Μαρίν, το ή Μαρί

Έκρηξη στη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης

Image

Η Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης  βρίσκεται στη νότια ακτή της Κύπρου δίπλα στη βιομηχανική περιοχή του Βασιλικού και τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας, μεταξύ Λεμεσού και Λάρνακας. Πριν από τις 11 Ιουλίου 2011 ήταν η κεντρική βάση της διοίκησης του πολεμικού Ναυτικού της Κύπρου. Η διοίκηση της βάσης ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία σε όλες τις ναυτικές εγκαταστάσεις στην ξηρά και του σχετικού προσωπικού. Η βάση πήρε το όνομα της από τον υποστράτηγο Ευάγγελο Φλωράκη,  επικεφαλής της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς, ο οποίος σκοτώθηκε σε ατύχημα με ελικόπτερο, τον Ιούλιο του 2002. Πριν από τη μετονομασία ήταν γνωστή ως Ναυτική Βάση Μαρί.

 

Τα γεγονότα της έκρηξης

Στις 11 Ιουλίου 2011 σημειώνεται έκρηξη σε εμπορευματοκιβώτια με πολεμικό υλικό που βρίσκονταν στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, τα οποία είχαν κατασχεθεί από πλοίο το 2009 και φυλάγονταν στην ναυτική βάση. Από την έκρηξη 13 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους: Ο Αρχιπλοίαρχος, Ανδρέας Ιωαννίδης, ο Πλοίαρχος, Λάμπρος Λάμπρου, ο Ανθυπασπιστής, Κλεάνθης Κλεάνθους, ο Επικελευστής, Μιχάλης Ηρακλέους, ο Κελευστής, Αντώνης Χαραλάμπους, οι Λοχίες Σπύρος Τταντής, Βασίλης Κρόκος, Γιώργος Γιακουμής, Παναγιώτης Θεοφίλου, Αδάμος Αδάμου, οι στρατιώτες Μίλτος και Χρίστος Χριστοφόρου και ο Υπαστυνόμος, Ανδρέας Παπαδόπουλος, έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος, στη Ναυτική Βάση Ευάγγελος Φλωράκης στο Μαρί. Άλλοι 63 τραυματίστηκαν ενώ καταστράφηκε και ο γειτονικός ηλεκτροπαραγωγός σταθμός. Η οικονομική επιβάρυνση στην Κύπρο ήταν αρκετά σημαντική. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών ο τότε υπουργός Άμυνας Κώστας Παπακώστας, ενώ ο Έλλαδίτης Αρχηγός Εθνικής Φρουράς Πέτρος Τσαλικίδης καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών από στρατοδικείο στην Ελλάδα.

 

Το φορτίο από το πλοίο Monchegorsk

Στις 9 Ιανουαρίου 2009, το υπό κυπριακή σημαία εμπορικό πλοίο Monchegorsk, φόρτωσε στο λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς του Ιράν, και αναχώρησε για το ταξίδι του προς την Λαττάκεια της Συρίας. Το φορτίο περιλάμβανε 98 εμπορευματοκιβώτια και 231 πακέτα. Στις 20 Ιανουαρίου, πλοίο των ΗΠΑ σταμάτησε το Monchegorsk στην Ερυθρά Θάλασσα και αφού έλεγξε το φορτίο, διαπίστωσε παραβιάσεις των αποφάσεων του ΟΗΕ που επέβαλαν κυρώσεις κατά του Ιράν (Αποφάσεις Συμβουλίου Ασφαλείας 1747 (2007) και 1803 (2008)).

 

Στις 23 Ιανουαρίου, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ ενημέρωσε τον τότε πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια και πως σύμφωνα με τις συμφωνίες που είχε υπογράψει η Κύπρος, ήταν υποχρεωμένη να εμποδίσει το πλοίο να συνεχίσει προς την Συρία. Η Συρία ενημέρωσε την Κυπριακή Δημοκρατία ότι μια τέτοια ενέργεια θα έβλαπτε τις διμερείς σχέσεις. Η Κύπρος ζήτησε από το πλοίο να προσαράξει στο λιμάνι της Λεμεσού για επιθεώρηση. Το πλοίο κατέφθασε στην Λεμεσό στις 29 Ιανουαρίου όπου σε ελέγχους όντως διαπιστώθηκε η ύπαρξη παράνομου πολεμικού υλικού.

