Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αβανιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η διαβολή, η συκοφαντία.

Ετυμολογία:

τουρκ. avan < αραβ. awān

Ειδικές φράσεις:

"έμεινεν μας η αβανιά" (=σε περιπτώσεις όπου κάποιος κατηγορείται άδικα, αλλά η ρετσινιά μένει) "εβκάλαν μου την αβανιά" (=διέδωσαν εναντίον μου την κατηγορία)