«δεκατρία σημεία»

Image

Στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, τα «δεκατρία σημεία» αποτέλεσαν ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα θέματα. Με τον όρο αυτό εξυπακούονται οι προτάσεις που είχε υποβάλει το 1963 ο αρχιεπίσκοπoς και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριος Γ' για τροποποίηση του Συντάγματος της κυπριακής πολιτείας, και που θεωρείται ότι προκάλεσαν  την εκδήλωση της ένοπλης ανταρσίας των Τουρκοκυπρίων και, κατ' επέκταση, τις διακοινοτικές συγκρούσεις.

 

Το Σύνταγμα που προέκυψε από τις ελληνοαγγλοτουρκικές συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου (Φεβρουάριος του 1959) οι οποίες επιβλήθηκαν στο λαό της Κύπρου και που επισφράγισαν τον τετραετή ένοπλο αγώνα των Ελλήνων του νησιού, φάνηκε από πολύ νωρίς ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει σε ικανοποιητικό βαθμό. Αυτή ήταν η αντίληψη των Ελληνοκυπρίων οι οποίοι υποστήριζαν ότι το συνταγμα και τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων,  αποτελούσαν πραγματική τροχοπέδη στη λειτουργία του νεοϊδρυθέντος Κυπριακού κράτους, ιδιαίτερα επειδή οι Τουρκοκύπριοι, που εκτελούσαν εντολές της Άγκυρας, εκμεταλλεύθηκαν από την αρχή τις ιδιοτυπίες του Συντάγματος για να πλήξουν το κράτος και να το διαλύσουν αν ήταν δυνατό, εξυπηρετώντας τους τουρκικούς στόχους που είχαν εκδηλωθεί ανοικτά από το 1956 και που απέβλεπαν στη διχοτόμηση της Κύπρου. Από Τουρκοκυπριακής πλευράς, από την άλλη, διατυπωνόπταν η θεση ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν έδειχναν καθόλου σεβασμό στα πολιτικά τους δικαιώματα, θέλοντας από την πρώτη στιγμή στιγμή να κλονίσουν τις κοινοτικές ισορροπίες που καθιέρωσε η Ζυρίχη. Κατηγορούσαν μάλιστα το Μακάριο ότι αρνήθηκε να παραχωρήσει στους Τ/κ κάποιους χωριστούς δήμους όπως προέβλεπε το Σύνταγμα και επιπλέονβ δεν τηρούνταν οι ποσοστώσεις 70:30 στην πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι μορφωμένοι με ανάλογα προσόντα για τις θέσεις αυτές.   

 

Ο πρόεδρος Μακάριος, από τα μεσα του 1962, άρχισε να κινείται παρασκηνιακά με σκοπό την τροποποίηση μερικών, τουλάχιστον, άρθρων του Συντάγματος. Προς τούτο, είχε βολιδοσκοπήσει τόσο την ελληνική όσο και την αγγλική κυβέρνηση. Από πλευράς Ελλάδας, ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ γνωστοποίησε στον Μακάριο, με επιστολή του ημερομηνίας 19 Απριλίου 1963, την κατηγορηματική αντίθεση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή σε οποιαδήποτε κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση. Η αγγλική κυβέρνηση, τόσο κατά τις σχετικές επαφές του τότε Κυπρίου υπουργού των Εξωτερικών Σπύρου Κυπριανού στο Λονδίνο, όσο και μέσω του Βρετανού υπάτου αρμοστή στην Λευκωσία σερ  Άρθουρ Κλαρκ, δεν έδωσε την εντύπωση ότι διαφωνούσε. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο σερ Άρθουρ υποστήριζε την προσπάθεια του Κυπρίου προέδρου. Το όλο θέμα είχε θέσει ο Μακάριος το 1962 (5 Ιουνίου) και στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τζων Κέννεντυ κατά τη συνάντησή τους στην Ουάσιγκτον, και φαίνεται ότι είχε βρει εκ μέρους του κατανόηση. Όμως όταν ο Μακάριος προέβη στην ενέργειά του, ο Κέννεντυ δεν βρισκόταν πια στη ζωή, γιατί είχε δολοφονηθεί στις 22 Νοεμβρίου 1963, μια μόνο εβδομάδα πριν από την υποβολή των από 13 σημεία προτάσεων του Μακαρίου.