 

Η Κυπριακή Δημοκρατία στις 3 Φεβρουαρίου ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για τα ευρήματα της, και το ενημέρωσε πως η Κύπρος δεν διαθέτει την ικανότητα, ούτε τις υποδομές για την φύλαξη του εκρηκτικού υλικού. Εισηγήθηκε πως το φορτίο θα μπορούσε να επιστραφεί στο Ιραν ή να τεθεί υπό την ιδιοκτησία και ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο ΟΗΕ απάντησε πως έπρεπε να κρατηθεί το φορτίο στην Κύπρο μέχρι να παρθούν οριστικές αποφάσεις, ενώ συμβούλεψε την Κύπρο να ζητήσει από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συνδράμουν.

 

Σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου, συζητήθηκαν οι διάφορες επιλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτές ήταν πρώτον να σταλθεί το φορτίο στην Συρία, δεύτερον να επιστραφεί στο Ιραν, τρίτον να επιμένουν να το αναλάβει ο ΟΗΕ, τέταρτον να το αναλάβει άλλη χώρα και, τέλος, να το αναλάβει η Κύπρος. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφάσισε να κρατήσει το υλικό στην Κύπρο, καθώς σε τέτοια περίπτωση θα ικανοποιούσε τόσο την πλευρά των ΗΠΑ και του ΟΗΕ, όσο και την πλευρά της Συρίας και του Ιραν.

 

Από τις 6 Φεβρουαρίου, οι Αρχές τις Κυπριακής Δημοκρατίας προβληματίζονταν για τον τόπο φύλαξης ενός τόσο επικίνδυνου φορτίου. Σε σύσκεψη της Ακτοφυλακής, της Αστυνομίας, την Εθνικής Φρουράς, του τμήματος εμπορικής ναυτιλίας και της Αρχής λιμένος Κύπρου, αποφασίστηκε το πλοίο να σταθμεύσει 2,5 ναυτικά μίλια ανοικτά του λιμανιού. Στις 11 Φεβρουαρίου, σε νέα συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ο τότε υπουργός Αμύνης Κώστας Παπακώστας ενημέρωσε τον Πρόεδρο πως σύμφωνα με στρατιωτικούς ειδικούς, το φορτίο καλύτερα να χειριστεί χωρίς να αλλοιωθεί η σύσταση του. Με βάση αυτή την συμβουλή, ο πρόεδρος Χριστόφιας αποφάσισε την φύλαξη του φορτίου από την Εθνική Φρουρά. Την επόμενη μέρα, 12 Φεβρουαρίου, σε σύσκεψη του Υπουργού Άμυνας με τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς, αποφασίστηκε η φύλαξη του φορτίου στην ναυτική βάση στο Μαρί, ενώ την ίδια μέρα, ανακοινώθηκε η απόφαση στον ΟΗΕ.

 

Μεταξύ 6 και 12 Μαρτίου το φορτίο μεταφέρθηκε στην Ναυτική Βάση στο Μαρί. Συνολικά ζύγιζε 1400 έως 1500 τόνους, και έτσι είχε κτιστεί τσιμεντένια βάση για να μην υποχωρήσει το έδαφος. Η βάση σχεδιάστηκε από υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Εθνικής Φρουράς. Τα εμπορευματοκιβώτια τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε η πόρτα τους να μην είναι προσβάσιμη, ενώ τοποθετήθηκε και συρματόπλεγμα. Ωστόσο αυτά τα μέτρα απείχαν από τα κατάλληλα μέτρα φύλαξης πυρομαχικών για μακρό χρονικό διάστημα όπου απαιτούν συνεχή αερισμό, χαμηλή θερμοκρασία, έλεγχος υγρασίας, ελάχιστη επαφή με έδαφος και εύκολη πρόσβαση για επιθεωρήσεις. Στις 28 Μαΐου 2009, ο νέος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, με επιστολή του στον Υπουργό Αμύνης, τον ενημέρωνε για τους προβληματισμούς του σχετικά με την φύλαξη του υλικού και τους κινδύνους από την υπερβολική έκθεση στον ήλιο.

