Γεροσκήπου

Image

Χωριό της επαρχίας Πάφου, που έχει ανακηρυχθεί σε δήμο από το 1994, στη γεωγραφική περιφέρεια της πεδιάδας Πάφου, 65 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι τοποθετημένο στον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού, 3,5 χμ. ανατολικά της Πάφου.

 

Πάνω στις αποθέσεις των αναβαθμίδων (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι, χαλίκια, κλπ.) της Πλειστόκαινης γεωλογικής περιόδου και τις κρητίδες και μαργαϊκές κρητίδες του σχηματισμού Λευκάρων αναπτύχθηκαν κυρίως προσχωσιγενή εδάφη και εδάφη τέρα ρόζα. Στα εδάφη αυτά και με μια μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται γύρω στα 470 χιλιοστόμετρα, καλλιεργείται μια μεγάλη ποικιλία φυτών, όπως σιτηρά, όσπρια, φιστίκια, νομευτικά φυτά, βιομηχανικά φυτά, αμπέλια, εσπεριδοειδή, οπωροφόρα, μπανάνες, αμυγδαλιές, πατάτες και άλλα λαχανικά. Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας στη Γεροσκήπου, όπως και στα γειτονικά χωριά, εκαλλιεργείτο η μουριά, από τα φύλλα της οποίας εκτρεφόταν μεταξοσκώληκας.

 

Εξάλλου η γειτνίαση προς τη σταθερά αναπτυσσόμενη πόλη της Πάφου ενεθάρρυνε την ανάπτυξη της αγελαδοτροφίας και της αιγοπροβατοτροφίας.

 

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, με το αρδευτικό σχέδιο Πάφου αυξήθηκε η αρδευόμενη έκταση του χωριού, το δε κύριο κανάλι του σχεδίου διασχίζει το τοπίο της Γεροσκήπου δυτικά του οικισμού. Ακόμη, στο χωριό συμπληρώθηκε σχέδιο αναδασμού.

 

Εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της Γεροσκήπου εργοδοτείται και σ' άλλους τομείς απασχολήσεως.

 

Διασχίζοντας το χωριό είτε από Β. προς Ν. είτε από Δ. προς Α., διακρίνονται τρεις θαλάσσιες αναβαθμίδες. Μια αναβαθμίδα βρίσκεται κοντά στη θάλασσα και πάνω της δημιουργήθηκε η τουριστική πλαζ. Στη δεύτερη είναι κτισμένος ο οικισμός της Γεροσκήπου, ενώ η τρίτη βρίσκεται ανατολικότερα. Οι αναβαθμίδες αυτές είναι αψευδείς μάρτυρες της ανύψωσης της ξηράς σε σχέση με τη θάλασσα, οι δε γκρεμοί με το σχετικό τους ύψος είναι οι χώροι όπου στα παλαιά γεωλογικά χρόνια κτυπούσαν τα κύματα τη θάλασσας.

 

Το χωριό γνώρισε μια εντυπωσιακή πληθυσμιακή ανάπτυξη από το 1881 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 487 
1891 602 
1901 688 
1911 783 
1921 881 
1931 1046 
1946 1375 
1960 1727 
1973 2024 
1976 2218 
1982 2634 
1992 4156 
2001 5509 

 

Ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός της Γεροσκήπου εγκατέλειψε το χωριό το 1964, με οδηγίες της τουρκοκυπριακής εξτρεμιστικής ηγεσίας.

 

Η Γεροσκήπου διαθέτει όλες τις υπηρεσίες και υποδομές ενός σύγχρονου δήμου, καθώς και ποικίλες βιομηχανίες. Εξάλλου στο χωριό κατά την περίοδο 1920- 1940 λειτουργούσε μεταξουργείο. Στη Γεροσκήπου είχε λειτουργήσει παλαιότερα από τους Βρετανούς μικρό αεροδρόμιο, ο δε δίαυλός του είναι ακόμη αποτυπωμένος στο τοπίο του χωριού.

