Δακκαννούρα ή τζεφάλας

Image

Με τα ονόματα αυτά είναι γνωστά στην Κύπρο τέσσερα πουλιά της οικογένειας Laniidae, που είναι τα Lanius nubicus, Lanius senator, Lanius collurio και Lanius minor.

 

Είναι πουλιά που επισκέπτονται την Κύπρο όταν μεταναστεύουν από την Αφρική προς την Ευρώπη και αντίθετα, ενώ τα δυο πρώτα απ’ αυτά μένουν και γεννούν στην Κύπρο το καλοκαίρι.

 

Lanius nubicus: Αρχίζει να έρχεται στην Κύπρο στα μέσα Μαρτίου και φεύγει στα μέσα Αυγούστου μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου. Είναι η πιο κοινή της οικογένειάς της στην Κύπρο, όπου έρχεται σε μεγάλους αριθμούς. Είναι από τα πιο χαριτωμένα πουλιά που έρχονται και γεννούν στην Κύπρο. Το χρώμα του αρσενικού είναι πολύ εντυπωσιακό: το πάνω μέρος του κορμού, από την κεφαλή μέχρι την ουρά, είναι γαλαζόμαυρο, με μια άσπρη ταινία που προεκτείνεται από το μέτωπο και ξεπερνά τα μάτια, σαν προσωπίδα. Λίγο άσπρο χρώμα υπάρχει και στις φτερούγες και στο άκρο της ουράς. Ο λαιμός και η κοιλιά είναι επίσης άσπρου χρώματος, ενώ το υπόλοιπο του κάτω μέρους του κορμού είναι τριανταφυλλί. Το χρώμα του θηλυκού είναι πιο ανοικτό και το άνω μέρος του κορμού του γκριζοκαφέ. Γεννά στα βουνά, και στις δυο οροσειρές της Κύπρου, κατά δε τον Αύγουστο, προτού φύγει, κατεβαίνει στις πεδιάδες. Κτίζει τη φωλιά του σε χαμηλά δέντρα και ψηλούς θάμνους και γεννά 4-7 αυγά γκρίζου χρώματος με καφέ στίγματα. Το μέγεθος του πουλιού αυτού είναι 17 εκατοστόμετρα εκ των οποίων τα μισά είναι η ουρά, γι' αυτό και μερικοί την ονομάζουν και μακρονούραν. Αρέσκεται να κάθεται στα εξωτερικά κλαδιά των δέντρων και να κουνά πάνω-κάτω την ουρά της. Μόλις δει κάποιο έντομο, ιδίως ακρίδες, ορμά κάθετα προς το έδαφος και το συλλαμβάνει.

 

Η δακκαννούρα αυτή γεννά σε πολύ μικρή περιοχή, από τη Μακεδονία (Ελλάδα) μέχρι το ΝΔ. Ιράν, περιλαμβανομένων της ανατολικής Βουλγαρίας, της Τουρκίας και της βόρειας Παλαιστίνης. Στην Κύπρο γεννά πολύ μεγάλος αριθμός των πουλιών αυτών, σε σχέση προς την έκτασή της, κι είναι το νησί μοναδικός τόπος για τους πτηνοπαρατηρητές που θέλουν να τη δουν και να τη μελετήσουν.

 

Lanius senator: Είναι η δεύτερη δακκαννούρα που γεννά στην Κύπρο. Έχει χρώμα καστανό στο κεφάλι, σαν κορώνα, και μαύρη γραμμή στο πρόσωπο που προεκτείνεται πίσω από τα μάτια. Η ράχη και οι φτερούγες της είναι μαύρου χρώματος με άσπρο στους ώμους, η ουρά μαύρη με άσπρο στη βάση της και η κοιλιά με το κάτω μέρος της ουράς άσπρες. Όταν πετά, φαίνεται μια κάτασπρη ταινία στη μέση των φτερούγων της. Το χρώμα της θηλυκής είναι πιο ανοικτό από του αρσενικού. Το μέγεθός της φθάνει τα 17 εκατοστόμετρα. Διαχειμάζει στην κεντρική Αφρική και όταν επιστρέφει στην Ευρώπη για να γεννήσει, προηγούνται τα αρσενικά που φτάνουν περίπου 15 μέρες νωρίτερα και διαλέγουν τα μέρη όπου θα φωλιάσουν τα θηλυκά. Στην Κύπρο έχει επισημανθεί να έχει γεννήσει, μόνο 2-3 φορές: στο Τρόοδος, στην Αυδήμου και στην Πόλη Χρυσοχούς. Κτίζει τη φωλιά της σε θάμνους και γεννά 3-6 ασπριδερά αυγά. Οι άλλες δυο δακκαννούρες, που περνούν μόνο για λίγες μέρες από την Κύπρο, όταν μεταναστεύουν, είναι:

 

Lanius collurio: To αρσενικό διαφέρει πολύ από το θηλυκό στο χρώμα, σε σημείο που να φαίνονται σαν δυο διαφορετικά πουλιά. Του αρσενικού το άνω μέρος της κεφαλής μέχρι τη ράχη είναι γκρίζο με μαύρη ταινία που περνά από τα μάτια, η δε ράχη και οι φτερούγες είναι καφέ. Η ουρά είναι μαύρη, με δυο μόνο άσπρα φτερά στην άκρη της. Άσπρα είναι το κάτω μέρος του κορμού και της ουράς. Το θηλυκό έχει χρώμα καφέ ανοικτό στο πάνω μέρος του κορμού και της κεφαλής και άσπρο στην κοιλιά και στο κάτω μέρος της ουράς. Το μέγεθός του φθάνει τα 17 εκατοστόμετρα. Γεννά σ’ όλη την Ευρώπη εκτός από το βόρειο τμήμα της και διαχειμάζει στην κεντρική Αφρική.

 

Lanius minor: Στην Κύπρο έρχεται σε μεγάλους αριθμούς το φθινόπωρο, αλλά σε μικρούς αριθμούς την άνοιξη, γιατί όπως και πολλά άλλα πουλιά, ακολουθεί και αυτό διαφορετικό δρόμο επιστροφής στην Ευρώπη. Είναι το μεγαλύτερο πουλί της οικογένειάς του, με μέγεθος περί τα 20 εκατοστόμετρα. Σε μερικά μέρη την ονομάζουν και δακκαννούραν διπλήν. Η κεφαλή μέχρι και την ουρά έχει χρώμα γκρίζο, με πλατιά μαύρη γραμμή στα μάγουλα που καλύπτει και τα μάτια. Οι φτερούγες είναι μαύρες με λίγο άσπρο στις άκρες, η ουρά επίσης μαύρη με άσπρα φτερά στις άκρες. Ο λαιμός, η κοιλιά και το κάτω μέρος της ουράς έχουν άσπρο χρώμα. Γεννά στη μεσογειακή και κεντρική Ευρώπη, στη Μικρά Ασία μέχρι και την Περσία, διαχειμάζει δε στην ανατολική τροπική Αφρική. Όπως όλες οι δακκαννούρες, τρέφεται κι αυτή με ποντικούς, σαύρες, φιδάκια, βατράχους, σφήκες, αράχνες, πεταλούδες και κυρίως ακρίδες, γι’ αυτό και το ελληνικό τους όνομα είναι ακριδοθήρες.

 

Οι δακκαννούρες είναι χρησιμότατα πουλιά και προστατευόμενα.

Φώτο Γκάλερι

Image