Ελιά - ελιόλαδο

Image

Τα ελαιόδεντρα αποτελούν γένος (δικότυλο, συμπέταλο, τετρακυκλικό της τάξης των Λεγουστρωδών) που περιλαμβάνει 35 περίπου είδη διαδεδομένα κυρίως στις θερμές περιοχές των εύκρατων χωρών. Το κυριότερο είδος είναι η ελιά η ευρωπαϊκή (Olea Europea sativa), από την οποία κατάγεται η καλλιεργούμενη ήμερη ελιά. Το είδος αυτό που αυτοφύεται από τα πανάρχαια χρόνια στις ακτές της Μεσογείου, είναι δέντρο ή δενδρύλλιο αειθαλές, μακρόβιο, με φύλλα λογχωτά, πράσινα ή σταχτοπράσινα, λεία στην πάνω επιφάνεια και υπόλευκα στην κάτω πλευρά. Η ελιά η ευρωπαϊκή έχει δυο παραλλαγές: α) ελιά η άγρια ή δασική και β) ελιά η ήμερη ή φαγώσιμη, η οποία καλλιεργείται   ευρύτατα. Οι καρποί της στην αρχή είναι πράσινοι και όταν ωριμάσουν μαυρίζουν.

 

Ιστορία: Πολλοί υποστηρίζουν τη γνώμη ότι η ελιά ήταν δέντρο ιθαγενές της Ελλάδας και ότι αυτή μεταδόθηκε στον υπόλοιπο κόσμο, αρχίζοντας από τη Μ. Ασία και την Ιταλία. Στην Κρήτη βρέθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα από τα οποία βγαίνει το συμπέρασμα ότι εκεί η καλλιέργεια της ελιάς ήταν ήδη γνωστή από τη Νεολιθική εποχή (3500 π.Χ). Στους Μινωικούς χρόνους η ελαιοκομία ήταν η κυριότερη πλουτοπαραγωγική πηγή και το λάδι η ανταλλακτική μονάδα (χρήμα). Στα παλάτια της Κνωσού βρέθηκαν ελαιοπυρήνες και πιθάρια για λάδι πολύ μεγάλης χωρητικότητας. Η Κρήτη κατά τη Μινωική εποχή έκανε εξαγωγή λαδιού στη Βαβυλωνία και την Περσία και σε χώρες, όπου, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, η ελιά ήταν άγνωστη. Η ελιά στην Ελλάδα ήταν γνωστή και στην Ομηρική εποχή. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι υπήρχαν συστηματικοί ελαιώνες και στην Ιλιάδα ότι υπήρχαν και ποτιστικά ελαιόδεντρα. Στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ότι η Αθηνά με το δόρυ της χτύπησε τη γη πάνω στην Ακρόπολη και φύτρωσε η ελιά. Το δέντρο εθεωρείτο ιερό, ήταν αφιερωμένο στη θεά Αθηνά και προστατευόταν με την επιβολή αυστηρών ποινών στους βέβηλους. Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν ιδιαίτερα την ελιά, γιατί αυτή εθεωρείτο όχι μόνο ως σύμβολο ειρήνης αλλά και δόξας. Οι ολυμπιονίκες και οι άλλοι νικητές αγώνων έπαιρναν ως έπαθλο στεφάνι ή κλαδί ελιάς ή αγριελιάς (κότινο). Οι Λατίνοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η ελιά ως το 600 π.Χ. δεν ήταν γνωστή στην Ιταλία, Ισπανία και Βόρειο Αφρική. Η πλατιά διάδοση της ελιάς έγινε από τους   Έλληνες, οι οποίοι τη λάτρευαν και τη θεωρούσαν δέντρο φρόνησης και ειρήνης. Γι’ αυτό οι Έλληνες άποικοι όταν έφευγαν για ξένα μέρη την έπαιρναν μαζί τους.

 

Γνωστή στην Κύπρο από την αρχαιότητα: Χωρίς να έχει ακόμη εξακριβωθεί κατά πόσο ήταν δέντρο αυτοφυές ή μεταφέρθηκε στο νησί από άλλα μέρη της Μεσογείου, η ελιά ήταν και στην Κύπρο γνωστή από την αρχαιότητα. Τούτο μαρτυρείται και από πυρήνες ελιών που βρέθηκαν σε διάφορες ανασκαφές όπως στο Απλίκι (13ος αι. π.Χ.), στη Σαλαμίνα (6ος - 5ος αι. π.Χ.), καθώς και στη νεκρόπολη Τζελλάρκα της ίδιας πόλης (4ος αι. π.Χ.). Την ύπαρξη της ελιάς στην Κύπρο βεβαιώνει και ο Στράβων (63 π.Χ.- 25 μ.Χ.), από τον οποίο γνωρίζουμε ότι η Κύπρος ήταν πλούσια σε ελαιόλαδο (εὐέλαιος) και επομένως και σε ελιές. Από το περίφημο λεξικό σπάνιων λέξεων του Ησύχιου (5ος αι. μ.Χ), μαθαίνουμε πως οι ελιές που διατηρούνταν στην αλάρμη ως κολυμπάτες στην Κύπρο ονομάζονταν βομβοιῖαι (βομβοία ἡ κολυμβάς ἐλαία παρά Κυπρίοις). Ο Συνέσιος (4ος - 5ος αι. μ.Χ.), λέγει ότι ὡς κουφότατον [=ευπεπτότατο] τό Κύπριον ἒλαιον ἦτο περιζήτητον.

