Επιστάτης

Αξίωμα: (α) πολιτικο-στρατιωτικό και (β) αστικό στην Ελληνιστική Κύπρο, (γ) μοναστηριακό και εκκλησιαστικό στην Οθωμανική περίοδο της ιστορίας του νησιού.

 

Μόνος γνωστός φορέας του (α) είναι ο στρατηγός της Κύπρου Κρόκος στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Αίγυπτο (131 -124/3 π.Χ.) που είχε λάβει ειδικές εξουσίες κατά την απουσία του Πτολεμαίου Η' Ευεργέτη Β' από την Κύπρο. Φέρεται με τους εξής τίτλους: τόν συγγενῆ τοῦ βασιλέως καί ναύαρχον καί ἐπιστάτην καί στρατηγόν αὐτοκράτορα καί ἀρχιερέα τῆς νήσου. Επιστάτης εδώ σήμαινε τον ανώτατο διοικητή, με πλήρη εξουσία να εκτελεί τις διαταγές του βασιλέως. Κατά μια ερμηνεία δήλωνε ειδικότερα τον απόλυτο έλεγχο της πρωτεύουσας Πάφου, απαραίτητο κατά την εποχή αυτή των συγκρούσεων. Κατά το 124 ο Κρόκος δεν ήταν πια επιστάτης αλλά πρόσθεσε στους τίτλους του τον τίτλο υπέρμαχος =πρόμαχος (του βασιλέως).

 

(β): Στην επιγραφή 46 του Κουρίου (έκδ. Mitford), του 181 - 145 π.Χ., διαβάζουμε: [Οἱ  ἀ]πό γυ/μνασίο[υ] / [τόν δεῖνα...] ρος, τῶν ἐστρ[ατηγηκότων τόν] / [γραμματέα τῆς πό]λεως καί ἐπιστ[άτην ἑαυτῶν] / [καί τούς υἱούς? αὐτ]οῦ  Ὀνήσιλον [καί τόν δεῖνα]. Πρόκειται για επιγραφή βάσεως προτομών του γραμματέως[;] της πόλεως, που είχε διατελέσει [δημοτικός] στρατηγός και επιστάτης των αναθετών, και των γιων του Ονησίλου και ενός άλλου. Οι αναθέτες είναι οἱ ἀπό γυμνασίου [ενν. οπλομάχοι] μισθοφόροι, που τιμούν τον πρόεδρο ή αρχηγό τους χωρίς να παρεμβαίνουν στους δημοτικούς θεσμούς. Ο αρχηγός τους είναι πολίτης του Κουρίου, δημοτικός στρατηγός και επιστάτης του. Ο τελευταίος τίτλος σημαίνει προφανώς κάποια ενισχυμένη αρμοδιότητα του δημοτικού στρατιωτικού αρχηγού, ανάλογη προς εκείνη του επιστάτη στην (α) περίπτωση.

 

(γ): Κατά την Τουρκοκρατία, συχνά αντί ηγουμένου στα μοναστήρια, όσα βρίσκονται σε παρακμή, διοικεί ο επιστάτης, που κυρίως διαχειρίζεται τα οικονομικά κι ελάχιστα ή καθόλου τα πνευματικά και θρησκευτικά ζητήματα. Μνείες επιστατών μοναστηριών βρίσκονται στα Κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, ιδίως των μέσων και του τέλους του 18ου αι. Στους ενοριακούς ναούς απαντάται ο θεσμός του επιστατούντος επιτρόπου, που εκλέγεται και διορίζεται με γνώμην όλων των χωριανών. Άλλοτε αυτός καλείται απλώς επίτροπος και λογοδοτεί για τη διαχείρισή του στα τέλη του χρόνου ἒμπροσθεν τούς χωριανούς. Υπήρχε κάποια διαφορά στις λειτουργίες επιστάτη και επιτρόπου: ο πρώτος προφανώς ήλεγχε τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας που διεξήγε ο δεύτερος, ενώ ο επιστατών επίτροπος συνδύαζε το έργο των δυο, δηλαδή ο ίδιος διαχειριζόταν και ο ίδιος ήλεγχε ελλείψει άλλου ελεγκτού. Είναι κάτι περισσότερο από επίτροπος. Τον Αύγουστο του 1750 στην Ορμίδια διορίστηκε ἐπίτροπος τῆς αὐτῆς ἐκκλησίας δι' ἡμετέρου γράμματος [του αρχιεπισκόπου] ὁ καθηγούμενος τῆς ἁγίας νάπας κυρ νικηφόρος... 

 

Υπήρχε λοιπόν ποικιλία στον τρόπο διορισμού των επιστατών και των επιτρόπων, είτε, κυρίως, από τον αρχιεπίσκοπο ή τον οικείο επίσκοπο, είτε από τους ενορίτες δημοκρατικά. Η τελευταία διαδικασία, που ομοιάζει προς εκείνην του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα 1755 -1757 και μάλλον αναπτύχθηκε παράλληλα στην Κύπρο παρά επηρεάστηκε από εκείνην, ενσωματώθηκε στο Καταστατικόν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, 1914, σσ. 25 - 36. Βλ. ευρύτερα C.P. Kyrris, 'The Communal Administration of Church Property in Cyprus under Ottoman Rule', Balkan Studies, 12.2.1971, σσ. 463-478.