέγη βουλευτής Αθηνών κι ανέλαβε πρόεδρος της Συνέλευσης, παμψηφεί. Για μια ακόμη φορά ετέθη θέμα βασιλευόμενης ή αβασίλευτης δημοκρατίας στην Ελλάδα και υπέρ της αβασίλευτης τάχθηκε ο Βενιζέλος. Απέτυχε και παραιτήθηκε από τη Συνέλευση, σχηματίζοντας στη συνέχεια δική του κυβέρνηση (11 Ιανουαρίου 1924). Η συνεχιζόμενη ανάμειξη των στρατιωτικών στα πολιτικά πράγματα τον ανάγκασε ν' αποσυρθεί ξανά από την πολιτική (4 Φεβρουαρίου 1924) και να εγκατασταθεί πάλι στο Παρίσι. Στην Ελλάδα η δραματική πολιτική αστάθεια συνεχίστηκε, πάντα βέβαια και με τις αναμείξεις και συνεχείς επεμβάσεις των ξένων: κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη (Καφαντάρη, Παπαναστασίου, Σοφούλη, Μιχαλακόπουλου), κήρυξη αβασίλευτης δημοκρατίας, τελικά επιβολή της δικτατορίας του Πάγκαλου (26.6.1925) και του Κονδύλη. Μετά την κυβέρνηση Ζαΐμη ο Βενιζέλος επέστρεψε από το Παρίσι στην Κρήτη, και λίγο αργότερα σχημάτισε κυβέρνηση στην Αθήνα (3 Ιουλίου1928), προκήρυξε εκλογές και τις κέρδισε θριαμβευτικά (19 Αυγούστου 1928), κερδίζοντας τις 223 από τις 250 βουλευτικές έδρες. Κυβέρνησε την Ελλάδα σε κλίμα αστάθειας και πολιτικών παθών, παραιτούμενος και επανερχόμενος, με στρατιωτικές επεμβάσεις (Πλαστήρας, κ.ά.), μια νέα δολοφονική απόπειρα εναντίον του (6 Ιουνίου 1933) που είχε οργανωθεί από τον ίδιο τον αρχηγό της Αστυνομίας Αθηνών, κι ένα κίνημα υπέρ του (1.3.1935) που, μετά την αποτυχία του, ο Βενιζέλος έφυγε από την Ελλάδα, ενώ λίγο αργότερα (25 Νοεμβρίου 1935) ο βασιλιάς επανήλθε.

 

Στο Παρίσι όπου και πάλι κατέφυγε, ο Βενιζέλος πέθανε στις 18 Μαρτίου 1936. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε πανελλήνια θλίψη και παγκόσμια συγκίνηση. Η σορός του μετεφέρθη στα Χανιά κι ετάφη στο Ακρωτήρι.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που καθόρισε, διέγραψε κι ακολούθησε μια σταθερή όσο και ρεαλιστική πολιτική για το Κυπριακό ζήτημα, βασισμένη σε αναγνωρισμένες αρχές. Δεν ήταν βέβαια ποτέ δυνατό να απορρίψει τον τελικό στόχο της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, πίστευε όμως ότι ο τελικός αυτός στόχος ήταν δυνατό να επιτευχθεί μόνο σταδιακά και περνώντας από διάφορες συνταγματικές φάσεις. Είχε την πεποίθηση ότι το Κυπριακό έπρεπε να τίθεται ως πρόβλημα μεταξύ Αγγλίας και Κύπρου, με την Ελλάδα να τηρεί «ουδέτερη» στάση και ν' ακολουθεί μη επεμβατική πολιτική. Αυτή βασικά η ελληνική πολιτική έναντι του Κυπριακού ακολουθήθηκε ενόσω ο Βενιζέλος δέσποζε της πολιτικής σκηνής, στην περίοδο 1912 -1935, και ιδίως το 1928 - 1935, αλλά σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τις μεταγενέστερες ελληνικές κυβερνήσεις, κάτω βέβαια και από την συνεχώς αυξανόμενη πίεση των ιδίων των Ελλήνων της Κύπρου. Βέβαια η πολιτική του Βενιζέλου σε σχέση με την Κύπρο είχε χαραχθεί στο πλαίσιο των τότε ευρύτερων και γενικότερων πολιτικών και στρατιωτικών καταστάσεων και με βάση τις τότε δυνατότητες αλλά και αδυναμίες της Ελλάδας, αν και στους χάρτες της εποχής εκείνης που εξέφραζαν γεωγραφικά την «Μεγάλη Ιδέα» και την Ελλάδα των «πέντε θαλασσών και των δυο ηπείρων», η Κύπρος δεν παραλειπόταν.

