Γούλσλεϋ σερ Γκάρνετ sir Garnet Wolseley

Image

Βρετανός στρατιωτικός, που υπηρέτησε ως πρώτος ύπατος αρμοστής της Κύπρου, αμέσως μετά την κατάληψη του νησιού από την Αγγλία. Στη θέση του ύπατου αρμοστή της Κύπρου ο σερ Γκάρνετ υπηρέτησε για 11 ακριβώς μήνες. Έφθασε ατμοπλοϊκώς στη Λάρνακα στις 22 Ιουλίου του 1878, δέκα μέρες μετά την αγγλική κατάληψη της Κύπρου, κι αναχώρησε στις 22 Ιουνίου του 1879 για να αναλάβει άλλο αξίωμα στη Νότιο Αφρική. Διάδοχός του στη θέση του ύπατου αρμοστή διορίστηκε ο σερ Ρόμπερτ Μπίνταλφ, που είχε έλθει στην Κύπρο μαζί με τον σερ Γκάρνετ κι είχε αρχικά αναλάβει τη θέση του διοικητή Λευκωσίας. (Βλέπε Αγγλοκρατία Ύπατοι Αρμοστές

 

Ο Μητροπολίτης Λάρνακας Κυπριανός υπήρξε η πρώτη θεσμική αρχή στην Κύπρο που υποδέκτηκε τον πρώτο άγγλο Κυβερνήτη στην Κύπρο.  Καλωσορίζοντας τον έθεσε το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα: "Αποδεχόμεθα την αλλαγήν της κυβερνήσεως καθ' όσον πιστεύομεν ότι η Βρετανία θα βοηθήσει την Κύπρον, όπως έπραξε και με τας νήσους του Ιονίου πελάγους, ίνα ενωθεί μετά της μητρός Ελλάδος μετά της οποίας φυσικώς συνδέεται..."

 

Ο σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ έφερε ήδη τον βαθμό του αντιστράτηγου όταν στάληκε ως ύπατος αρμοστής στην Κύπρο, την κατοχή της οποίας ανέλαβε η Αγγλία από την Τουρκία, ύστερα από μεταξύ τους «αμυντική συμφωνία» που συνομολογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Ιουνίου 1878 κι ανακοινώθηκε επίσημα στις 9 Ιουλίου 1878 στη Διάσκεψη του Βερολίνου. Το πρώτο αγγλικό πολεμικό καράβι, το «Παλλάς», έφθασε στο νησί στις 28 Ιουνίου 1878 και την επομένη κατέπλευσε μοίρα του αγγλικού στόλου υπό τον ναύαρχο Τζων Χέυ. Οι τουρκικές σημαίες υπεστάλησαν ύστερα από 307 χρόνια, κι αντικαταστάθηκαν από τις αγγλικές, οι οποίες θα παρέμεναν υψωμένες στην Κύπρο για άλλα 82 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1960. Η επίσημη μεταβίβαση της εξουσίας στην Κύπρο έγινε κατά τη διάρκεια τελετής στο διοικητήριο της Λευκωσίας στις 12 Ιουλίου 1878, δέκα μέρες πριν από την άφιξη του σερ Γκάρνετ. Η αγγλική κατοχή έγινε ειρηνικά και χωρίς οποιαδήποτε σοβαρά επεισόδια, αν και οι Άγγλοι είχαν πάρει διάφορα μέτρα για πρόληψη ή και αντιμετώπιση επεισοδίων, γιατί φοβούνταν κυρίως αντιδράσεις εκ μέρους των Τούρκων.

 

Οι Έλληνες της Κύπρου όχι μόνο δεν αντέδρασαν, αλλά και αποδέχτηκαν με ικανοποίηση την αιφνίδια γι' αυτούς αλλαγή (αιφνίδια γιατί, βέβαια, δεν είχαν ερωτηθεί). Κι αυτό για δυο λόγους:

 

  1. Επειδή την εξουσία στο νησί τους αναλάμβαναν τώρα Χριστιανοί, αντικαθιστώντας τους Μωαμεθανούς.
  2. Επειδή θεώρησαν ότι η κατάληψη του νησιού από την Αγγλία αποτελούσε σημαντικό βήμα προς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, έχοντας βέβαια κατά νουν και το παράδειγμα των Ιονίων Νησιών, που είχαν αποδοθεί στην Ελλάδα από την Αγγλία.

