Δερουκτές ή τερουχτές

Όρος επί Τουρκοκρατίας, που προήλθε από την τουρκική λέξη deruhte, deruhde και σημαίνει ανειλημμένη υποχρέωση (φορολογική), εγγραφή κτήματος επ’ ονόματι κάποιου. Στα κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής της περιόδου της οθωμανικής κατοχής της Κύπρου ο όρος απαντάται συχνά με την πρώτη σημασία. Στο κατάστιχο XXVI, Περιλαβή - Δόσις, δηλ. ἒξοδα καί ἒσοδα τοῦ κοινοῦ  [των ραγιάδων], σ. 2, 1804, διαβάζουμε: μαΐου 4 ὁ προτόπαπας διά τόν τερουκτέν τοῦ χωρίου Πεδουλᾶ πρός [ἂσπρα]: 932.