 

Μετά την αρνητική στάση της ελληνικής κυβέρνησης, ο Μακάριος δεν προχώρησε στην ενέργειά του. Την προώθησε όμως ξανά μετά την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή (17 Ιουνίου 1963) και την ανάληψη της εξουσίας από τον Γεώργιο Παπανδρέου μετά τις εκλογές της 3 Νοεμβρίου 1963, που τις κέρδισε με ποσοστό 46%.

 

Το σχετικό έγγραφο με τις προτάσεις του για μερική αναθεώρηση του Συντάγματος, ημερομηνίας 30 Νοεμβρίου 1963, το υπέβαλε ο Μακάριος στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ, με ταυτόχρονη κοινοποίηση στις κυβερνήσεις Ελλάδας, Τουρκίας και Αγγλίας, που ήταν και οι τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» της κυπριακής ανεξαρτησίας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου. Η εισήγηση του Μακαρίου διελάμβανε τις ακόλουθες τροποποιήσεις:

 

1. Το δικαίωμα αρνησικυρίας του προέδρου και του αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας να εγκαταλειφθεί.

2. Τον πρόεδρο της Δημοκρατίας (που είναι Έλληνας Κύπριος) να αναπληρώνει κατά τις απουσίες του ο αντιπρόεδρος (που είναι Τουρκοκύπριος) αντί ο πρόεδρος της Βουλής (που είναι Έλληνας Κύπριος).

3. Ο Έλληνας πρόεδρος της Βουλής και ο Τούρκος αντιπρόεδρος να εκλέγονται από ολόκληρο το Σώμα και όχι χωριστά από τους Έλληνες και Τούρκους βουλευτές αντιστοίχως.

4. Τον (Έλληνα) πρόεδρο της Βουλής να αναπληρώνει ο (Τούρκος) αντιπρόεδρος, αντί του γηραιότερου Έλληνα βουλευτή.

5. Κατάργηση   των   συνταγματικών προνοιών για χωριστές πλειοψηφίες στη ψήφιση μερικών νόμων από τη Βουλή.

6. Εγκαθίδρυση ενιαίων αντί χωριστών δήμων. 

7. Ενοποίηση αντί διαχωρισμός στην απονομή της δικαιοσύνης.

8. Κατάργηση του διαχωρισμού των δυνάμεων ασφαλείας σε Αστυνομία και σε Χωροφυλακή.

9. Η αριθμητική δύναμη των δυνάμεων ασφαλείας να καθορίζεται με νόμους και όχι με συγκεκριμένο αριθμό ανδρών που προνοείται από το Σύνταγμα (2.000 άνδρες, με    αυξομείωση του αριθμού ύστερα από συμφωνία του προέδρου και του αντιπροέδρου, για Αστυνομία και Χωροφυλακή, και 2.000 για τον Στρατό). 

10. Η αναλογία συμμετοχής Ελλήνων και  Τούρκων στη δημόσια υπηρεσία (70% και 30% αντιστοίχως) να τροποποιηθεί με βάση τον πληθυσμό του νησιού (81,14% και 18,86% αντιστοίχως).

11. Μείωση των μελών της Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας από 10 σε 5.

12. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Δημοσίας  Υπηρεσίας  να  παίρνονται  με απλή πλειοψηφία και όχι με απόλυτη.

13. Κατάργηση της  ελληνικής (και ίσως και της τουρκικής εάν δεν υπάρξει διαφωνία) Κοινοτικής Συνελεύσεως. (Το πλήρες κείμενο των προτάσεων του Μακαρίου, δες στο βιβλίο του Α. Παυλίδη Μακάριος - Ιστορικά Ντοκουμέντα, 1980, σσ. 286 -296).