 

Βλέπε λήμμα: Απλίκι Λεύκας 

 

Η ελιά εκαλλιεργείτο στην Κύπρο και στις επόμενες περιόδους. Κατά το Μεσαίωνα και τη Βενετοκρατία τα ελαιόδεντρα άφθονα, αυτόχθονα και διεσπαρμένα σ’ όλη την Κύπρο, μαζί με τις χαρουπιές, αποτελούσαν δυο από τα κυριότερα καρποφόρα    δέντρα. Η ελαιοκομία κατά τη Βενετοκρατία απέδιδε 350 καντάρια λάδι στα τέλη του 15ου αιώνα και 850 καντάρια γύρω στα 1540. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι αν και στην Κύπρο αφθονούσαν πράγματι τα ελαιόδεντρα, ένας μεγάλος αριθμός απ’ αυτά ήταν άγρια και για να αποδώσουν χρειάζονταν μπόλιασμα και καλλιέργεια.

 

Όμως η ανεπάρκεια πληθυσμού στις περιοχές όπου φύτρωναν οι αγριελιές, η έλλειψη ουσιαστικής ενθάρρυνσης των κατοίκων προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης επίδοσής τους στην καλλιέργεια ελαιοδέντρων και οι βαριές φορολογικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονταν επί της ελαιοκομικής παραγωγής επιδρούσαν ανασταλτικά στην ανάπτυξη της ελαιοκομίας. Πολλοί χωρικοί άφηναν τα ελαιόδεντρα αμπόλιαστα για ν’ αποφύγουν τους υψηλούς φόρους. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η συγκομιδή ελιών να μη είναι συνήθως αρκετή για να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες. Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της ελαιοκομίας, η Βενετία το 1507 και το 1516 αναγκάστηκε να πάρει διάφορα μέτρα μεταξύ των οποίων και τη δεκαπενταετή φορολογική απαλλαγή όσων θα μπόλιαζαν και θ' ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργεια ελαιοδέντρων, γιατί την εποχή αυτή το νησί καλυπτόταν από δάση αγριελιών που δεν παρήγαν ελιές.

 

Τα ελαιόδεντρα καταλάμβαναν σημαντικές εκτάσεις της καλλιεργήσιμης γης και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η έκθεση του Άγγλου υποπροξένου White, για το έτος 1863, αναφέρει ότι τα ελαιόδεντρα στην περίοδο αυτή είναι τα κυριότερα αυτοφυή δέντρα, τα οποία ευδοκιμούν μαζί με τις χαρουπιές σ’ όλη σχεδόν την Κύπρο, κυρίως στους πρόποδες των δυο οροσειρών και ιδιαίτερα στην Πάφο. Τα ελαιόδεντρα μαζί με τις χαρουπιές σχηματίζουν στους πρόποδες των βουνών διαχωριστική γραμμή μεταξύ της καλλιεργήσιμης και μη καλλιεργήσιμης γης. Όμως, μεγάλο μέρος των ελαιοδέντρων είναι άγρια και μη παραγωγικά. Για το λόγο αυτό η εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου είναι συνήθως ανεπαρκής για την ικανοποίηση των εγχωρίων αναγκών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται συχνά η ανάγκη εισαγωγής λαδιού από το εξωτερικό. Το 1863 η Κύπρος εισήγαγε 4.300 καντάρια (cwt = 40 οκάδες) ελαιόλαδο ή 172.000 οκάδες συνολικής αξίας £9.945. Η εισαγωγή ελαιολάδου τον ίδιο χρόνο αντιπροσώπευε περίπου το 10% των συνολικών εισαγωγών του νησιού. Τον επόμενο χρόνο η παραγωγή λαδιού ήταν τόσο καλή ώστε όχι μόνο ικανοποίησε την εγχώρια κατανάλωση, αλλά επέτρεψε και την εξαγωγή μικρών ποσοτήτων.