 

Στις 19 Ιουνίου 2009, το τμήμα τελωνείων της Κυπριακής Δημοκρατίας ενημέρωσε τα Υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικής Πολιτικής και Οικονομικών ότι το εκρηκτικό υλικό είχε περάσει στην κυριότητα της Δημοκρατίας, μιας και κανένας δεν το διεκδίκησε. Σύμφωνα με τον νόμο, που ρύθμιζε το θέμα, υπήρχαν τρεις επιλογές: καταστροφή του υλικού, να δοθεί στο κοινό ή να το πουλήσει. Ωστόσο, εξ αιτίας των διπλωματικών προβλημάτων που δημιουργούσε η υπόθεση, αποφασίστηκε η συνέχιση της φύλαξης του από την Εθνική Φρουρά, κάτι στο οποίο συμφώνησε και ο Γενικός Εισαγγελέας σε επιστολή του με ημερομηνία 1η Ιουλίου 2009.

 

Στις 31 Αυγούστου 2009, ο πρόεδρος Χριστόφιας είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της Συρίας όπου συζητήθηκε το θέμα των εκρηκτικών, και ο Χριστόφιας δεσμεύτηκε να μην παραδώσει το φορτίο σε τρίτο μέρος. Στις 4 Νοέμβρη ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς σε νέο του γράμμα στο Υπουργείο Αμύνης έκφραζε τις ανησυχίες του, το γράμμα προωθήθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών από όπου έλαβε απάντηση ότι δεν μπορούσαν να γίνουν αλλαγές στον τρόπο χειρισμού του υλικού. Στις 7 Ιουλίου 2010, ο Αρχηγός σε νέο του γράμμα επαναλάμβανε τις αντιρρήσεις του, για να πάρει πάλι την ίδια απάντηση.

 

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, συζητήθηκε το ενδεχόμενο καταστροφής του υλικού, σε συνάντηση με τον πρέσβη του Ιραν. Το Ιράν, αλλάζοντας την αρχική του θέση, αποδέχτηκε την καταστροφή του εκρηκτικού. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2010, σε συνάντηση του διευθυντή του διπλωματικού σώματος με την στρατιωτική ηγεσία της Εθνικής Φρουράς, αποφασίστηκε να καταστραφεί το υλικό. Η απόφαση αυτή πάρθηκε υπό το φως της συμφωνίας με το Ιράν, αλλά και των ρίσκων από τις υψηλές θερμοκρασίες κατά το καλοκαίρι. Η Εθνική Φρουρά είχε την τεχνογνωσία να προβεί σε καταστροφή του υλικού. Ωστόσο, παρά αυτή την απόφαση, δεν λήφθηκε κάποια δράση. Μεταξύ Ιανουαρίου 2011 και Ιουνίου 2011, υπήρχαν επανειλημμένες παρακλήσεις για επισκέψεις από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για έλεγχο των πυρομαχικών, όμως παρόλο που το υπουργείο Εξωτερικών απαντούσε θετικά, συνεχώς ανέβαλλε την επίσκεψη.

 

Στις 7 Φεβρουαρίου 2011, υπήρξε νέα συνάντηση στο Υπουργείο Εξωτερικών, με συμμετοχή του Υπουργού Αμύνης, του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς και άλλων στρατιωτικών, και μέλη του διπλωματικού σώματος. Το υπουργείο επέμενε πως η Κύπρος ήταν υπό την πίεση της Συρίας και του Ιράν για την επιστροφή του υλικού, ενώ ο υπουργός Άμυνας και ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς επέμενε στην επικινδυνότητα του φύλαξης του υλικού. Αποφασίστηκε η λήψη δείγματος υλικού και αποστολή του σε εργαστήρια στο εξωτερικό για έλεγχο τυχόν αλλοίωσης της σύστασης του υλικού, καθώς επίσης και να αναζητηθούν πιθανοί αγοραστές. Ωστόσο, δείγμα δεν λήφθηκε.