 

Ο Σωφρόνιος 

Οι σκέψεις αυτές αντικατοπτρίζονταν και στην προσφώνηση του Κυπρίου αρχιεπισκόπου Σωφρονίου, που υποδεχόμενος επικεφαλής του λαού τον σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ στην Αγλαντζιά, όταν ο ύπατος αρμοστής έφθασε εκεί από τη Λάρνακα, είπε μεταξύ άλλων και μετά το ὡς εὖ παρέστητε:

 

- Ἡ Κύπρος, ἐξοχώτατε, κατοικεῖται ὑπό λαοῦ φιλησύχου καί εἰρηνικοῦ, καί δέν δύναται νά ἀρνηθεῖ τούς πόθους καί τήν καταγωγήν του. Στέργομεν τήν μεταπολίτευσιν, ἐλπίζοντες ὃτι ἡ  Ἀγγλία θά ἐπαναλάβει καί ἐν τῇ  ἡμετέρᾳ νήσῳ τό παράδειγμα ὃπερ ἒδωσεν διά τῆς παραδόσεως τῶν Ἰονίων Νήσων εἰς τήν Μητέρα Ἑλλάδα. Ἡ νῆσος μας δυστυχῶς, λόγω βαρυτάτης δουλείας, ἀφέθη ἐγκαταλελειμμένη καί δέν ἐπετέλεσεν οἱανδήποτε πρόοδον, πνευματικήν ἢ  ὑλικήν.σως ηὐδόκησεν ἡ Θεία Πρόνοιανα ὑπό τό νέον καθεστώς ἡ Κύπρος ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ  ἀληθινοῦ πολιτισμοῦ. Ἐλπίζομεν λοιπόν ὃτι ἀπό σήμερον ἀρχίζει νέα ζωή διά τούς Κυπρίους καί νέα διακυβέρνησις διά φιλελευθέρων θεσμῶν. Ἐλπίζομεν ὃτι θά ἒχομεν πάντεςσα δικαιώματα νά ἐξασκῶμεν καίσα καθήκοντα νά φυλάττωμεν...

 

Ο σερ Γκάρνετ είχε φθάσει στην Κύπρο με πολυμελή συνοδεία και στρατιωτική δύναμη που την αποτελούσαν κυρίως Ινδοί. Μόλις έγινε γνωστό ότι θα έφθανε στη Λευκωσία, ο αρχιεπίσκοπος και οι λοιποί παράγοντες, μεταξύ των οποίων ήταν ο λόγιος Θεόδωρος Περιστιάνης (1836 - 1891), οργάνωσαν την υποδοχή στην Αγλαντζιά. Ο ύπατος αρμοστής έφθασε εκεί από τη Λάρνακα έφιππος, φορώντας την εντυπωσιακή στολή του αντιστράτηγου, έχοντας δίπλα του τον ελληνομαθή μεταφραστή του Έβελιν Μπέαριγκ και γύρω του σώμα υπασπιστών με επίσημες κι εντυπωσιακές στολές. Είχε ακόμη μαζί του το επιτελείο του, την όλη δε πομπή συνόδευαν και 20 έφιπποι Τούρκοι αξιωματικοί.

 

Monastery Camp 

Ο σερ Γκάρνετ ήθελε να εισέλθει με επισημότητα στην πρωτεύουσα της νέας αγγλικής κτήσης, αλλά και να εντυπωσιάσει τους Κυπρίους. Στη Λευκωσία όμως που έφτασε στις 25 Ιουλίου δεν βρήκε κατάλληλο σπίτι για να εγκατασταθεί. Κατέλυσε αρχικά στο αρχοντικό του Μιχάλη Σιακαλλή, προύχοντα της Λευκωσίας, κοντά στην εκκλησία του Τριπιώτη, που το νοίκιασε για το τεράστιο για την εποχή ενοίκιο των 250 λιρών για ένα χρόνο. Τρεις περίπου μήνες αργότερα το εγκατέλειψε κι εγκαταστάθηκε στο Μετόχι του Κύκκου, δυτικά της πόλης, μαζί με ολόκληρο το επιτελείο του. Γύρω από το Μετόχι στήθηκε στρατόπεδο, που ονομάστηκε 'Monastery Camp'. Στο μεταξύ άρχισε να στήνεται το κυβερνείο, σε λόφο κοντά στη Λευκωσία, που ήταν αρχικά και μέχρι το 1931 που πυρπολήθηκε, μεγάλη ξύλινη κατασκευή. Το κτίριο αυτό, που τα τεμάχιά του μετεφέρθησαν από την Αγγλία, συμπληρώθηκε και χρησιμοποιήθηκε  τον Δεκέμβριο του 1878.

