Βυζαντινά νομίσματα

Image

Το βυζαντινό νόμισμα, ως το νόμισμα μιας από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες αυτοκρατορίες, διαδραμάτισε επί σειρά αιώνων πολύ σημαντικό ρόλο στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές που διενεργούνταν μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού χωρών που αποτελούσαν την μεγάλη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά και πολλών άλλων χωρών που συναλλάσσονταν μ' αυτή. Το χρυσό βυζαντινό νόμισμα κυριαρχούσε στο παγκόσμιο εμπόριο ως τις αρχές του 13ου αιώνα. Για το λόγο αυτό, η μελέτη των βυζαντινών νομισμάτων παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον τόσο από ιστορικής όσο και οικονομικής απόψεως. Το θέμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κύπρο που απετέλεσε μέρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας για οκτακόσια περίπου χρόνια (395-1191 μ.Χ.) και σ' όλο αυτό το διάστημα, μ' εξαίρεση μικρές μόνο χρονικές περιόδους κατά τις οποίες είχαν κοπεί νομίσματα στην Κύπρο, τα βυζαντινά νομίσματα αποτελούσαν το επίσημο νόμισμα του νησιού. Απόδειξη της ευρείας χρήσης που είχαν στην Κύπρο τα βυζαντινά νομίσματα κατά την πιο πάνω περίοδο, αλλά και αργότερα, είναι η κατά καιρούς ανακάλυψη σημαντικών θησαυρών βυζαντινών νομισμάτων σε διάφορα μέρη του νησιού, μερικοί από τους οποίους ανακαλύπτονται ακόμη και σήμερα.

 

Μεταξύ των βυζαντινολόγων δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την εποχή κατά την οποία εμφανίζεται το βυζαντινό νόμισμα Μια ομάδα υποστηρίζει ότι τούτο αρχίζει από την εποχή του Αρκαδίου (395-408 μ.Χ), όταν το Ρωμαϊκό κράτος διαιρέθηκε σε ανατολικό και δυτικό, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι τα πρώτα βυζαντινά νομίσματα εμφανίζονται με την κατάλυση του δυτικού κράτους (476 μ.Χ.), οπότε έπαυσε και η νομισματοκοπία του. Πάντως μέχρι την εποχή του Αναστασίου Α' (491-518 μ.Χ.) οπότε έγινε νομισματική μεταρρύθμιση και άρχισαν τα μεγάλα νομίσματα που χαρακτηρίζουν τη βυζαντινή νομισματοκοπία, τα βυζαντινά νομίσματα, χρυσά και αργυρά, κόπτονταν στους παραδοσιακούς ρωμαϊκούς τύπους. Τα. κυριότερα βυζαντινά νομίσματα ήταν τα χρυσά, πολλά από τα οποία σώθηκαν μέχρι σήμερα, τα αργυρά, που απαντώνται πιο σπάνια, και τα χάλκινα που, όπως και τα χρυσά, αποτελούσαν σημαντικό μέρος της κυκλοφορίας.

 

Το κυριότερο χρυσό νόμισμα είναι το σολδίον που ονομαζόταν από τους Βυζαντινούς «νόμισμα". Το σολδίον ήταν αρχαίο χρυσό νόμισμα που το 312 μ.Χ. εισήχθη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ως νομισματική μονάδα του Ρωμαϊκού κράτους (aurens solidus) για να αποτελέσει στη συνέχεια το κυριότερο νόμισμα του Βυζαντίου. Με την εισαγωγή του χρυσού σολδίου τέθηκαν τα θεμέλια του βυζαντινού νομισματικού συστήματος, η σταθερότητα του οποίου μέχρι τον 11ο και σε κάπως μικρότερο βαθμό μέχρι το 13ο αιώνα, υπήρξε πράγματι εξαιρετική. Το βάρος του σολδίου παρά τη μακρά διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν παρουσιάζει μεταβολές. Αυτό κυμαινόταν πάντοτε μεταξύ 3,80 -4,35 γρ. Η καλή ποιότητα του χρυσού από τον οποίο κοβόταν το νόμισμα αυτό διατηρήθηκε αναλλοίωτη για αιώνες, μέχρι του Μιχαήλ Ζ' (1071 μ.Χ.). Τελικά, όμως, τούτο δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τις κατά καιρούς κρίσεις. Η αξία του άρχισε να μειώνεται σημαντικά μετά τον 11ο αιώνα, όταν άρχισε να παρακμάζει και η ίδια η Βυζαντινή αυτοκρατορία, οπότε αρχίζουν να κόβονται νομίσματα από ήλεκτρο (μείγμα χρυσού και αργύρου). Η πτώση του βυζαντινού νομίσματος γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τα μέσα του 13ου αιώνα, οπότε τούτο αρχίζει να εκτοπίζεται από τα χρυσά νομίσματα των ιταλικών κρατών (La buona moneta d'oro).