 

Η πεντάτρουλλη βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής κάπου στο κέντρο του οικισμού και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης που στεγάζεται στο αρχοντικό του Ζυμπουλάκη κάπου 50 μ. μακριά από το ναό είναι πόλοι έλξης τουριστών που διαρκώς επισκέπτονται την Γεροσκήπου. Άλλος πόλος έλξης των επισκεπτών είναι τα περίφημα λοκκούμια της Γεροσκήπου.

 

Η τοποθέτηση του χωριού πάνω στον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού επιτρέπει στη Γεροσκήπου να έχει ευχερή προσπέλαση στις δυο πόλεις της δυτικής Κύπρου. Με την Αγία Μαρινούδα συνδέεται στα ΒΑ. Εξάλλου επί τοπικού επιπέδου το πυκνό οδικό δίκτυο που δημιούργησε το σχέδιο του αναδασμού συνέδεσε τον οικισμό με κάθε περιοχή της παραθαλάσσιας έκτασης του χωριού και της Κάτω Πάφου.

 

Η γεωγραφική θέση του χωριού και το ευχερές συγκοινωνιακό δίκτυο υπήρξαν οι δυο βασικοί παράγοντες της πληθυσμιακής αύξησης που γνώρισε η Γεροσκήπου. Ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της Γεροσκήπου διακινείται καθημερινά στην Πάφο. Εξάλλου ένα μέρος των γεωργών του χωριού ενοικιάζουν γεωργικούς κλήρους στο τσιφλίκι της Αχέλειας, λίγα μόνο χιλιόμετρα στα ΝΑ. της Γεροσκήπου.

 

Στην περιοχή της Γεροσκήπου εκαλλιεργείτο, κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, μεταξύ άλλων και το ζαχαροκάλαμο. Αργότερα μαρτυρείται η καλλιέργεια άλλων ειδών, όπως λ.χ. το βαμβάκι κι ο καπνός. Παραδοσιακά, εξάλλου, εκτός από τα λοκκούμια της, η Γεροσκήπου ήταν γνωστή και για άλλα της προϊόντα, όπως το χαλλούμι και η αναρή. Ήταν επίσης γνωστή και για κατασκευή διαφόρων ειδών, όπως τα σκαμνάκια από αναθρήκα. Η περιοχή παρήγε επίσης άφθονο μετάξι.

 

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, η Γεροσκήπου συνέχισε να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα εκτροφής μεταξοσκωλήκων και παραγωγής μεταξιού, ενώ οι άλλες παραδοσιακές καλλιέργειες (ζαχαροκάλαμο, βαμβάκι κλπ.) είχαν ήδη εγκαταλειφθεί και αντικατασταθεί από άλλες. Στη Γεροσκήπου ιδρύθηκε μία από τις πρώτες μεγάλες βιομηχανίες στην Κύπρο, το Μεταξουργείον, στο οποίο συγκεντρώνονταν όλες οι ποσότητες μεταξιού που παράγονταν τόσο στη Γεροσκήπου, όσο και σε πολλές άλλες περιοχές. Το μετάξι, αφού ετύγχανε επεξεργασίας στο εργοστάσιο, στη συνέχεια συσκευαζόταν προς εξαγωγή. Το εργοστάσιο απασχολούσε περισσότερες από 180 εργάτριες, καθώς και άλλο προσωπικό, προσφέροντας έτσι και απασχόληση σε πολλούς κατοίκους της περιοχής. Απορροφούσε κάθε χρόνο γύρω στις 150.000 κιλά κουκουλιών, από τα οποία παρήγε 12.000-13.000 κιλά μετάξι, σε τέσσερις ποιότητες. Την ευθύνη λειτουργίας του είχαν Ιταλοί ειδικοί. Το Μεταξουργείον, που είχε μεγάλη οικονομική σημασία για την επαρχία της Πάφου, λειτούργησε από το 1926 μέχρι και το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Κατά τη διάρκεια δε του πολέμου, η παραγωγή μεταξιού εχρησιμοποιείτο για την κατασκευή αλεξιπτώτων. Τα εγκαταλελειμμένα για χρόνια (μετά το κλείσιμό του) κτίρια του Μεταξουργείου, στέγασαν μετά το 1964 το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Γεροσκήπου, της Εθνικής Φρουράς.