 

Κόκκινος συναγερμός

Την νύκτα της 4ης Ιουλίου 2011, οι φρουροί του φορτίου στην ναυτική βάση στο Μαρί, διαπίστωσαν ότι ένα από τα εμπορευματοκιβώτια είχε παραμορφωθεί και μεγαλώσει σε όγκο. Ενημέρωσαν τον Διοικητή της ναυτικής βάσης, τον αρχηγό του Ναυτικού της Κύπρου και τον υπεύθυνο αξιωματικό ο οποίος σχεδίασε την φύλαξη του φορτίου το 2009. Στις 5 Ιουλίου, ενημερώθηκε ο αρχηγός της Εθνικής φρουράς και μετά συναντήθηκε με τον Υπουργό Άμυνας. Αποφασίστηκε η σύσταση ομάδας ειδικών, η οποία συγκροτήθηκε στις 6 Ιουλίου. Στην ομάδα συμμετείχε και ο υπαρχηγός της Πυροσβεστικής, ο οποίος συμβούλεψε να καταβρέχονται τα κιβώτια με θαλασσινό νερό, να απομακρυνθούν τα εμπορευματοκιβώτια τα οποία παρουσίαζαν παραμόρφωση, και να προχωρήσουν στην καταστροφή του υλικού. Η ομάδα ειδικών συμφώνησε να ληφθούν αυτές οι δράσεις.

 

Στις 7 Ιουλίου ο επικεφαλής της ομάδας των ειδικών ενημέρωσε την Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς και τον Υπουργό Αμύνης. Στις 8 Ιουλίου, με εντολή του Αρχηγού της εθνικής Φρουράς, ένα πυροσβεστικό μηχάνημα του στρατού κατέβρεχε τα εμπορευματοκιβώτια με θαλασσινό νερό.

 

Η έκρηξη της 11ης Ιουλίου

Στις 03:30 της 11ς Ιουλίου, εργαζόμενοι στο γειτονικό ηλεκτροπαραγωγό εργοστάσιο παρατήρησαν «μερικά φώτα στον ουρανό», τα οποία προέρχονταν από την μεριά της ναυτικής βάσης και σήμαναν συναγερμό. Μετά από μερικά λεπτά, ο επικεφαλής αξιωματούχος της ναυτικής βάσης είδε λάμψη, και μετά ότι μερικά από τα εμπορευματοκιβώτια είχαν αρπάξει φωτιά. Το προσωπικό της βάσης κινητοποιήθηκε για να σβήσει την φωτιά. Ο αστυνομικός σταθμός και η πυροσβεστική ενημερώθηκαν και δύο πυροσβεστικά οχήματα και έξι πυροσβέστες έφτασαν στο χώρο. Στις 5:00, ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, ο Διοικητής της πυροσβεστικής και άλλοι αξιωματούχοι ενημερώθηκαν για την φωτιά και τις εκρήξεις. Στις 5:17, ο Διοικητής του Ναυτικού έφτασε στην ναυτική βάση και διέταξε να εκκενώσουν τον χώρο. Ζήτησε επίσης τη συνδρομή από την Εθνική Φρουρά ελικοπτέρων ώστε να βοηθήσουν την κατάσβεση της φωτιάς. Περίπου στις 5:50 το πρωί, μια μεγάλη έκρηξη που προκάλεσε ωστικό κύμα, προκάλεσε τον θάνατο 13 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 62. Καταστράφηκε ο γειτονικός σταθμός, ενώ υπήρχαν ζημίες σε υποδομές στην ναυτική βάση, στα γύρω χωριά και στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού.

 

Μετά την έκρηξη στο Μαρί, ο υπουργός Αμύνης Κώστας Παπακώστας, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Πέτρος Τσαλικίδης παραιτήθηκαν. Την ίδια ημέρα, στις 13:30, συγκλήθηκε έκτακτη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Μετά τη συνεδρίαση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφανος Στεφάνου δήλωσε ότι όλα τα θύματα «είναι Κύπριοι» και ότι «αμφισβητούμε το γεγονός ότι κάποιος σκόπιμα προκάλεσε την έκρηξη». Μία εβδομάδα αργότερα το Υπουργικό Συμβούλιο έπαυσε και τον Υπαρχηγό της Εθνικής Φρουράς, αντιστράτηγο Σάββα Αργυρού.