 

Το πρόβλημα ύπαρξης μεγάλου αριθμού άγριων ελαιοδέντρων υπήρχε και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Το 1937 η Κύπρος διέθετε 2,25 εκατ. ελαιόδεντρα, από τα οποία το 1 εκατομμύριο ήταν άγριες ελιές. Την εποχή αυτή παρατηρείτο μεγάλη ζήτηση ελαιοδενδρυλλίων για φύτευση, αλλά ο διαθέσιμος αριθμός από τα έξι ειδικά φυτώρια που λειτουργούσαν για το σκοπό αυτό, ήταν ανεπαρκής. Κατά την περίοδο 1946-58 παρατηρήθηκε αύξηση των ελαιοδέντρων κατά 40%. Αυτά ήταν κυρίως συγκεντρωμένα στους πρόποδες της Κερύνειας και στις χαμηλότερες νότιες πλαγιές. Στις περιοχές αυτές ήταν φυτεμένα το 1/3 του συνολικού αριθμού ελαιοδέντρων. Η άλλη σημαντική περιοχή εκτεινόταν από τον Κόρνο μέχρι το Καλό Χωριό Λεμεσού.

 

Ο αριθμός ελαιοδέντρων που καλλιεργείται σήμερα σ’ ολόκληρο τον κόσμο (σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ) είναι γύρω στα 700 εκ. δέντρα. Απ’ αυτά, τα 500 εκ. καλλιεργούνται στην Ευρώπη (στις παραμεσόγειες κυρίως περιοχές) και αντιστοιχούν με το 71% του συνόλου. Η Ευρώπη συμμετέχει με 55% στην παγκόσμια παραγωγή φαγώσιμης ελιάς και με 87% στην παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου. Η Ισπανία με τα 200 εκ. ελαιόδεντρα έχει την πρώτη θέση, η Ιταλία με τα 160 εκ. τη δεύτερη και η Ελλάδα με τα 80 εκ. την τρίτη θέση. Αν όμως ληφθεί υπόψη η έκταση και ο πληθυσμός της, η Ελλάδα τοποθετείται ως η πρώτη ελαιοπαραγωγός χώρα. Η Κύπρος με τα 2,4 εκ. ελαιόδεντρα (σ’ όλη την έκτασή της), έχει τη δέκατη έβδομη θέση. Στο νησί τα ελαιόδεντρα καλλιεργούνται και στις έξι επαρχίες. Η ποσοστιαία κατανομή τους φαίνεται στον πιο κάτω πίνακα:

 

Επαρχία Ελαιόδεντρα (επί τοις %)
Λευκωσία 23,5
Λεμεσός 17,5
Αμμόχωστος 18,2
Λάρνακα 18,0
Πάφος 7,8
Κερύνεια 15,0
  100,0

 

Από τα 2,4 ε κ. ελαιοδέντρων που καλλιεργούνται σήμερα στην Κύπρο ως παραγωγικά θεωρούνται μόνο τα 1,82 εκ., ενώ τα υπόλοιπα 580.000 για διάφορους λόγους δεν μπορούν να δώσουν παραγωγή. Οι κυριότερες ποικιλίες ελιών που καλλιεργούνται στην Κύπρο είναι: η ντόπια λαδοελιά, που ανήκει στις μεσόκαρπες ποικιλίες και ο αριθμός καρπών κατά κιλό είναι μεταξύ 250-350, η δε περιεκτικότητά της σε λάδι υπολογίζεται μεταξύ 20-21%, η μικρόκαρπη κορωνέικη της οποίας ο αριθμός καρπών κατά κιλό είναι γύρω στους 1.200 και η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι γύρω στο 23%, η βολιώτικη που είναι μεγαλόκαρπη ποικιλία με αριθμό καρπών στο κιλό γύρω στις 130 και περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι 15-16%, η καλαματιανή, που ανήκει στις μεσόκαρπες ποικιλίες με αριθμό καρπών στο κιλό γύρω στους 250 και περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι 25-26%. Άλλες ποικιλίες είναι οι ισπανικές: μαντζανίλλα, σεβιγλάνα (κορτάλ) και πικουάλ, και η ιταλική κούκο.

 

Βλέπε: Η καλλιέργεια της ελιάς

 

Η παραγωγή ελιών στην Κύπρο κατά την περίοδο 1977-2006 ήταν η ακόλουθη:

 

Έτος Παραγωγή σε μετρικούς τόνους
1977 8.636
1978 10.363
1979 10.668
1980 15.240
1981 10.668
1982 13.208
1983 3.000
1984 12.000
2000 21.000
2001 17.500
2002 27.500
2003 17.765
2004 15.930
2005 16.415
2006 23.400

 

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image