 

Ωστόσο από το 1912-13, ο Βενιζέλος είχε ασχοληθεί σοβαρά και με την Κύπρο και είχε σχεδόν επιτύχει την ένωσή της με την Ελλάδα σ' αντάλλαγμα λιμενικών διευκολύνσεων που η χώρα του θα παρείχε στην Αγγλία, στην οποία θα έδινε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το Αργοστόλι της Κεφαλληνίας. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις του Βενιζέλου με τους Βρεττανούς δεν ολοκληρώθηκαν γιατί στο μεταξύ ξέσπασε ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος (βλέπε λήμμα Αργοστόλι). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ελληνοαγγλική αυτή διευθέτηση, την οποία ο Ουΐνστον Τσέρτσιλ θεωρούσε ως μέρος μιας γενικότερης συμφωνίας, ο Βενιζέλος αντιμετώπισε και την αντίδραση στενών συνεργατών του στην Ελλάδα, όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, σαφώς φιλογερμανός, ενώ και το ίδιο το παλάτι, που είχε συγγενικούς δεσμούς με τη Γερμανία, δεν ευνοούσε τις ερωτοτροπίες του Βενιζέλου με την Αγγλία και τη Γαλλία.

 

Οι επιτυχείς Βαλκανικοί πόλεμοι καθώς και η συμμετοχή, τελικά, της Ελλάδας στον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, δεν ευεργέτησαν την Κύπρο αν και η τελευταία είχε συμμετάσχει κι είχε πληρώσει τον δικό της φόρο αίματος. Με τις συνθήκες του Νεϊγύ (1919) και των Σεβρών (1920), κι έχοντας και την υποστήριξη του Λόυδ Τζώρτζ, ο Βενιζέλος εξασφάλισε τη Θράκη, τα Δωδεκάνησα (εκτός της Ρόδου), την Ίμβρο και την Τένεδο, ακόμη και τη Σμύρνη, όμως δεν ήταν δυνατό να προβάλει αξιώσεις και επί της Κύπρου που κατεχόταν από την φίλη Αγγλία. Λίγο αργότερα, κι αφού στο μεταξύ συντελέσθηκε η Μικρασιατική καταστροφή, ο Βενιζέλος διαπραγματεύθηκε με τον Ατατούρκ και η συνθήκη της Λωζάνης (1923) ευνόησε την Κύπρο από την άποψη ότι η Τουρκία είχε επίσημα παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα ή διεκδίκηση στο νησί, στα πλαίσια των αμοιβαίων υποχωρήσεων, βάσει των οποίων και η Ελλάδα έχασε μερικές περιοχές, όπως η ανατολική Θράκη.

 

Εις ό,τι αφορά τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο η Αγγλία είχε κάνει μια ακόμη προσφορά της Κύπρου, που θα ήταν δυνατό να ενωθεί με την Ελλάδα αν η τελευταία συμμετείχε στον πόλεμο. Το 1914, με την ευκαιρία της προσάρτησης της Κύπρου από την Αγγλία, ο Βενιζέλος δήλωσε ότι: «ἡ προσάρτησις πρέπει νά χαρακτηρισθῇ ὡς τό τελευταῖον στάδιον πρός τήν ἐθνικήν ἀποκατάστασιν τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑλληνικῆς νήσου. Συμφώνως προς μυστικάς πληροφορίας, τάς ὁποίας κέκτηται ἡ κυβέρνησις, ἡ ἓνωσις τῆς Κύπρου μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος συντόμως θά πραγματοποιηθῇ...» (εφ. Ἐλευθερία Ἀθηνών, 14.11.1914). Η κυβέρνηση όμως του Αλ. Ζαΐμη, που διαδέχθηκε τον Βενιζέλο στην εξουσία, απέρριψε την αγγλική προσφορά (17.10.1915).

 