 

Επί εποχής του Ιωάννη Γ' (1222-1254) το βυζαντινό χρυσό σολδίον, που στο μεταξύ ονομαζόταν και υπέρπυρον. άξιζε μόνο τα 2/3 της ονομαστικής του αξίας, δηλαδή 16 καράτια αντί 24. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1259-1282) η αξία του ήταν 15 καράτια και κατά τα πρώτα χρόνια του Ανδρόνικου Β' (1282-1328) μόνο 14 καράτια. Τέλος, στις αρχές του 14ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία περνούσε νέες δύσκολες συνθήκες, το υπέρπυρον έπεσε στη μισή αξία που είχε κάποτε. Εξαιτίας της υποτίμησης του σημειώθηκε αισθητή αύξηση των τιμών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα μεγάλες μάζες του πληθυσμού να γνωρίσουν δύσκολες στιγμές πείνας και αθλιότητας.

 

Από του Αναστασίου Α' (491-518) μέχρι του Κωνσταντίνου Ε' (741-775) το σολδίον είχε δυο μικρότερες υποδιαιρέσεις: το μισό σολδίον που ονομαζόταν και σεμίσσιον (semis, semissis) θεωρητικού βάρους 2,27 γρ. και τα τρίτα του σολδίου ή τρεμίσσια (triens, tremissis), θεωρητικού βάρους. 1,52 γρ., τα οποία αποτελούσαν το τρέχον νόμισμα. Το σολδίον που εισήχθη επί Κωνσταντίνου διατηρήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας με το αυτό βάρος, απλώς προστέθηκε και νέα υποδιαίρεση, του τεταρτήρου (1/4 του σολδίου), που κόπηκε επί Νικηφόρου Φωκά στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα.

 

Κατά τη βασιλεία των Βασιλείου Β' και Κωνσταντίνου Η', στην αρχή του 11ου αιώνα, υπήρχαν δυο ειδών νομίσματα, ένα με παχύ και ένα με λεπτό πέταλο, που χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Το παχύ νόμισμα, που ήταν μικρό και έμοιαζε ως προς την τεχνοτροπία του με το παλαιό σολδίον και είχε βάρος 4,01 γρ., έπαυσε να χρησιμοποιείται επί Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118 μ.Χ.), ενώ το λεπτό νόμισμα, που είχε βάρος 4,40 και σχήμα σκυφωτό, επεκράτησε. Το σχήμα του λεπτού αυτού νομίσματος οφειλόταν σ' άγνωστους λόγους, πιθανόν τεχνικούς ή ίσως για να διακρίνεται από τα νομίσματα με παχύ πέταλο με τα οποία κυκλοφορούσε συγχρόνως.