 

Σήμερα στη Γεροσκήπου λειτουργεί και αξιόλογο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, που στεγάζεται στη γνωστή οικία Χατζησμίθ, που και η ίδια αποτελεί θαυμάσιο δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, που συντηρήθηκε κι αναπαλαιώθηκε.

 

Στην παραλιακή ζώνη της Γεροσκήπου, λειτουργούν μερικές από τις μεγαλύτερες και πολυτελέστερες ξενοδοχειακές μονάδες της Κύπρου, όπως και μικρότερα ξενοδοχεία, καθώς και οργανωμένα τουριστικά διαμερίσματα. Επίσης, διάφορα καταστήματα που εξυπηρετούν το τουριστικό ρεύμα στην περιοχή. Από τέτοιες τουριστικές εγκαταστάσεις υπάρχουν οικονομικά οφέλη για την κοινότητα. Στο μεταξύ η Γεροσκήπου ανακηρύχθηκε σε δήμο, οι δε πρώτες δημοτικές εκλογές διεξήχθησαν εκεί στις 18 Απριλίου 1994. Μεταξύ των τμημάτων του οικείου δημαρχείου περιλαμβάνεται και πολιτιστικό τμήμα, που, σε συνεργασία και με την τοπική «Πολιτιστική Κίνηση Γεροσκήπου», διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1995 ο Δήμος Γεροσκήπου διοργάνωσε, καθιερώνοντάς τα, τα «Ιεροκήπια», με σκοπό να καταστούν ετήσιος πολιτιστικός θεσμός.

 

Η Γεροσκήπου μνημονεύεται από τον Στράβωνα: «εἶτ’ ἂκρα Ζεφυρία, πρόσορμον ἒχουσα, καί ἂλλη Ἀρσινόη, ὁμοίως πρόσορμον ἒχουσα καί ἱερόν καί ἂλσος ˙ μικρόν δ' ἀπό τῆς θαλάττης καί ἡ Ἱεροκηπίς». Στη Γεροσκήπου σύμφωνα με την παράδοση υπήρχαν οι ιεροί κήποι της θεάς Αφροδίτης, απ’ εδώ δε πιθανό ξεκινούσαν οι χιλιάδες προσκυνητές για την Παλαίπαφο όπου βρισκόταν ο ναός της.

 

Με την ονομασία Ιεροκηπιά σώζεται και σήμερα τοπωνύμιο που αναφέρεται σε μεγάλο κτήμα ΒΑ. της τοποθεσίας Μουλιά.

 

Κατά τους Μεσαιωνικούς χρόνους με τις ονομασίες Geroschipo και Hierokipos αναφέρεται από τον Φλώριο Βουστρώνιο ως βασιλικό κτήμα. Σε πολύ λίγους βενετικούς χάρτες εμφανίζεται με την ονομασία Ierochipo όχι όμως τοποθετημένη στην πραγματική της θέση.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρεται, σε σχέση προς τη Γεροσκήπου, σε ένα επεισόδιο του Ιουλίου του 1312. Τότε, τρεις γαλέρες των Γενουατών αποβίβασαν νύκτα τους στρατιώτες τους και αυτοί πήγαν και κρύφτηκαν «στο κτήμα της Γεροσκήπου» (δηλαδή στη Γεροσκήπου που ήταν κτήμα, ιδιοκτησία, του βασιλιά). Την επομένη επετέθησαν από εκεί κατά της Πάφου, της οποίας οι κάτοικοι διέφυγαν προς τα βουνά. Οι Γενουάτες λεηλάτησαν για 4 ολόκληρες ημέρες την Πάφο, πριν αναχωρήσουν μαζί με τη λεία τους. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε τότε λεηλατηθεί και η Γεροσκήπου.

           

Το χωριό φαίνεται ότι παρέμεινε ως κτήμα βασιλικής ιδιοκτησίας τουλάχιστον μέχρι το 1460. Όταν δε ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ προέβη σε ανακατανομή των κυπριακών φέουδων μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, παραχώρησε στον σημαντικό αξιωματούχο του Πέτρο ντ’ Άβιλα τόσο τη Γεροσκήπου όσο και 9 άλλα χωριά. Η πληροφορία αυτή δίνεται επίσης από τον Φλώριο Βουστρώνιο.