 

Στις 20 Ιουλίου 2011 διορίστηκε με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου μονομελής Ερευνητική Επιτροπή, αποτελούμενη από τον νομικό Πόλυ Πολυβίου, για να διερευνήσει όλα τα σχετικά γεγονότα καθώς και το θέμα των ευθυνών για την έκρηξη και τα συνεπακόλουθά της. Στο πόρισμά του, που δημοσιοποιήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2011, ο κ. Πολυβίου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας «έχει τη μέγιστη ευθύνη για την ανεπάρκεια, την αμέλεια και την ολιγωρία που επιδείχθηκαν.  «Η κυπριακή Πολιτεία επέδειξε αμέλεια και εγκληματική αδιαφορία τόνισε ο πρόεδρος της Ερευνητικής Επιτροπής για τη φονική έκρηξη της 11ης Ιουλίου στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, τόνισε Πόλυς Πολυβίου», παρουσιάζοντας το πόρισμά του σε συνέντευξη Τύπου. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της επιτροπής, Πόλυ Πολυβίου, η έκρηξη δεν προκλήθηκε από δολιοφθορά αλλά από αυτοανάφλεξη. Σύμφωνα με το πόρισμα, τα υλικά είχαν αποθηκευτεί χωρίς προφύλαξη και σε αντίθεση προς κάθε κανόνα φύλαξης πυρομαχικών, τα υλικά ουδέποτε επιθεωρήθηκαν, οι αποφάσεις για έλευση του φορτίου, για αποθήκευση και παρακράτηση του φορτίου λήφθηκαν από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

Ο πρόεδρος Δημήτης Χριστόφιας απέρριψε το πόρισμα.

 

Τον Ιούλιο του 2013, ο Κώστας Παπακώστας βρέθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία, με το δικαστήριο να δηλώνει πως «έκλεισε τα μάτια του στον κίνδυνο» σχετικά με την φύλαξη εκρηκτικών. Καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση. Απεβίωσε καθώς εξέτιε την ποινή του στις 21 Σεπτεμβρίου 2015. Αθώο για τη φονική έκρηξη στο Μαρί, έκρινε το Κακουργιοδικείο τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού και τον υπαρχηγό της Εθνικής Φρουράς Σάββα Αργυρού. Ένοχοι στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς, κρίθηκαν επίσης ο πρώην διευθυντής και ο πρώην βοηθός διευθυντής της Πυροσβεστικής, Ανδρέας Νικολάου και Χαράλαμπος Χαραλάμπους ατνίστοιχα, και ο τότε διοικητής της Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών (ΕΜΑΚ) Ανδρέας Λοϊζίδης. Ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Πέτρος Τσαλικίδης αντιμετώπισε το στρατοδικείο στην Ελλάδα, αφού διακρατικές συμφωνίες Ελλάδας-Κύπρου παρείχαν ασυλία στον ελλαδίτη στρατιωτικό. Τελικά καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε εφτά χρόνια φυλάκιση, άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικά μέτρα.

 

Οικονομικές επιπτώσεις

Οι ζημιές στην ηλεκτροπαραγωγό μονάδα της ΑΗΚ υπολογίστηκαν αρχικά στα 700 εκατομμύρια ευρώ αν και αργότερα το κόστος της ανακατασκευής εκτιμήθηκε στα 300-400 εκατομμύρια ευρώ. Τον Δεκέμβριο του 2012 ανακοινώθηκε πως οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πλήρωναν συνολικά 132 εκατομμύρια ευρώ. Ως αποτέλεσμα της έκρηξης και της καταστροφής του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού, η παροχή ηλεκτρισμού στο κοινό διακόπηκε. Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου αργότερα εφάρμοσε κυλιόμενες διακοπές ρεύματος 2 εως 3 ανά περιοχή, οι οποίες όμως δεν αφορούσαν αεροδρόμια, νοσοκομεία ή τουριστικές περιοχές. Στις 16 Ιουλίου υπογράφηκε συμφωνία για μεταφορά ρεύματος από την ούτο καλούμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου έως το τέλος του Αυγούστου. Στις 14 Ιουλίου έφθασε στη Λεμεσό ένα πλοίο με δέκα γεννήτριες από το Ισραήλ, με συνολική δυναμικότητα 10 megawatt. Αυτές οι γεννήτριες είχαν παραχωρηθεί σε βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες αντιμετώπιζαν προβλήματα με τις περικοπές ηλεκτροδότησης λόγω της έκρηξης στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης». Επίσης, στη Κύπρο είχαν φθάσει γεννήτριες από την Ελλάδα.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image