 

Στο σολδίον είχαν κατά διαστήματα δοθεί διάφορες ονομασίες όπως χρυσό ή βυζαντινό σολδίον (solidis bysantii) ή απλώς βυζαντινόν (bysantii). To χρυσό βυζαντινό νόμισμα ονομαζόταν και «ολοκοτίνη»(εκ του όλος + coctum). Τα σολδία από το 12ο αιώνα παίρνουν το όνομα του εκάστοτε αυτοκράτορα και ονομάζονται μανουηλότα, ρομανάτα, κωνσταντινάτα (όπως στους νεώτερους χρόνους τα ναπολεόνια). Το βυζαντινό νόμισμα από την εποχή του Αλεξίου Α' (1081- 1118) αρχίζει να ονομάζεται υπέρπυρον. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αλλά και αργότερα, αν και το υπέρπυρον δεν ήταν πλέον πραγματικό νόμισμα, αλλά ονομαστική αξία που αντιστοιχούσε προς ορισμένο ποσό πραγματικών νομισμάτων που βρίσκονταν στην κυκλοφορία. Μάλιστα για κάποια περίοδο της τουρκοκρατίας γίνονταν αναφορές σε υπέρπυρα ως δηλωτικά βαρύτιμων χρυσών νομισμάτων.

 

Εκτός από τα χρυσά, υπήρχαν και τα αργυρά βυζαντινά νομίσματα. Κατά την αρχή της ίδρυσης του ανατολικού κράτους διατηρήθηκε το ρωμαϊκό αργυρό νόμισμα που κοβόταν επί Νέρωνος και εισήχθη εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Το νόμισμα αυτό είχε βάρος 1/96 της ρωμαϊκής λίτρας και ονομαζόταν μιλλιαρίσιον (milliarensis). Υπήρχε επίσης και μισό μιλλιαρίσιον που ονομαζόταν σίλικος. Δώδεκα μιλλιαρίσια αποτελούσαν ένα χρυσό νόμισμα ή μια ολοκοτίνη. Το μιλλιαρίσιον υποδιαιρείτο σε 24 φόλλεις, που αποτελούσαν βυζαντινό νόμισμα μικρότερης αξίας (follis = φόλις ή φόλα ή φόλλη ή φάλερον), ενώ 1 σίλικος ισοδυναμούσε με 12 φόλλεις ή το 1/24 του χρυσού σολδίου.

 

Επί Ιουστινιανού ο σίλικος έφερε τα γράμματα CN και ζύγιζε 1,36-1,38 γρ., ενώ το μισό του, που ζύγιζε 0,62 γρ. έφερε τα γράμματα ΡΚΕ. Από του Ηρακλείου μέχρι του Ιουστινιανού Β' κόβονταν μιλλιαρίσια (βάρους 6,72 γρ.) και το μισό τους, αλλά και τα δυο κόβονταν πολύ σπάνια. Ο Αλέξιος Α' (1081-1118) που έκαμε νομισματική μεταρρύθμιση, εισήγαγε νέο αργυρό νόμισμα με παχύ πέταλο. Επί Ανδρόνικου Β' (1282-1328) και Μιχαήλ Θ' (1295-1320) έγινε προσπάθεια να ενταθεί ακόμη περισσότερο η χρήση αργυρών νομισμάτων σε βάρος των χρυσών και γι’   αυτό κόπηκαν νομίσματα που είχαν τη μορφή βενετικών μεταπανίων. Επί Μανουήλ Β' (1391- 1425) έγιναν και άλλες μεταβολές που οδήγησαν σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση της περιεκτικότητας του νομίσματος σε χρυσό. Αποτέλεσμα των αλλαγών αυτών, εξαιτίας των οποίων το μεγαλύτερο ποσοστό ακόμη και του χρυσού νομίσματος αποτελούσε πλέον το ασήμι, ήταν να αλλοιωθεί το χρώμα του νομίσματος και να μετατραπεί σε σχεδόν λευκό απαστράπτον νόμισμα. Τούτο συνέβαλε ώστε από την εποχή αυτή στα διάφορα έγγραφα, αντί των βυζαντίων ή υπερπύρων, να αρχίσει να χρησιμοποιείται το επίθετο άσπρος, που προέρχεται εκ του λατ. asper = τραχύς. Επειδή οι asperi nummi (τραχέα νομίσματα των Λατίνων και των Βυζαντινών) διατηρούσαν κάθε μεταλλική τους λάμψη, το asperum κατάντησε να σημαίνει το λευκό, το άσπρο ˙ τούτο στην αρχή δήλωνε κάθε απαστράπτον νόμισμα από οποιοδήποτε μέταλλο. Αργότερα όμως, επειδή τη λευκότητα είχε μόνο το ασήμι, άσπρα λέγονταν μόνο τα αργυρά νομίσματα. Κατ' αναλογία λευκά ονομάστηκαν και τα βυζάντια που είχαν άσπρο ή σχεδόν άσπρο χρώμα, γιατί στο μείγμα από το οποίο κόβονταν κυριαρχούσε το ασήμι.