 Στις αρχές Δεκεμβρίου, ο  αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, απέρριψε τις προτάσεις του προέδρου Μακαρίου, με τις δύο κοινότητες να μπάινουν σε πορεία αντιπαράθεσης. Ο Υπουργός Εσωτερικών, Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, μιας από τις πιο σκοτεινές προσωπικότητες της κυπριακής πολιτικής ζωής τότε, πληροφορείται πως θα διανεμηθούν 300 αυτόματα όπλα από τον τουρκοκυπριακό τομέα Λευκωσίας σε Τουρκοκύπριους, εκτός της πόλης. Οι υποψίες εντείνονται όταν οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί πρότειναν, ως μέτρο βελτίωσης των διακοινοτικών σχέσεων τη διενέργεια αστυνομικών ελέγχων σε αυτοκίνητα μόνο από αστυνομικούς της ίδιας κοινότητας με τους επιβάτες. Την πρόταση αυτή αρνήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Τότε ο διοικητής της παραστρατιωτικής τουρκοκυπριακής οργάνωσης, Τ.Μ.Τ,  Μποζκούρτ διέταξε να μην σταματούν τα τουρκοκυπριακά αυτοκίνητα ή να αρνούνται την έρευνα της αστυνομίας...

Άμεσα και απόλυτα αρνητικά αντέδρασε στις προτάσεις του Μακαρίου και η Άγκυρα, με σκληρές δηλώσεις και ανοικτές απειλές λίγες μέρες αργότερα.

Στις 7 Δεκεμβρίου ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Ερκίν ανήγγειλε ότι η Άγκυρα είχε απορρίψει τις προτάσεις και την ίδια ημέρα ο Τούρκος Πρέσβης Οκζόλ έδωσε στο Μακάριο τη γραπτή απόρριψη. Ο Πρόεδρος Μακάριος δεν έκανε δεκτές τις απορρίψεις, τονίζοντας πως οι προτάσεις δόθηκαν στον Αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ και δεν δέχεται την απάντηση των ξένων κυβερνήσεων....

Τον επόμενο μήνα, τον Δεκέμβριο, και ενώ οι Έλληνες Κύπριοι γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, εκδηλώθηκε η ένοπλη εξέγερση των Τουρκοκυπρίων η οποία, εν πάση περιπτώσει, αναμενόταν.

Ήταν Σάββατο 20 προς 21η Δεκεμβρίου 1963. Ένας ασήμαντος αστυνομικός έλεγχος στην κεντρική εμπορική οδό Ερμού της Λευκωσίας άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για τα αιματηρά γεγονότα του 1963. Δύο Τουρκοκύπριοι σκοτώθηκαν και ήδη από την επομένη, η Κύπρος βίωνε μία από τις πιο έντονες περιόδους βίας που γνώρισε μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1963 προσυπογράφεται συμφωνία για κατάπαυση του πυρός. Με αφορμή τις δικοινοτικές ταραχές, η Μεγάλη Βρετανία εφαρμόζει ένα από τα παλιά σχέδια της για «επίλυση του κυπριακού». Ο Βρετανός υπουργός Αποικιών και Κοινοπολιτειακών Σχέσεων Ντάνκαν Σαντς κλήθηκε να παρέμβει με ειρηνευτική πρόταση. Ο Πρόεδρος Μακάριος και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσιούκ υπέγραψαν τη συμφωνία για τη χάραξη της πράσινης γραμμής. Ο τότε διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο στρατηγός Γιανγκ χώρισε σε δύο τμήματα τον χάρτη της Κύπρου  με ένα πράσινο μολύβι....

Η Κυπριακή Δημοκρατία προσφεύγει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Σπύρο Κυπριανού να μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ)

Ο Μακάριος επανειλημμένα κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για την κρίση που εξελίχθηκε σε χρόνια διακοινοτική διαμάχη. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις και αποδείξεις  ότι η εξέγερση των Τούρκων της Κύπρου, σχεδιάστηκε και προωθήθηκε από την Άγκυρα. Ο Ραούφ Ντενκτάς σε μια συνέντευξη του πολύ αργότερα το 1984, παραδέκτηκε ότι η ΤΜΤ ήθελε να αναζωπυρώσει την κρίση για υτό τοποθετούσε βόμβες σε τουρκικά τεμένη με στόχο να κατηγορούνται οι Ελληνοκύπριοι. 