 

Στο στρατόπεδο που δημιουργήθηκε γύρω από το Μετόχι του Κύκκου, που απείχε τότε δυο περίπου μίλια από τη Λευκωσία η οποία περιοριζόταν μόνο στην εντός των τειχών πόλη, στάθμευσε μέρος μόνο των στρατευμάτων του Γούλσλεϋ. Το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων αυτών, αποτελούμενο κυρίως από Άγγλους και Ινδούς, στρατοπέδευσε στο χωριό Μαθιάτης, 15 μίλια από την πρωτεύουσα.

 

Στην Κύπρο ο σερ Γκάρνετ δεν αντιμετώπισε μόνο θέματα διαμονής του ιδίου και των στρατευμάτων του. Κυρίως έπρεπε να διευθετηθούν σωρεία διοικητικών θεμάτων και, ουσιαστικά, να σχηματιστεί μια κυβέρνηση. Την εκτελεστική εξουσία ασκούσε βέβαια ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής, βοηθούμενος από ένα Συμβούλιο που συστάθηκε τότε, και που το αποτελούσαν:

 

  1. Ο αρχιγραμματέας.
  2. Ο αρχιλογιστής.
  3. Ο δικηγόρος του στέμματος (εισαγγελέας).

 

Ο ύπατος αρμοστής και τα μέλη του Συμβουλίου αυτού, μαζί με τρία άλλα μέλη από την Κύπρο, αποτέλεσαν και το πρώτο Νομοθετικό Συμβούλιο, που άρχισε να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα, τα λεγόμενα Ordinances. Οι τρεις Κύπριοι που αποτέλεσαν τα πρώτα τρία ιθαγενή μέλη της νομοθετικής εξουσίας ήταν ένας Έλληνας, ο Γεώργιος Γλυκύς από τη Λευκωσία, ένας Τούρκος, ο Μουσταφά Φουάτ από τη Λευκωσία, και ένας Καθολικός, ο ιταλικής καταγωγής Ριχάρδος Ματέι από τη Λάρνακα. Η πρώτη νομοθετική πράξη που εγκρίθηκε, αφορούσε τη σύσταση δικαστηρίου. Άλλα νομοθετήματα σχετίζονταν με εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας, με την εκμετάλλευση των δασών, με τα λιμάνια, με τη φορολογία κ.ά.

 

Τον Νοέμβριο του 1878, λίγο μετά την εγκατάσταση του σερ Γκάρνετ στο Μετόχι του Κύκκου, έφθασαν στη Λάρνακα με τη θαλαμηγό τους οι πρώτοι διακεκριμένοι Άγγλοι τουρίστες, που ήταν ο λόρδος και η λαίδη Μπράσσεϋ μαζί με φίλους τους. Η λαίδη Μπράσσεϋ εξέδωσε στο Λονδίνο, δυο χρόνια αργότερα, το βιβλίο Sunshine and Storm in the East, στο οποίο αφηγείται και τις εντυπώσεις της από την επίσκεψή της στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη Λευκωσία.

 

Από τον πρώτο κιόλας χρόνο της βρετανικής κατάκτησης, εκδόθηκε στην Κύπρο και η πρώτη εφημερίδα, από το Θεόδουλο Κωνσταντινίδη, ύστερα από τεράστιες δυσκολίες και κατόπιν αδείας του σερ Γκάρνετ, ο οποίος όμως απαίτησε η εφημερίδα να εκδίδεται όχι μόνο στην ελληνική αλλά ταυτόχρονα και στην αγγλική γλώσσα. Η εφημερίδα, που εξεδόθη στη Λάρνακα τον Αύγουστο του 1878, ονομαζόταν Κύπρος -Cyprus και ήταν εβδομαδιαία.

