Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξινισμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο όξινος. 2. το χαλασμένο φαγητό ή ποτό. 3. μτφ. 1. ο ψυχρός, 2. ο αχώνευτος.

Συνώνυμα:

Όξινος, -η, -ον