Εθναρχία

Image

Ρωμαϊκή και Πρώιμη Βυζαντινή περίοδος: Με την εισαγωγή του χριστιανισμού και την de facto και/ ή de jure υποκατάσταση των εκκλησιαστικών θεσμών στη θέση πολλών κοινοτικών θεσμών της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, η Εκκλησία αυτόματα κατέχει και στην Κύπρο, όπως και σ’ άλλες περιοχές του Ρωμαϊκού κράτους, και κοσμική δύναμη, επιρροή και αρμοδιότητες, που αποτελούν ένα από τα θεμέλια της μετέπειτα εθναρχικής λειτουργίας της. Ο antistes urbis επίσκοπος Σαλαμίνος-Κωνσταντίας στα 346 εκπροσωπεί τους αυτοκράτορες στην οικοδόμηση θερμών, και έχει κοσμική - διοικητική δικαιοδοσία (βλ. και λήμματα αρχιεπίσκοποι Κύπρου, και Αμμόχωστος). Το καθεστώς αυτό συνεχίζεται εφεξής και μαρτυρείται στις οικοδομικές και άλλες δραστηριότητες διαφόρων αρχιεπισκόπων, όπως των Πλουτάρχου* και Αρκαδίου* (πρώτο μισό του 7ου αι. μ.Χ.), ιδίως στην ίδρυση, μαζί με τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, του υδραγωγείου από την Κυθρέα ως την Κωνσταντία. Μαρτυρείται επίσης στη σχέση Αρκαδίου και Φιλεντόλου, του μεγαλοεμπόρου και μεγαλοεφοπλιστή, που όταν πέθανε ηγέρθη θέμα αν έπρεπε να ταφεί με τιμές λόγω των αγαθοεργιών του προς την μητρόπολη Κωνσταντίας (ίδρυση νοσοκομείου κλπ. σε συνεννόηση και προφανώς και με προτροπή του Αρκαδίου), ή χωρίς τιμές λόγω της πορνείας στην οποία επιδιδόταν. Η συνεργασία με τον «δυνατόν» Φιλέντολο ήταν μια από τις εκφράσεις της κοσμικής δυνάμεως της Εκκλησίας, που δεν φαίνεται άσχετη και προς τον πλούτο που μαρτυρείται στους δίσκους της Λάμπουσας* και που μεγάλωσε πιο πολύ στην εποχή των αραβικών επιδρομών (649-963/4), οπότε η Κύπρος διατελούσε σε καθεστώς ουδετερότητας/ συγκυριαρχίας μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών. Η αστάθεια της βυζαντινής κρατικής παρουσίας παρείχε ευκαιρίες, όπως και σ' άλλες ακρινές επαρχίες, ενισχύσεως των τοπικών θεσμών και δη των εκκλησιαστικών με τις κοσμικές τους προεκτάσεις, που ήταν αυτονόητες και λόγω του αυτοκεφάλου της Κυπριακής Εκκλησίας, διεκδικήσεως του 4ου αι. μ.Χ. κατοχυρωμένης από τη σύνοδο της Εφέσου (431) και τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (488).

 

Περίοδος αραβικών επιδρομών: Η αύξηση της κοσμικής ισχύος της Εκκλησίας στην Αραβική περίοδο συμβάδιζε προς σχεδόν σταθερή υπακοή στα επικρατούντα στην Κωνσταντινούπολη δόγματα και δη τα «ορθόδοξα», π.χ. την εικονολατρία, και όταν ακόμη εκεί επικρατούσε η εικονομαχία. Αλλά και άλλα γεγονότα δείχνουν εξάρτηση από το Βυζάντιο, αναγκαία για λόγους ασφαλείας και θεολογικούς - ιδεολογικούς. Τέτοια γεγονότα ήταν η εκούσια ή πρόθυμη μεταφορά των Κυπρίων υπό τον αρχιεπίσκοπό τους στον Ελλήσποντο από τον Ιουστινιανό Β' (692) και η συμμετοχή τους με ισχυρές αντιπροσωπείες στις οικουμενικές και άλλες συνόδους, π.χ. στην Πενθέκτη ή εν Τρούλλω στα 691-2 λίγο πριν, οπότε κατά τον 39 Κανόνα της ὑπετάγησαν καθαρῶς τοῖς σκήπτροις τοῦ Χριστιανικωτάτου κράτους [του Βυζαντίου], και στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 787 γι’ αναστήλωση των εικόνων. Όμως η συμμετοχή των ευγενών Κυπρίων Φαγγουμέων στις διαπραγματεύσεις με τους Άραβες στα 698 ή μάλλον 705, και του αγίου Δημητριανού* Κυθρέας πάλι με τους Άραβες στα 913, είναι τεκμήρια μεγάλης δύναμης της τοπικής ηγετικής τάξης με επίκεντρο την Εκκλησία. Ειδικότερα η αποστολή του γέροντος αγίου Δημητριανού στη Βαγδάτη για να επιτύχει απελευθέρωση του ποιμνίου του από σκληρή αιχμαλωσία, με την σύμφωνη γνώμη της Κωνσταντινουπόλεως, όπου τότε κεντρικό πρόσωπο ήταν ο αντιβασιλιάς πατριάρχης και τέως «Μυστικός» [=αρχηγός της υπηρεσίας πληροφοριών] Νικόλαος, του οποίου η διπλωματική   επιχειρηματολογία ακολουθήθηκε και από τον άγιο Δημητριανό, μαρτυρεί την αναγνώριση από την Κωνσταντινούπολη του «εθναρχικού» ρόλου της Εκκλησίας έκτοτε, όπως τον εννοούμε επί Τουρκοκρατίας. Στη Βαγδάτη ο άγιος Δημητριανός πήγε ταυτόχρονα προς διπλωματική αντιπροσωπεία από την Κωνσταντινούπολη που μετέφερε επίσημο έγγραφο με τις απόψεις της κεντρικής κυβέρνησης για την υπεράσπιση και δικαίωση των Κυπρίων αιχμαλώτων, στο οποίο αναγνωριζόταν η επί 300 χρόνια ανυπαρξία [τουλάχιστον αποτελεσματικού ή πραγματικού] βυζαντινού ελέγχου στην Κύπρο και επομένως η ουσιαστική τοπική αυτονομία, της οποίας συνέπεια ήταν η αύξηση των πολιτικών αρμοδιοτήτων της Εκκλησίας, όπως φαίνεται στην αποστολή του αγίου Δημητριανού στη Βαγδάτη, που απέβη ἀρχηγός παντί τῷ λα [=εθνάρχης], κατά τον Βίον του.

