Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αβάντικoν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ποικιλία ροδιού με γλυκόξινη γεύση.

Συνώνυμα:

Μαϊφόσικο (το)