           

Παλαιοί επισκέπτες της Κύπρου τοποθετούν τα «Λουτρά της Αφροδίτης» στη Γεροσκήπου, και συγκεκριμένα στο νότιο άκρο του οικισμού, όπου παλαιότερα υπήρχαν τρεχούμενα νερά, των οποίων σήμερα είναι ακόμη ευδιάκριτα τα ίχνη (δες λήμμα Αφροδίτης λουτρά).

 

Ο Τζέφρυ, όπως και πολλοί ταξιδιώτες, περιγράφουν την ενδιαφέρουσα εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Επίσης ο Τζέφρυ σημειώνει πως υπάρχει ένα μεγάλο σπήλαιο, που φαίνεται να έχει ανοιχθεί στο βράχο, «απ' όπου αναβλύζει νερό, αρκετό να αρδεύσει τα παρακείμενα κτήματα. Αυτό είναι γνωστό ως Λουτρό της Αφροδίτης.» Ο ίδιος συγγραφέας μιλά για αρκετές υπεραιωνόβιες ελιές που τώρα δεν υπάρχουν. Ο Τσεσνόλα μιλά για το σημείο αυτό, προσθέτοντας πως πλάι στις ελιές φύτρωναν και χαρουπιές που με το βαθυπράσινο χρώμα των φύλλων τους δημιουργούσαν μια αντίθεση με το ασημί χρώμα της ελιάς. Ο ίδιος συγγραφέας μιλά για τάφους που ανοίχθηκαν στους βράχους (πιθανόν στη βάση της δεύτερης αναβαθμίδας όπου είναι κτισμένο σήμερα το χωριό).

 

Ο Γ. Σ. Φραγκούδης μεταξύ άλλων γράφει για τη Γεροσκήπου: «ἕν τῶν σπηλαίων τῆς Γεροσκήπου καλεῖται λουτρόν τῆς Ἀφροδίτης. Ἐδῶ λοιπόν ἒλουε τό ἁβρόν αὐτῆς καί τρυφηλόν σῶμα ἡ περικαλλής τοῦ Ἒρωτος μήτηρ; Αὐτοί εἰσιν οἱ βράχοι οἱ τόσα ἰδόντες θέλγητρα; Περίεργον εἶναι, ὃτι καί ἐν Κορίνθῳ, ἒνθα ἐλατρεύετο ἡ Ἀφροδίτη ὑπάρχουσι τοιαῦτα λουτρά καί ἐν (Νέᾳ) Πάφῳ τουρκικά τίνα λουτρά καλοῦνται τῆς Ἀφροδίτης.»

 

Εξάλλου, ο Αθ. Σακελλάριος σημειώνει πως στη Γεροσκήπου «σώζονται πολλά ἐρείπια τοῦ Μεσαίωνος, καί πιθανῶς δι' αὐτῆς ἐγένετο ἡ πρός τήν Παλαίπαφον ἐκ τῆς Νέας Πάφου ἐνιαύσιος πανήγυρις.» Ο Γκάννις, που αναφέρεται λεπτομερειακά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, σημειώνει πως στο χωριό βρίσκεται και το σπίτι του Ζυμπουλάκη, υποπροξένου της Βρετανίας. Αναφέρει πως το 1800 ο Sir Sydney Smith επισκέφθηκε τη Γεροσκήπου και τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από τη νοημοσύνη του Ζυμπουλάκη, που τον διόρισε υποπρόξενο της Βρετανίας.