 

Φορολογία 

Πρέπει να σημειωθεί ότι με την έναρξη της αγγλικής κατοχής οι Κύπριοι επιβαρύνθηκαν με έναν ακόμη δυσβάστακτο φόρο, ένα φόρο υποτελείας που προβλεπόταν από την αγγλοτουρκική συμφωνία του 1878. Ο φόρος, που ανερχόταν στο τεράστιο ποσό των 92.799 λιρών ετησίως (που αντιστοιχούσε σε 10 σελίνια κατά κεφαλήν, αφού ο συνολικός πληθυσμός του νησιού ανερχόταν στις 186.000 κατοίκους), υποτίθεται ότι θα καταβαλλόταν στην Υψηλή Πύλη. Κατακρατείτο όμως από τους Άγγλους για αποπληρωμή ενός αγγλογαλλικού ομολογιακού δανείου που είχε πάρει η Τουρκία το 1855 για τις ανάγκες της κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο του 1853 - 56.

 

Σοβαρότατο πρόβλημα αντιμετώπιζε τότε και η σχεδόν υποτυπώδης εκπαίδευση. Κατά το 1878 λειτουργούσαν στην Κύπρο μόνο 83 σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, κι απ’ αυτά ελάχιστα μόνο στην ύπαιθρο. Ανώτερες σχολές λειτουργούσαν στις πόλεις Λευκωσία, Λεμεσό, Λάρνακα και Πάφο.

 

Τα βασικά αυτά προβλήματα, όπως και άλλα (υγείας, οικονομίας, απασχόλησης, γεωργίας κλπ.) δεν πρόλαβε βέβαια να τα αντιμετωπίσει ο σερ Γκάρνετ στην 11μηνη θητεία του στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια της οποίας εργάστηκε κυρίως για τη σταθεροποίηση της αγγλικής κυριαρχίας στο νησί και για την αποδοχή της αλλαγής τόσο από την ελληνική πλειοψηφία (73,9% τότε), όσο και από τους Τούρκους (24,4% τότε) οι οποίοι ήταν, μέχρι χθες, οι αφέντες.

 

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι πέρα από τα στρατεύματα και τους διάφορους διοικητικούς αξιωματούχους, τον σερ Γκάρνετ συνόδευσαν και ανταποκριτές του αγγλικού τύπου, που έστειλαν στο Λονδίνο τις πρώτες ανταποκρίσεις τους από την Κύπρο οι οποίες συνοδεύονταν και από γκραβούρες φωτογραφίες και σκίτσα. Οι γκραβούρες αυτές αποτελούν σήμερα μια πολύτιμη σειρά εικόνων που αποτυπώνουν το πρόσωπο της Κύπρου όπως ήταν το 1878, αλλά αποτυπώνουν και μια σειρά από στιγμιότυπα ιστορικά περί της αγγλικής κατακτήσεως.

 

Μεταξύ άλλων έφθασε στην Κύπρο και την περιδιάβασε το φθινόπωρο του 1878 και ο Βρετανός φωτογράφος Τζων Τόμσον, που έδωσε μια σειρά πολύτιμες φωτογραφίες από πολλά μέρη του νησιού.

 

Αρχικά ο ύπατος αρμοστής της Κύπρου υπαγόταν στο βρετανικό υπουργείο των Εξωτερικών, ενώ από το Δεκέμβριο του 1880 την ευθύνη για τις κυπριακές υποθέσεις ανέλαβε το υπουργείο των Αποικιών. 

 

Το δημογραφικό

Πριν φτάσει καν στο νησί στις 22 Ιουλίου 1878, ο Wolseley είχε ήδη σχεδιάσει την πολιτική που θα ακολουθούσε γιατί γνώριζε πως η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν ορθόδοξοι Έλληνες. Αυτό διαφάνηκε και από την υποδοχή που του επεφύλαξαν οι Ελληνοκύπριοι. Εκνευρίστηκε βέβαια πάρα πολύ από τα επίμονα αιτήματα των Ελληνοκυπρίων από την πρώτη στιγμή για ένωση της Κύπρου με  την Ελλάδα.