 

Το χάλκινο νόμισμα που εισήχθη επί Αναστασίου Α' (491-518) και ονομαζόταν νούμμιον, παρέμεινε το πρότυπο μέχρι του Κωνσταντίνου Δ' (685 μ.Χ.). Η λέξη νούμμος που παρελήφθη από τους Ρωμαίους, ως nummus, κατά τη Βυζαντινή εποχή σήμαινε γενικά το νόμισμα, αλλά και το μικρότερο χάλκινο νόμισμα που υπήρχε (βάρους 3,55 - 2,60). Το νόμισμα τούτο έφερε σημεία που δήλωναν την αξία του, το νομισματοκοπείο και τη χρονολογία κοπής του. Ό,τι επρόκειτο για νούμμια, τούτο, από εποχής του Αναστασίου, δηλωνόταν με τα γράμματα Ν - Μ. Επίσης με γράμματα ή αριθμούς δηλωνόταν και η αξία του νομίσματος σε νούμμια. Οι κύριες υποδιαιρέσεις του είναι τεμάχια των 40,20,10 και 5 νουμμίων που αναλόγως ονομάζονταν τεσσαρακοντανούμμια, εικοσανούμμια, κλπ., και έφεραν τα αντίστοιχα γράμματα Μ, Κ, Ι και Ε ή ΧΧΧΧ, XX, Χ και V.

 

Τα νομίσματα αυτά κόβονταν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, την Κύζικο, τη Νικομήδεια, την Αντιόχεια και την Καρχηδόνα. Εκείνα που κόπηκαν στην Αλεξάνδρεια είναι των 12 νουμμίων (IB), 6 νουμμίων (Στ), και 3 νουμμίων (Γ). Η Θεσσαλονίκη έχει δικές της υποδιαιρέσεις, ήτοι: 16 (ΙΣτ'), 8 (Η), 4(Δ), 3(Γ) και 2(Β) νουμμίων. Από του Βασιλείου Α' (867-886) δεν δηλώνεται πλέον η αξία των νομισμάτων. Πολλά χάλκινα νομίσματα ήδη μετά τον Ιουστινιανό Α' (527-565) ξανακόβονται πάνω σε παλαιότερα νομίσματα. Μερικοί μάλιστα αυτοκράτορες (Κωνσταντίνος Γ, Αλέξιος Α) ως πέταλα χρησιμοποιούν μόνο παλαιότερα νομίσματα.

 

Η ισοτιμία του χρυσού σολδίου ή υπερπύρου προς τα άλλα βυζαντινά αργυρά ή χάλκινα νομίσματα ή τις υποδιαιρέσεις τους ήταν η ακόλουθη: 1 χρυσό σολδίον ή υπέρπυρον ισοδυναμούσε με 12 αργυρά μιλλιαρίσια ή με 24 αργυρούς σιλίκους, ενώ 1 μιλλιαρίσιον ισοδυναμούσε με 2 σιλίκους, 1 σίλικος με το 1/24 του υπερπύρου ή με 12 νούμμια ή 2 κεράτια και 1 κεράτιον με 12 φόλλεις.

 

Τα βυζαντινά νομίσματα, όσον αφορά τους τύπους και την τεχνική, αποτελούν συνέχεια της παράδοσης και φέρουν είτε τις προτομές των αυτοκρατόρων είτε, αντί των αρχαίων συμβόλων, χριστιανικά σύμβολα. Τους αρχαίους θεούς αντικαθιστούν παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας και αργότερα διαφόρων αγίων. Επίσης, πάνω στα χάλκινα, μαζί με τα γράμματα που δηλώνουν την αξία τους, υπάρχει και ο σταυρός.