 

Η ένοπλη αντίδραση των Τουρκοκυπρίων δεν πέτυχε τον στόχο της, που ήταν η διάλυση του Κυπριακού Κράτους και η διχοτόμηση του νησιού. Αντίθετα, οι Τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν να δεχθούν το 1971 το σύνολο σχεδόν των από 13 σημεία προτάσεων του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, καθώς και πολλά άλλα. Και πάλιν όμως ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν αποδέχθηκε το συμβιβασμό που προήλθε μεταξύ των διαπραγματευτών Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς. Επιτρέποντας στη συνέχεια στην Ελληνική Χούντα να αναλάβει δράση στην Κύπρο.  Σε επιστολή του  ο Έλληνας δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος προς τον Μακάριο, ημερομηνίας 18 Ιουνίου 1971, απειλούσε τον Κύπριο πρόεδρο με τη λήψη εναντίον του «οσωνδήποτε πικρών μέτρων» χρειαστούν, εάν δεν υποχωρούσε σε διάφορα θέματα που συζητούσε με τους Τούρκους για λύση του Κυπριακού. Ο  Γεώργιος Παπαδόπουλος σημείωνε τα εξής: ... Ἡ παρουσία ἐντός τοῦ  ὑπουργικοῦ συμβουλίου Τουρκοκυπρίου ὑπουργοῦ ρμοδίου διά τά θέματα Τοπικῆς Διοικήσεως ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ...ὑπογραμμίζει τήννότητα τοῦ Κράτους. Ἡ μοναδική αὐτή παραχώρησις -διότι οὐδεμία ἂλλη οὐσιαστικοῦ περιεχομένου ζητεῖται ἀπό τουρκοκυπριακῆς πλευρᾶς - ἀντισταθμίζεται πλουσίως διά τῶν μέχρι τοῦδε προτάσεων τοῦ κ. Ντενκτάς, προτάσεων ἱκανοποιουσῶν μεταξύ ἂλλων καί τό σύνολον σχεδόν τῶν εἰς τά «13 σημεῖα» αἰτημάτων Σας καί ἐπιτρεπουσῶν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ... (Δες Α. Παυλίδη, Μακάριος - Ιστορικά Ντοκουμέντα, σσ. 390 - 391).

Οι σχετικά μετριοπαθείς υποδείξεις του τότε δικτάτορα Παπαδόπουλου δεν εισακούστηκαν. Μετά την αποπομπή του από τον σκληροπυρηνικό Δημήτριο Ιωαννίδη, τα πράγματα για την Κύπρο έγιναν πολύ πιο δύσκολα. Το Κυπριακό αντιμετωπίστηκε στη συνέχεια ως θέμα που αποσταθεροποιούσε τη Νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και όχι ως πρόβλημα δυο Κοινοτήτων. Έτσι αντί  να ενταθούν οι προσπάθειες για την ολοκλήρωση της συνταγματικής μεταρρύθμισης στην Κύπρο, αυτές εστιάστηκαν στην απομάκρυνση του Μακαρίου από την εξουσία, ο οποίος θεωρήθηκε ως το κύριο πρόβλημα αποσταθεροποίησης των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου. Ακολούθησε στις 15 Ιουλίου 1974 το Πραξικόπημα της Χούντας στην Κύπρο το οποίο όχι μόνο δεν βελτίωσε τις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, αλλά προκάλεσε την Εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. 

Εν κατακλείδι η κατάθεση των 13 σημείων από τον Πρόεδρο Μακάριο κατέδειξε εν πολλοίς την πολιτική αφέλεια των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι ουδέποτε έλαβαν σοβαρά υπόψη το συμβιβασμό που επιτεύχθηκε με τις συνθήκες Ζυρίχης Λονδίνου το 1959. (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ)

Πάντοτε τις θεωρούσαν ως ενδιάμεσο σταθμό προς την Ένωση, υποτιμώντας το ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία επίσης ουδέποτε εγκατέλειψε τις βλέψεις για γεωπολιτικό έλεγχο επί της Κύπρου. 

Φώτο Γκάλερι

Image