 

Γι’ αυτό δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι μια βδομάδα αργότερα, την 1η Αυγούστου 1878, σε επιστολή του στον Άγγλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Layard, αναφέρει πως «ευχαρίστως θα έβλεπα την σύνθεση του πληθυσμού να αλλοιώνεται με μετανάστες από την Τουρκία, μέχρι που οι μωαμεθανοί και οι χριστιανοί να είναι ίσοι σε αριθμό. Προσβλέπω με ευχαρίστηση σε ένα μεγάλο αριθμό Μαλτέζων μεταναστών, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, για αυτό το νησί, ενέργεια που θα μου επιτρέψει να αντιπαρατάξω τους Λατίνους με τους Έλληνες για να κρατώ τους τελευταίους σε τάξη.»

 

Παρά την εγκάρδια υποδοχή που του επιφυλάχθηκε από τους Έλληνες κατοίκους της Κύπρου, ο Wolseley έθεσε αμέσως σε λειτουργία την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Πρώιμο παράδειγμα, η πεισματώδης άρνησή του να δεχτεί την ελληνική σαν μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου. Καθώς περνούσαν όμως οι μέρες, οι αναφορές των Άγγλων διοικητών που είχε διορίσει στις έξι επαρχίες, έδειξαν ξεκάθαρα πως το ελληνικό στοιχείο υπερίσχυε δημογραφικά στο νησί, ενώ το μουσουλμανικό ήταν αριθμητικά και πολιτικά αδύναμο. Αυτό έθετε σε κίνδυνο τα ιμπεριαλιστικά σχέδια του Wolseley για να μετατρέψει την Κύπρο σε «μία ολοκληρωτικά Βρετανική επαρχία, όπου ακόμη και η γλώσσα των κατοίκων θα ήταν η αγγλική.»

 

Γι’ αυτό στις 28 Αυγούστου 1878, μόλις πέντε εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Κύπρο, ο Wolseley ζήτησε την βοήθεια του Layard για την αποστολή 50,000 τούρκων μεταναστών, επιλεγμένων από τις μάζες των Τούρκων προσφύγων που είχαν κατακλύσει την Κωνσταντινούπολη από περιοχές της Βουλγαρίας που είχαν περιέλθει κάτω από ρωσική ή βουλγαρική διοίκηση κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Μία βδομάδα αργότερα, σε δεύτερη επιστολή, ο Wolseley ζήτησε από τον Άγγλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη την αποστολή 100,000 τούρκων μεταναστών, ενώ παράλληλα, στις εκθέσεις του προς το Υπουργείο Εξωτερικών, τόσο αυτός όσο και άλλοι Άγγλοι αξιωματούχοι στην Κύπρο ισχυρίζονταν πως ακόμη δεν γνώριζαν το δημογραφικό καθεστώς της νήσου.

 

Όπως εκ των υστέρων διαφαίνεται από την πρώτη επίσημη απογραφή του 1881, ο πληθυσμός της Κύπρου ήταν μόλις 186,173, εκ των οποίων 137,631 ή 73.9% ήταν ελληνορθόδοξοι χριστιανοί και 45,458 ή 24.4% ήταν μωαμεθανοί. Τα ποσοστά αυτά ήταν γνωστά στο Wolseley το 1878. Η άφιξη 100,000 τούρκων μεταναστών, πέραν των σοβαρών προβλημάτων εγκατάστασης, σίτισης και απασχόλησης που θα δημιουργούσαν στο νησί, σκόπευε αποκλειστικά στη δημογραφική αλλοίωση της νήσου και την μετατροπή του ελληνορθόδοξου στοιχείου σε μειονότητα, με απώτερο σκοπό οποιοδήποτε αίτημα των ελλήνων να έρχεται πάντοτε αντιμέτωπο με ένα πληθυσμιακά ισότιμο αλλά αντίπαλο στοιχείο, αφήνοντας ως μόνη διέξοδο τη συνεχή παραμονή της Κύπρου στη Βρετανική επικράτεια.

 

 

Πηγές:

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
  2. Ο Sir Garnet Wolseley και τα σχέδια του για την δημογραφική αλλοίωση της νήσου από το 1878

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image