 

Στην Κύπρο κατά διαστήματα βρέθηκαν διάφοροι θησαυροί βυζαντινών νομισμάτων που επιβεβαιώνουν ότι τα ίδια νομίσματα που χρησιμοποιούνταν στις υπόλοιπες περιοχές του Βυζαντίου κυκλοφορούσαν και στο νησί. Οι σημαντικότεροι απ' αυτούς είναι οι θησαυροί της Λαζανιάς, της Χάρτζιας, της Λεμεσού, της Αχεράς κ.α.

 

Ο θησαυρός της Λαζανιάς περιλαμβάνει συνολικά 783 νομίσματα. Το πρώτο μέρος του θησαυρού αυτού αποτελείτο από 490 νομίσματα και βρέθηκε κοντά στο χωριό Λαζάνια τον Σεπτέμβρη του 1936 (Inv. No. 1936/IX-28/1). Το δεύτερο μέρος του θησαυρού αυτού, που αποτελείτο από 293 νομίσματα, βρέθηκε στο ίδιο μέρος τον Γενάρη του 1937 (Inv. No. 1937/1-5/3). Τα νομίσματα αυτά ήσαν κρυμμένα σε περιοχή μακριά από το χωριό για μεγαλύτερη ασφάλεια. Όλα τα νομίσματα ήταν σκυφωτά και αποτελούνταν από μείγμα χρυσού και αργύρου (ήλεκτρο). Κόπηκαν κατά το 12ο αιώνα επί Ιωάννη Β' (1118-1143) και Μανουήλ Α' (1143-1180) και είναι τριών τύπων.

 

Ο θησαυρός της Χάρτζιας βρέθηκε το 1944 στην περιοχή Παλιοεκκλησιά ή Καταρράκτης του χωριού Χάρτζια. Απετελείτο από 169 νομίσματα φόλλεις τα οποία, εκτός από ένα που κόπηκε επί Ιουστίνου Β' (565-578) κόπηκαν επί Ηρακλείου (610-641), 79 τεμάχια, και Κώνσταντος Β' (641-668), 89 τεμάχια. Τα νομίσματα του Ηρακλείου είναι δυο τύπων, των 40 και 20 νουμμίων. Όλα αυτά τα νομίσματα, εκτός ενός, είχαν κοπεί σε παλιό πέταλο και τα σημάδια της προηγούμενης κοπής τους είναι πολύ ευδιάκριτα. Όλα τα νομίσματα του Ηρακλείου κόπηκαν στο νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης. Απ' αυτά 27 έφεραν γράμματα με τα οποία δηλωνόταν η αξία τους σε νούμμια — το γράμμα Μ για τα 40 νούμμια και το γράμμα Κ για τα 20 νούμμια, ενώ τα υπόλοιπα 28 έφεραν μονόγραμμα.

 

Με την πάροδο του χρόνου το βάρος των νομισμάτων μειωνόταν αισθητά. Έτσι ενώ τα νομίσματα του τύπου Α, που κόπηκαν το 630 μ.Χ., είχαν βάρος 6,39 γρ., τα νομίσματα του τύπου Β, που κόπηκαν μεταξύ 640-641 μ.Χ., έχουν βάρος μόνο 4,34 γρ. Υποστηρίζεται ότι στην περίπτωση αυτή, η μείωση του βάρους των νομισμάτων οφειλόταν στην αύξηση της τιμής του χαλκού εξαιτίας της οποίας υπήρχε συχνά ο κίνδυνος η πραγματική αξία του νομίσματος να αυξηθεί πέραν της ονομαστικής του αξίας. Στην περίπτωση αυτή η μόνη λύση ήταν να αποσύρονται τα νομίσματα και στη θέση τους να κόβονται νέα με λιγότερο βάρος και μειωμένο περιεχόμενο ευγενούς μετάλλου.