 

Αν και Βυζαντινοί στρατηγοί και διοικητές στέλνονταν κατά διαστήματα στην Κύπρο, καθώς και στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις, που χρησιμοποιούσαν το υπό τον έλεγχο του φιλικού σ' αυτές ελληνικού πληθυσμού (και επομένως και τον δικό τους έλεγχο) τμήμα του νησιού για επιχειρήσεις εναντίον των Αράβων στην ανατολική Μεσόγειο, ωστόσο αυτό δεν επηρέαζε ουσιαστικά τη de facto και de jure αναπτυσσόμενη τοπική αυτονομία, την οποία ακριβώς ήλθε να περιορίσει η κεντρική εξουσία μετά την ανάκτηση της Κύπρου από το Βυζάντιο (963/4).

 

Ύστερη Β΄ βυζαντινή περίοδος (963-1191): Η μετά το 963/4 «προχείρισις» του αρχιεπισκόπου Κύπρου από τον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη προτού αυτός εκλεγεί και ενθρονιστεί στην Κύπρο, ήταν ένας από τους τρόπους περιορισμού της υπερβολικής δύναμης του. Και αυτή η σύγκρουση του αρχιεπισκόπου Νικολάου Μουζάλωνος* (1107-1110/1111) με τον διοικητή Ευμάθιο Φιλοκάλη για την καταπιεστική φορολογία του τελευταίου και η καθυστερημένη (ως τα μέσα του 13ου αι., επί Φραγκοκρατίας) μεταφορά της αρχιεπισκοπικής έδρας στη Λευκωσία, όπου είχε μεταφερθεί η πολιτική πρωτεύουσα γύρω στα μέσα του 11ου αι., εκφράζουν την προσπάθεια περιστολής της κοσμικής δύναμης και του «εθναρχικού» ρόλου της Κυπριακής Εκκλησίας από την Κωνσταντινούπολη, μέσω απομονώσεώς της από τις πολιτικές αρχές. Τον ίδιο στόχο προφανώς υπηρετούσε και η ίδρυση, με κρατική ενίσχυση, μοναστηριών σε καίρια στρατηγικά σημεία. Η πάλη Εκκλησίας - Πολιτείας, φαινόμενο γνωστό και στο Βυζάντιο και στη Δύση, στην περίπτωση αυτή απέβη υπέρ του κράτους. Ο έλεγχος του Ισαάκιου Κομνηνού* (1184-1191) στον αρχιεπίσκοπο, που τον ονόμασε «πατριάρχη» σ’ αντιπαράθεση προς τον οικουμενικό, κατέστησε τον θεσμό όργανο των αποσχιστικών του φιλοδοξιών.

