Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξαρκολοώ »

Ρήμα

Σημασία:

1. καθυστερώ. 2. μένω άπρακτος. 3. διακόπτω την εργασία που κάνω.

Συνώνυμα:

Ξαρκώ