 

Επίσης πιστεύεται ότι είχαν ξανακοπεί και όλα τα νομίσματα του Κώνσταντος Β', αν και σε 7 από τα 89 νομίσματα δεν διαπιστώθηκαν σημεία προηγούμενης κοπής. Τα περισσότερα απ' αυτά είναι φθαρμένα ή τουλάχιστον μερικώς φθαρμένα και ολόγυρα φαγωμένα. Ο μέσος όρος βάρους των νομισμάτων του Κώνσταντος Β' είναι 5,40 γρ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα νομίσματα του Κώνσταντος είναι κατά 1 γρ. βαρύτερα από τα τελευταία νομίσματα του Ηρακλείου. Με εξαίρεση ενός που κόπηκε στο νομισματοκοπείο της Σικελίας, όλα τα υπόλοιπα νομίσματα της εποχής του Κώνσταντος δεν φέρουν κανένα σημείο που να φανερώνει το νομισματοκοπείο στο οποίο κόπηκαν.

 

Θεωρείται βέβαιο ότι τα νομίσματα αυτά κόπηκαν πριν από τις αραβικές επιδρομές που έγιναν εναντίον της Κύπρου το 649 μ.Χ., αλλά εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται και μετά τη δεύτερη αραβική επιδρομή του 653/4 μ.Χ.

 

Ο τελευταίος θησαυρός βυζαντινών νομισμάτων βρέθηκε τον Απρίλη του 1985 έξω από το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος της Αχεράς. Ανευρέθηκαν συνολικά 145 νομίσματα 6 διαφορετικών τύπων. Είναι όλα χρυσάργυρα (ήλεκτρα). Τρεις από τους τύπους αυτούς είναι νομίσματα του Ιωάννη Β' Κομνηνού (1118-1143) και οι υπόλοιποι τρεις του Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180). Τα νομίσματα αυτά κόπηκαν στα νομισματοκοπεία της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Η καλή κατά στάση στην οποία βρέθηκαν φανερώνει ότι αυτά κρύφτηκαν κατά τις επιδρομές του 1158 ή 1161 κατά της Κύπρου από τον αιγυπτιακό στόλο και τον στόλο της Τρίπολης ή κατά την κατά κτήση της Κύπρου από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο το 1191.

 

Τα βυζαντινά νομίσματα που κυκλοφορούσαν στην Κύπρο κόβονταν εκτός Κύπρου και μεταφέρονταν στο νησί όπου χρησιμοποιούνταν στις διάφορες συναλλαγές. Όμως υπήρξαν και ελάχιστες περιπτώσεις κατά τις οποίες βυζαντινά νομίσματα κόπηκαν και στην Κύπρο. Τα πρώτα τέτοια νομίσματα κόπηκαν κατά την επανάσταση του Ηρακλείου εξάρχου της Αφρικής και του γιου του Ηρακλείου, κατοπινού αυτοκράτορα, εναντίον του Φωκά. Η κοπή των νομισμάτων αυτών τοποθετείται μεταξύ του καλοκαιριού του 608 και του Νιόβρη του 610 μ.χ. Στα νομίσματα αυτά εικονίζονται οι δυο Ηράκλειοι και αναγράφεται η αξία, η χρονολογία και το νομισματοκοπείο κοπής τους.

 

Λίγα χρόνια μετά, το νομισματοκοπείο λειτούργησε για δεύτερη φορά και το τελευταίο βυζαντινό νόμισμα κόπηκε το 628/9 μ.Χ. Το νομισματοκοπείο αυτό βρισκόταν στη Λευκωσία. Τα νομίσματα που κόπηκαν τη φορά αυτή ήσαν φόλλεις των 40 νουμμίων που έφεραν τα γράμματα ΚΥΠΡ. Το νόμισμα αυτό, που κόπηκε μόνο δυο ή τρία χρόνια, από το 624/5 ώς το 627/8 απεικό νιζε τον αυτοκράτορα μεταξύ του νεαρού γιου του Ηρακλείου Κωνσταντίνου και της δεύτερης συζύγου του Μαρτίνας. Το χάλκινο αυτό νόμισμα παρέμεινε στην κυκλοφορία και επί της βασιλείας του Κώνσταντος Β' (641-668 μ.Χ.).