 

Φραγκοκρατία - Βενετοκρατία: Μετά την φραγκική κατάκτηση (1191-1489) η Κυπριακή Εκκλησία διωκόμενη από την νεοΐδρυτη Λατινική, αποβαίνει, μέσα από πολλά στάδια εναλλασσόμενης αντιστάσεως και συμβιβασμού, ο πυρήνας της εθνικοθρησκευτικής συντηρήσεως του κυπριακού Ελληνισμού. Αφού η αυτοκρατορία της Νίκαιας απεδείχθη εξ αντικειμένου ανίκανη να προστατεύσει την Εκκλησία της Κύπρου από τους διωγμούς, αν και παρέσχε άσυλο και κάποια υποστήριξη στους ιεράρχες της που διώκονταν, η τελευταία δέχθηκε τον συμβιβασμό, που εκφράστηκε στην Βούλλα Σύπρια* του 1260. Τα ορεινά καταφύγια όπου περιορίστηκαν θεωρητικά από την Βούλλα οι 4 από τους 14 επισκόπους της Κυπριακής Εκκλησίας, αφού οι άλλοι 10 σταδιακά καταργήθηκαν, καθώς και οι αστικές έδρες όπου κατέρχονταν και τελικά έδρευαν κατά το πλείστον ή μόνιμα, απέβησαν οι κυψέλες  του εκκλησιαστικού, εθνικού και πνευματικού βίου του κυπριακού Ελληνισμού, σε αντιπαράθεση προς (αν και όχι χωρίς επίδραση από) τη Λατινική Εκκλησία και αντιστρόφως. Οι επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις της καταπιεζόμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Λατινική, έδωσαν αίγλη και μεγαλύτερο κύρος στην πρώτη, κι έτσι ενίσχυσαν de facto τον εθναρχικό της ρόλο υπό συνθήκες ξένης κατοχής. Με βάση αυτά η Εκκλησία της Κύπρου στα 1406 ή στα 1412 επιχείρησε μάταια μυστική ένωση προς το οικουμενικό πατριαρχείο χωρίς να παραιτηθεί από τους δογματικούς και άλλους συμβιβασμούς που είχε υποχρεωθεί να δεχθεί για να επιβιώσει. Η πρωτοβουλία αυτή εξέφραζε την εθναρχική αρμοδιότητα της Εκκλησίας, που βέβαια ποτέ δεν ασχολήθηκε με θέματα εσωτερικής κοινωνικής δικαιοσύνης στους κόλπους του ποιμνίου της, αφού η ξένη δουλεία κάλυπτε όλες τις κοινωνικές τάξεις και στρώματά του σε ποικίλλοντα βαθμό∙ εξαιρούνταν ως ένα βαθμό οι συνεργαζόμενοι με το ξένο καθεστώς, που δεν έπαυαν ν’ ανήκουν στο ποίμνιο, ενώ αφετέρου πολλοί ξένοι και ο πολιτισμός τους υφίσταντο ισχυρές επιρροές του γηγενούς στοιχείου και σχεδόν αφομοιώνονταν από αυτό. Έτσι η εθναρχική ιδιότητα είχε αρκετή ρευστότητα. Παραδείγματος χάριν δεν φαίνεται να ασκήθηκε στα 1426-1427 όταν οι Κύπριοι αγρότες εξεγέρθηκαν κατά των Φράγκων δυναστών, για να τους υποστηρίξει ∙ απεναντίας, αν κρίνουμε από την εχθρική προς το κίνημα στάση του Λεοντίου Μαχαιρά, συνεργάτη των Φράγκων αλλά πιστού τέκνου της Ορθόδοξης Εκκλησίας του νησιού, προφανώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπισε το κίνημα με το ίδιο ταξικό πνεύμα, λόγω του κοινωνικού πλην του εθνικού περιεχομένου του (βλ. λήμμα Αλέξης Ρήγας).

 

Η ενίσχυση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τα μέσα του 15ου αι., λόγω της Ελένης Παλαιολογίνας, δεν γνωρίζουμε ως ποιο βαθμό επηρέασε τον εθναρχικό ρόλο. Η προϊούσα όμως σχετική συμφιλίωση με τους Λατίνους φαίνεται ότι μάλλον ελάττωσε τις εθναρχικές ροπές, κι αυτό συνεχίστηκε και επί Βενετοκρατίας (1489-1570). Δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιαδήποτε σχέση των επαναστατικών κινήσεων των δουλοπάροικων και του απελευθερωτικού ορθοδόξου, αντιβενετικού και ελληνοκεντρικού κινήματος του Ιακώβου Διασσωρίνου*, που διακήρυσσε πίστη στην Ορθοδοξία και απέχθεια στον Καθολικισμό στα 1562, μόλις οκτώ χρόνια προ της τουρκικής κατοχής. Αν και με τον Ιάκωβο Διασσωρίνο συντάχθηκαν πλήθη λαού απ’ όλες τις τάξεις και μερικοί ακόμη ευγενείς, και ένας τουλάχιστον απεσταλμένος του ήταν μοναχός, ωστόσο δεν γνωρίζουμε αν η Εκκλησία επίσημα, βεβαίως μυστικά, συνεργάστηκε μαζί του ασκώντας τον εθναρχικό της ρόλο στο εθνικοαπελευθερωτικό- επαναστατικό επίπεδο.

 

 

Κ.Π. ΚΥΡΡΗΣ