Με τη λήξη του μεγάλου πολέμου, αναπτερώθηκαν και πάλι οι ελπίδες των Κυπρίων για προώθηση του ενωτικού τους αιτήματος, και για μια ακόμη φορά απευθύνθηκαν στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Μια κυπριακή πρεσβεία υπό τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ', ξεκίνησε για μια νέα σταυροφορία που κράτησε 2 χρόνια (1918-1920). Το ταξίδι της πρεσβείας περιελάμβανε και το Παρίσι, όπου επραγματοποιείτο η διάσκεψη της Ειρήνης με τη συμμετοχή και του Βενιζέλου. Στη διάσκεψη ο Βενιζέλος είχε πραγματικά υποβάλει (στις 30 Δεκεμβρίου 1918), υπόμνημα για τις ελληνικές διεκδικήσεις που περιελάμβαναν την βόρειο Ήπειρο, τη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη, εδάφη της Μικράς Ασίας, και την Κύπρο. Η σταθερή υποστήριξη του αιτήματος για την Κύπρο στη διάσκεψη της Ειρήνης ήταν πολύ προβληματική για τον Βενιζέλο επειδή ήταν ελληνική διεκδίκηση που απευθυνόταν στην ίδια την Αγγλία, αλλά και επειδή υπήρχαν και άλλες διεθνείς αντιδράσεις σε μια τέτοια διευθέτηση. Αν και ο Λόυδ Τζώρτζ δήλωσε πως η εκχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα ήταν ζήτημα δικαιοσύνης και ηθικής, ο Βενιζέλος δεν ήταν σε θέση να απαιτήσει την Κύπρο. Ωστόσο επίσημα υπέβαλε και την διεκδίκηση αυτή στο Συμβούλιο των Δέκα στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ενώ παράλληλα η κυπριακή πρεσβεία εργαζόταν στο Λονδίνο για την υπόθεση της ένωσης, σε συνεννόηση με τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Σύγκρουση ωστόσο μεταξύ κυπριακής πρεσβείας και Βενιζέλου σημειώθηκε τον Μάρτιο του 1919, όταν οι Κύπριοι έκριναν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν προωθούσε αρκετά δυναμικά την υπόθεσή τους και ζήτησαν να μεταβούν στο Παρίσι για να την παρουσιάσουν οι ίδιοι στη διάσκεψη της Ειρήνης. Η πρεσβεία πήγε στο Παρίσι τον Αύγουστο, και ο Βενιζέλος αναθέρμανε τις ελπίδες της. Όμως τελικά οι δυσκολίες δεν ξεπεράστηκαν· αντίθετα πολλαπλασιάστηκαν εξαιτίας των δεσμεύσεων της Αγγλίας με τη Γαλλία και νέων δεδομένων που δημιουργήθηκαν στο μεταξύ στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου (θέμα Αλεξανδρέττας, θέμα Συρίας - Λιβάνου και θέμα πετρελαίων) που καθιστούσαν την Κύπρο στρατηγική περιοχή για τα αγγλογαλλικά συμφέροντα. Πρέπει συναφώς να λεχθεί ότι εξαιτίας προηγούμενης δέσμευσης, η Αγγλία έπρεπε να έχει και τη γαλλική συγκατάθεση για οποιαδήποτε προσφορά της Κύπρου. Έτσι, ο Βενιζέλος, που απασχολείτο και με όλες τις άλλες ελληνικές διεκδικήσεις, ανακοίνωσε στους απογοητευμένους Κυπρίους (Αύγουστος, 1920), την οριστική απόφαση της Αγγλίας να μη παραχωρήσει την Κύπρο. Σχετική ανακοίνωση εξέδωσε και το αγγλικό υπουργείο Αποικιών στις 26 Οκτωβρίου 1920.

 

Ωστόσο ο Βενιζέλος προσπάθησε να διατηρήσει ανοιχτό το ζήτημα της Κύπρου, όμως η Μικρασιατική καταστροφή επηρέασε σημαντικά και τη διαπραγματευτική του θέση στο Κυπριακό. Λίγο αργότερα, το 1925, η Αγγλία προχώρησε στην ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος.

 

Σοβαρή διαφορά απόψεων, ουσιαστικά εις ό,τι αφορούσε την τακτική για το Κυπριακό ζήτημα, μεταξύ της κυπριακής ηγεσίας και του Βενιζέλου, προέκυψε και στην περίοδο από το 1928 κ.ε., και ιδίως στις παραμονές του κινήματος του Οκτωβρίου 1931 στην Κύπρο, το οποίο ο Βενιζέλος αποδοκίμασε, δηλώνοντας μάλιστα ότι δεν εδημιουργείτο θέμα μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρεττανίας γιατί τούτο ήταν αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση της δεύτερης. Η στάση αυτή του Βενιζέλου απέναντι στο κίνημα του Οκτωβρίου 1931, προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και στην Κύπρο αλλά κυρίως στην Ελλάδα. Ωστόσο η στάση του ήταν συνεπής προς την επί του Κυπριακού πολιτική του, όπως την εκθέσαμε πιο πάνω.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γ. Π. Πικρός, Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό, Φιλιππότης, Αθήνα, 1980. Π. Τερλεξής, Διπλωματία και πολιτική τού Κυπριακού -ανατομία ενός λάθους. Αθήνα, 1971, σσ. 67-106 και σποράδην. Ν. Κλ. Λανίτης, Ἡ δούλη Ἑλλάς τοῦ Νότου. Αθήνα, 1954. Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ἱστορία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τ. Δ', σσ. 19, 66, 73 κ.α. G.S. Georgallidess, A Political and Administrative history of Cyprus, 1918-1926, Nicosia, C.R.C. 1979, Π. Στυλιανού, To κίνημα του Οκτώβρη του 1931 στην Κύπρο. Λευκωσία, 1984, σσ 238-249.

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image