 

Νομίσματα στην Κύπρο έκοψε και ο Ισαάκιος Κομνηνός που το 1184, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ανδρόνικου Α', αποστάτησε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο κυρίαρχο της Κύπρου. Κατά τα λίγα χρόνια της παραμονής του στην εξουσία, ο Ισαάκιος Δούκας Κομνηνός δεσπότης της Κύπρου έκοψε νομίσματα διαφόρων τύπων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον τρόπο της τέχνης. Είναι γνωστά επτά συνολικά νομίσματα του Ισαακίου από τα οποία το ένα είναι αργυρό και τα άλλα έξι χάλκινα. Τα νομίσματα αυτά είχαν ως πρότυπο τους τα βυζαντινά νομίσματα.

 

Την κοπή σκυφωτών νομισμάτων κατ' απομίμηση των βυζαντινών ή των νομισμάτων του Ισαακίου δεσπότη της Κύπρου συνέχισαν και μερικοί Λουζινιανοί βασιλιάδες. Τα νομίσματα αυτά ονομάζονταν λευκά βυζάντιο και ο Λεόντιος Μαχαιράς τα ονομάζει όνόμισμαν άσπρον της Κύπρου. Και τούτο γιατί τα βυζάντιο της Κύπρου ήσαν άσπρα. Ευκαιριακά ονομάζονταν και βυζάντιν και κάποτε ακόμη και λοκοτίνιν. Τα βυζάντιο αυτά κόβονταν στην Κύπρο κατ' απομίμηση των βυζαντίων (του υπερπύρου) της Κωνσταντινούπολης. Ο Martinori (La Moneta, s.v. bisante, σ. 36) λέει ότι αυτά ονομάζονταν λευκά εξαιτίας της ωχρότητας του κράματος χρυσού από το οποίο κόβονταν αυτά αποτελούνταν κατά 3,3/4 καράτια από χρυσό, κατά 4,1/4 καράτια από χαλκό και κατά 14 καράτια από ασήμι, πράγμα που σημαίνει ότι η περιεκτικότητα τους σε χρυσό ήταν μόνο 17,05%. Η κοπή των λευκών βυζαντίων συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου αιώνα της Φραγκοκρατίας. Αυτά, αν και ονομαστικά χρυσό νόμισμα, αποτελούνταν κατά το 1/6 από χαλκό, κατά τα 4/6 από ασήμι και μόνο κατά το 1/6 από χρυσό. Ως εκ τούτου το λευκό βυζάντιον ήταν πολύ πιο υποδεέστερο νόμισμα από το χρυσό νόμισμα του Βυζαντίου. Ο Φλ. Βουστρώνιος αναφέρει ότι το υπέρπυρον άξιζε 3 βυζάντιο (λευκά) και 4 καράτια, δηλαδή 3,1/6 βυζάντια.

 

Τα λευκά βυζάντια χρησιμοποιήθηκαν ως πραγματικό νόμισμα κατά τα πρώτα εκατόν χρόνια της Φραγκοκρατίας και κόπηκαν από τους βασιλιάδες Γουΐδο, Αμάλριχο, Ούγο Α', Ερρίκο Α' και Ιωάννη Α'. Η κοπή των λευκών βυζαντίων διακόπηκε οριστικά επί βασιλείας του Ερρίκου Β' (1285-1304) που εισήγαγε νέο αργυρό νόμισμα, το γρόσο και το ημίγροσο. Παράλληλα με το νέο αυτό νόμισμα, που παρέμεινε το επίσημο νόμισμα της Κύπρου μέχρι το τέλος της φραγκοκρατίας, εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται και το λευκό βυζάντιον, όχι όμως ως πραγματικό νόμισμα, αλλά μόνο ως ονομαστική αξία για σκοπούς υπολογισμού.

 

ΧΡ. Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image