 

Τα τεκμήρια αποδεικνύουν ότι η προνομιακή, από αρκετές απόψεις, όσο και εύφορη περιοχή της Γεροσκήπου ήταν κατοικημένη από τα αρχαιότατα χρόνια. Στην περιοχή υπάρχουν αρχαιότητες τόσο των Προϊστορικών χρόνων όσο και μεταγενέστερες, μέχρι και των Ρωμαϊκών χρόνων. Από τα Βυζαντινά χρόνια έχουμε τη σημαντική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, αξιόλογο σήμερα μνημείο. Το χωριό αποδεικνύεται από αναφορές σ' αυτό ότι υφίστατο και κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας (ως βασιλικό κτήμα) και της Βενετοκρατίας. Βέβαια κατά την Αρχαιότητα ολόκληρη η περιοχή της Γεροσκήπου ανήκε στο βασίλειο της Πάφου. Κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, εκτός από τις αναφορές στο χωριό ως Hierokipos και Geroschipo, σε παλαιούς χάρτες τούτο βρίσκεται σημειωμένο και ως Sipi (προφανώς ξενική παραφθορά της ονομασίας Κήποι).

 

Τοπων: Γεροσκήπου, σημερινή ονομασία της αρχαίας ελληνικής ονομασίας του χωριού (την αναφέρει ο Στράβων), Ἱεροκηπίς. Ονομασία που προήλθε από τις λέξεις ιερός και κήπος, αφού κατά την αρχαιότητα βρίσκονταν στην περιοχή του χωριού οι ιεροί κήποι της θεάς Αφροδίτης.

 

Για την εκκλησία του χωριού, την αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή, βλ. ξεχωριστό λήμμα Παρασκευής Αγίας εκκλησία, καθώς και λήμμα αρχιτεκτονική.

 

Κοντά στη Γεροσκήπου ανακαλύφθηκε ναός του Απόλλωνος Υλάτου (βλ. λήμμα Απόλλωνος ιερά).

 

Στην περιοχή της Γεροσκήπου φαίνεται ότι υπήρχε ακμάζων οικισμός κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, που πιθανότατα επλήγη καίρια ήδη από τις πρώτες αραβικές επιδρομές των μέσων του 7ου αιώνα. Τούτο μαρτυρείται από σημαντικά πρωτοχριστιανικά κατάλοιπα που έχουν έλθει στο φως από το 2002 και το 2003.

 

Συγκεκριμένα στην τοποθεσία «Άγιοι Πέντε» στα βόρεια του οικισμού, βρέθηκαν τα κατάλοιπα παλαιοχριστιανικής βασιλικής επί υψώματος που δέσποζε της περιοχής. Παρά το ότι τα κατάλοιπα της βασιλικής υπέστησαν πολύ μεγάλη καταστροφή λόγω πρόσφατων δραστηριοτήτων, ωστόσο οι σωστικές εργασίες του Τμήματος Αρχαιοτήτων και αμέσως μετά η ανασκαφή και έρευνα από ομάδα του Πανεπιστημίου Κύπρου, έχει δώσει σημαντικά στοιχεία. Η ποικιλία και η ποιότητα των εισαγμένων μαρμάρων (κίονες, τράπεζες προσφορών) και τα σπαράγματα της εντοίχιας διακόσμησης (επιπεδόγλυφα, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες) φανερώνουν ότι επρόκειτο για ένα εξαιρετικά πλούσιο και μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, που αντικατόπτριζε ασφαλώς και τη γενικότερη οικονομική και άλλη ακμή της περιοχής.

 

Ερευνήθηκε επίσης μέρος συμπλέγματος κοιμητηρίου που έχει σωθεί, το οποίο φαίνεται να βρισκόταν σε άμεση σχέση με τη βασιλική. Υπήρχαν μεγαλοπρεπείς τάφοι και μεγάλα οστεοφυλάκια, που άνκαι είχαν συληθεί στο παρελθόν, απέδωσαν ωστόσο αρκετά πλούσιο υλικό που περιελάμβανε νομίσματα, χρυσά κοσμήματα, ορειχάλκινα και οστέϊνα εξαρτήματα κ.α. Επίσης δύο ακέραια ψηφιδωτά και εκατοντάδες θραύσματα άλλων, δείχνουν ότι αρκετές από τις ταφές καλύπτονταν από ψηφιδωτά, κάτι που παρατηρείται για πρώτη φορά στην Κύπρο.

 

Σύμφωνα προς τα ανασκαφικά δεδομένα, η κύρια περίοδος χρήσης του χώρου εκτείνεται μεταξύ του 5ου και του 7ου μ. Χ. αιώνων.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image